frear

Πόλεμος: η κορυφή ή το βάραθρο της ανθρώπινης εξέλιξης; – του Χάρη Συνοδινού

Ο δε πόλεμος. . . βίαιος διδάσκαλος.
Θουκυδίδης Ιστορίαι

Μερικές σκέψεις για τον πόλεμο σε μια εποχή που το μόνο οικουμενικό άκουσμα είναι ο κρότος των πολεμικών τυμπάνων και οι κραυγές οδύνης των θυμάτων, που ανέκαθεν αυτός μας κληροδοτούσε.

Οι πρόσφατες εξελίξεις στο θέατρο του εμφυλίου πολέμου στη Συρία καθώς και η αδελφοκτόνος σύρραξη στην Ουκρανία επαναφέρουν στο προσκήνιο του προβληματισμού όλων μας το αμφιλεγόμενο ζήτημα της λειτουργίας που επιτελεί ο πόλεμος κατά την ιστορική πορεία της ανθρωπότητας. Βεβαίως ανακύπτει και το εξίσου βαρυσήμαντο θέμα της διερεύνησης των αιτιών που συντηρούν αυτό το φαινόμενο διαχρονικά. Ας σημειωθεί πως πολλοί στην αυγή του νέου αιώνα που ανέτειλε προδίκασαν το τέλος των ενόπλων αναμετρήσεων υπό το καθεστώς της εδραίωσης της παγκοσμιοποίησης. Η ιστορική εμπειρία των τελευταίων ετών -λίγων για το χρονόμετρο της ιστορίας- μας διαβεβαιώνει ωστόσο πως η προσφυγή σε πολεμικές συρράξεις αποτελεί ακόμα πάγια τακτική επίλυσης εμφύλιων, τουλάχιστον, διαφορών. Πράγματι, η διακρατική συσπείρωση με στόχο τη θεμελίωση ενός διεθνούς καθεστώτος ειρήνης που θα διευκολύνει τις οικονομικές λειτουργίες του ελεύθερου εμπορίου και της παγκόσμια ενοποιημένης αγοράς δείχνει να τελεσφορεί όσον αφορά τουλάχιστον κάποια αναπτυγμένα και αναπτυσσόμενα κράτη. Ενώ, λοιπόν, οι εθνικές διαμάχες μεγάλες κλίμακας μοιάζουν να έχουν εκλείψει, εκατοντάδες εμφύλιες διαφιλονικίες και εθνοκαθάρσεις βάφουν το χώμα πολλών περιοχών με το αίμα αμέτρητων ανθρώπων, ακόμα και όταν αυτό είναι νωπό. Ωστόσο, ακόμα και η ελπίδα που έχει καλλιεργηθεί από τις εξαγγελίες της διεθνούς κοινότητας και από τις προτεραιότητες που έχουν θέσει οι υπερεθνικοί πολιτικοί θεσμοί για την αποτροπή μιας γενικευμένης διακρατικής ένοπλης διαμάχης, ενός τρίτου παγκοσμίου πολέμου, είναι πιθανό να διαψευστεί εξαιτίας της αβεβαιότητας και της συγκρουσιακής διάθεσης που διακρίνει όλες τις μεγάλες δυνάμεις οι οποίες αναλώνονται σε μια αέναη παρτίδα γεωπολιτικού “σκακιού” με στόχο την επέκταση των σφαιρών επιρροής τους. Το διακύβευμα της μάχης δεν περιορίζεται στην απώλεια της ιμπεριαλιστικής ισχύος ενός κράτους αλλά και στην έκπτωση της οικονομικής του δύναμης. Τη στιγμή που ο κόσμος βιώνει την εξάντληση των ενεργειακών αποθεμάτων του πλανήτη όλο και περισσότεροι “παίχτες” υπεισέρχονται στον αγώνα διεκδίκησης επισφραγίζοντας με τον παραπάνω τρόπο την κατάρρευση του μεταψυχροπολεμικού μονοπολικού συστήματος διακυβέρνησης. Τέλος, η εξίσωση γίνεται περαιτέρω περίπλοκη, εφόσον εμπλέκονται ο παράγοντας της πυρηνικής δύναμης που διαθέτουν αρκετά έθνη και κατ´επέκταση ο φόβος που γεννάται από τις ολέθριες συνέπειες ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος.

Οποιαδήποτε πρόβλεψη για το μέλλον της ανθρωπότητας είναι μάταιη αν δεν ληφθεί υπόψη τουλάχιστον η απάντηση που δίνουν οι πολιτικοί ιθύνοντες και όσοι εμπλέκονται στις διπλωματικές διαβουλεύσεις για την ειρήνη στο ακόλουθο ερώτημα :ποιον ιστορικά ρόλο επιτελεί διαχρονικά ο πόλεμος; Ακολούθως, επιτακτικά ζητεί απάντηση και το άλλο ερώτημα που αναπόδραστα αναφύεται: είναι τελικά θεμιτός ή αθέμιτος ο πόλεμος από ανθρώπους που οραματίζονται το καλό αν όχι της οικουμένης τουλάχιστον του έθνους τους; Στο σημείο αυτό αξίζει να εξεταστούν οι σκέψεις κάποιων στοχαστών παγκόσμιας πνευματικής εμβέλειας αναφορικά με το ακανθώδες ζήτημα της επίδρασης του πολέμου στα ανθρώπινα. Πολλοί διανοητές υποστήριξαν πως ο πόλεμος αποτελεί μοχλό της προόδου των ανθρωπίνων κοινωνιών καθώς προωθεί την επινοητικότητα, τον πολιτισμό και την δημιουργικότητα. Για τον Hegel ο πόλεμος είναι δημιουργική αφετηρία και σύνθεση δια της σύγκρουσης. Στο ίδιο περίπου μήκος κύματος κινείται και ο Ηράκλειτος που τον ονομάζει “πατέρα” των πάντων. Επιπροσθέτως, ο Νίτσε τον θεωρεί “έκφραση της βούλησης για δύναμη”, ενώ ο Μακιαβέλλι προκρίνει τον πόλεμο ως μέσο τεχνολογικής προόδου. Σ´αυτό το πλαίσιο σκέψης, ο πόλεμος δίκαια παρά τα μεγάλα κακά που προξενεί, λογίζεται ως στοιχείο της πολιτικής, επειδή αναπτύσσει σε ορισμένες περιπτώσεις τις ευγενέστερες ορμές του ανθρώπου όπως την ανάγκη προάσπισης των πατρογονικών εστιών και βωμών. Επιπλέον, επιτρέπει τη συλλογική οργάνωση γύρω από ένα κοινό όραμα και ευνοεί την πολιτική συγκρότηση των επιμέρους ατομικών συμφερόντων. Επίσης, έχει λεχθεί κατά την αρχαιότητα πως οι βίαιες αναμετρήσεις αφυπνίζουν τα έθνη από τη νάρκη της μακροχρόνιας ειρήνης και μεταδίδει τον πολιτισμό των πολιτισμικά “ανώτερων” λαών στους “βαρβάρους”, αν βέβαια μπορεί να είναι σαφής η διάκριση μεταξύ πολιτισμικής ανωτερότητας και πολεμικής βαρβαρότητας. Συμπερασματικά ας σημειωθεί, πως τέτοιες απόψεις, όπως και εκείνη που θέλει τον πόλεμο πρώτης τάξεως παράγοντα δημιουργικής καταστροφής, που από οικονομικής απόψεως προσφέρει την ευκαιρία για παραγωγική αναδιάρθρωση και αναθέρμανση των επενδύσεων, δεν πείθουν το μεγαλύτερο τμήμα της κοινής γνώμης, το οποίο θεωρεί πως τέτοιες θέσεις δε δικαιώνουν τις περισσότερες μορφές πολέμου, ιδίως τους επεκτατικούς.

Απέναντι στους θιασώτες του πολέμου αντιπαρατίθενται εκείνοι που πρεσβεύουν τη θέση σύμφωνα με την οποία οι καταστροφικές επιπτώσεις της σύρραξης με τη χρήση βίας υπερτερούν των δημιουργικών ωφελειών των συγκρούσεων. Αρχικά, ας τονιστεί πως κατά τη διάρκεια της ένοπλης διαμάχης οι οικονομικές και υλικές επιπτώσεις για τις αντιμαχόμενες πλευρές είναι δυσβάσταχτες καθώς οι πολεμικές δαπάνες απομυζούν τον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ οι δραστηριότητες της οικονομικής ζωής, πλην της πολεμικής βιομηχανίας, αναστέλλονται, επιφέροντας τον οικονομικό μαρασμό. Για τις χώρες στο έδαφος των οποίων διεξάγονται οι συγκρούσεις, ο πόλεμος προκαλεί πληθυσμιακές ανακατατάξεις καθώς στρώματα του πληθυσμού εξωθούνται στην προσφυγιά, ενώ η πλειονότητα των κοινωνικών στρωμάτων φτωχοποιείται. Πέρα από την καταστροφή των υλικών υποδομών, βαρυσήμαντη είναι και η καταστροφή στο οικοσύστημα μιας χώρας λόγω της χρήσης καταστροφικών, τόσο για την πανίδα όσο και για τη χλωρίδα, οπλικών συστημάτων. Εξίσου ολέθριες είναι οι συνέπειες των πολεμικών διαξιφισμών και στον τομέα του πολιτισμού, ο οποίος φυλλορροεί. Καταστρέφονται τα πολιτισμικά μνημεία, η καλλιτεχνική δημιουργία ασφυκτιά υπό το βάρος της ανάγκης για επιβίωση και η επιστημονική παραγωγή, πλην των επιστημών που έχουν άμεση εφαρμογή στα πεδία των μαχών, απομειώνεται. Άλλωστε, ο Τσώρτσιλ είχε εύστοχα υποστηρίξει πως στον “στον πόλεμο οι πιο σύγχρονες λεπτότητες της επιστήμης είναι συνδεδεμένες με τις σκληρότητες της λίθινης εποχής. “Απαράδεκτη, εξάλλου, παράλειψη θα συνιστούσε η απουσία νύξης στους κίνδυνους που εγκυμονεί η ενδεχόμενη χρήση πυρηνικών ή βιολογικών όπλων κατά τη διάρκεια του πολέμου, όπως είναι οι γενετικές ανωμαλίες και μεταλλάξεις. Τραγική ακόμη απόρροια κάθε ένοπλης σύρραξης αποτελεί τόσο το σωματικό όσο και το ψυχικό άλγος των ανθρώπων  από τις εκατόμβες των θυμάτων. Σε σκοτεινούς, μάλιστα, καιρούς σβήνει ο φάρος της ηθικής και το ηθικό εκτόπισμα των ανθρώπων ατροφεί καθώς το ένστικτο της επιβίωσης εξωθεί πολλούς σε πράξεις εκμετάλλευσης. Έτσι, παρατηρείται το θλιβερό φαινόμενο του homo homini lupus καθώς αποκτηνωμένοι συνάνθρωποι πατούν επί πτωμάτων για να επωφεληθούν από την κατάπτωση του πλησίον τους. Στο όνομα της αυτοσυντήρησης, συνειδήσεις φθείρονται, η βαρβαρότητα “νομιμοποιείταί” και η μεταχείριση της ανθρώπινης αυταξίας, η οποία μοιραία καταστρατηγείται, γίνεται κανόνας της καθημερινότητας. Εν κατακλείδι, εύλογα η πλάστιγγα για το μεγαλύτερο μέρος των λογικών συνειδήσεων γέρνει κατά της διεξαγωγής πολέμου.

Στο σημείο αυτό αξίζει να ανιχνευτούν και να διερευνηθούν οι σκοπιμότητες που υποθάλπτουν τις συγκρουσιακές καταστάσεις βίας. Αρχικά, η επιδίωξη του κέρδους με κάθε τρόπο είτε από την πολεμική βιομηχανία είτε από τα κράτη, που στο πλαίσιο των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων τους, ανταγωνίζονται για την πρόσβαση σε νέες πηγές ενέργειας αλλά και για την εξεύρεση νέων αγορών καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την απόφαση υπέρ της διεξαγωγής πολέμου. Την παραπάνω άποψη, εξάλλου, συμπυκνώνει και το απόφθεγμα “δια των χρημάτων κτήσιν πάντες οι πόλεμοι γίνονται” με το οποίο ο Πλάτωνας αναγνωρίζει πως το υλικό κέρδος αποτελεί την κορωνίδα των επιδιώξεων κάθε κατακτητή. Κανείς, άλλωστε, δεν αμφιβάλλει πως η πολεμική εγρήγορση των υπερδυνάμεων είναι αναγκαία για την περιφρούρηση των σφαιρών επιρροής τους καθώς και για την ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης τους. Επίσης, η ιδεολογία του ηγεμονισμού καθώς και το σύμπλεγμα υπεροχής που διέπει την εξωτερική πολιτική των μεγάλων δυνάμεων είναι συνυπεύθυνα για την εφαρμοζόμενη τακτική της ανάμειξης στις εσωτερικές υποθέσεις ασθενέστερων κρατών, πάντα με κάποια βαρύγδουπη δικαιολογία ως πρόσχημα, όπως την πρόφαση της εξάλειψης της διεθνούς τρομοκρατίας ή της ανατροπής κάποιας δικτατορίας. Η εξέλιξη αυτή σαφώς απονομιμοποιεί βασικές  αρχές του διεθνούς δικαίου, όπως τον σεβασμό για την εδαφική ακεραιότητα ενός έθνους, και διασαλεύει το διεθνώς κατοχυρωμένο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των λαών. Το αναπτυξιακό χάσμα και η τριχοτόμηση του παγκοσμιοποιημένου κόσμου σε αναπτυσσόμενα, αναπτυγμένα και υπανάπτυκτα κράτη εκτρέφει τη δυσφορία και το αίσθημα αδικίας που δυνητικά μπορούν να ξεσηκώσουν ένα λαό σε βάρος ενός άλλου. Οι ανισότητες και η εξαθλίωση, που εκπορεύεται από αυτές,  είναι γνωστό τοις πάσι πως προλειαίνουν το έδαφος για την ευδοκίμηση ακραίων ιδεολογημάτων, όπως του φανατισμού και της μισαλλοδοξίας, τα οποία δημιουργούν πολώσεις τόσο στο εσωτερικό των κοινωνιών όσο και στο στίβο της διεθνούς διακυβέρνησης. Ας επισημανθεί, πως η αντικειμενικότητα συχνά διαστρεβλώνεται συχνά μέσω μιας εθνικιστικής προπαγάνδας που κηρύσσει την υπεροχή ενός έθνους έναντι των υπολοίπων. Ως λυπηρό επακόλουθο της επικράτησης σοβινιστικών και ρατσιστικών τάσεων χώρες αυτοεξουσιοδοτούνται με το δικαίωμα να καταπιέζουν άλλους πληθυσμούς, ενώ συχνά γενοκτονίες αφανίζουν μειονότητες με την ανοχή διεθνών οργανισμών. Στα παραπάνω μπορούν να προστεθούν τα δημογραφικά αίτια, όπως η πληθυσμιακή έκρηξη και οι μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών, καθώς και η ενεργειακή κρίση που ωθεί τις συλλογικές οντότητες σε αντιπαλότητα προκειμένου να βρουν μια προνομιακή θέση κάτω από τον ήλιο της διαρκώς περιοριζόμενης “γης της ευημερίας”.

Κλείνοντας, ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στην ανθρώπινη φύση. Έχει υποστηριχθεί πως στον πυρήνα κάθε ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης εντοπίζεται το ορμέμφυτο ένστικτο της επιβολής, η υποσυνείδητη επιθυμία για σύγκρουση. Άλλωστε, η συνήθεια της ιστορίας να συμβαδίζει με τους πολέμους προσφέρει ερείσματα στην παραπάνω θέση. Η δυσοίωνη διαπίστωση της διαχρονικότητας των πολέμων επιβεβαιώνεται από τους ψυχρούς αριθμούς, όπως μαρτυρούν οι υπολογισμοί του Durant σύμφωνα με τους οποίους “υπήρξαν μόλις 268 χρόνια τα τελευταία 3421 χωρίς πόλεμο.”

Τη στιγμή που ο καπνός πάνω από τα ερείπια του ανθρώπινου πολιτισμού, που άφησαν οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, είναι ελάχιστα διακριτός από ολιγάριθμες ανόθευτες συνειδήσεις, που δεν ξεχνούν και τολμούν να επικρίνουν και να προειδοποιούν, τα κράτη γεμίζουν τα οπλοστάσια τους. Είναι σαφές πως η απουσία πολέμου δεν μεταφράζεται ως ειρήνη αλλά ως ευκαιρία και πίστωση χρόνου, ώστε να προετοιμαστούν οι μελλοντικοί πόλεμοι. Εναντίον εκείνων που ασπάζονται το δόγμα: “si vis pacem para bellum” και υποθηκεύουν την ευημερία της πλειοψηφίας με αντάλλαγμα το όφελος μιας ολιγαρχίας (Ο Αλβέρτος Αϊνστάιν γράφει σχετικά με αυτή την μειοψηφία: “Η δίψα της εξουσίας της κυρίαρχης τάξης βρίσκεται σε κάθε κράτος σε αντίθεση με τον οποιοδήποτε περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας. Η μεγάλη αυτή επιθυμία για πολιτική εξουσία, συμφωνεί με τις φιλοδοξίες εκείνων, που αναζητούν μόνον χρηματικά και οικονομικά οφέλη[…]. Είναι δυνατόν η μειοψηφία αυτή να υποτάσσει στις επιθυμίες της την λαϊκή μάζα, η οποία από τον πόλεμο θα έχει μόνο βάσανα και ζημίες; Μια εύκολη απάντηση θα ήταν, ότι η μειοψηφία εκείνων που κάθε φορά βρίσκονται στην εξουσία, έχει στα χέρια της τα σχολεία και τον τύπο και επί πλέον τις θρησκευτικές οργανώσεις. Αυτό της επιτρέπει να οργανώνει και να κατευθύνει τα αισθήματα των μαζών μετατρέποντάς τα σε όργανα της πολιτικής της”), είναι αδήριτη ανάγκη να εναντιωθεί κάθε αυτόφωτη και λογική φωνή. Το διακύβευμα του αγώνα είναι τεράστιο. Ο καθένας ρισκάρει την ελπίδα για το μέλλον των επόμενων γενεών. Ωστόσο η παραίτηση ή η αδράνεια ίσως επιφέρουν, πέρα από τη διολίσθηση του πολιτισμού στο βόρβορο της απανθρωπιάς, την έκλειψη του ανθρώπινου είδους(γιατί ο άνθρωπος αδυνατεί να τιθασεύσει την απληστία του και επιστρατεύει ό, τι πιο πολύτιμο έχει, δηλαδή τη δύναμη του μυαλού του για να κατασκευάσει τα όπλα που θα τον αφανίσουν) αυτής της αντιφατικής ύπαρξης που μοιράζεται ανάμεσα σε κάτι υψηλό και σε κάτι ζωώδες. Το φλέγον ζήτημα και το μέγιστο στοίχημα είναι ποιο από τα δύο προσωπεία θα επιλέξει να προβάλει.


[Φωτογραφία: William Eggleston.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη