frear

Οι καημοί του Παλέρμο – του Απόστολου Θηβαίου

…αυτός που κείτεται στο χώμα,
Στα προπύλαια του παλιού λιμανιού, αυτός,
Είναι ένας φονιάς. Το κορίτσι που τον κλαίει,
Έχει φιλήσει τόσους.
Και όμως ετούτον πόσο τον αγάπησε.

Απόψε θα σας πω για το παράξενο πουλί του τοίχου που άφηνε τη σκιά του στις ατέλειες. Στεκόταν πάνω στ΄ αυτοσχέδιο κλαδί. Με το φως το παράξενο πουλί σαν να ΄βγαινε μέσα απ΄τον τοίχο, αειθαλές, με το συντριμμένο του τραγούδι πιο καθαρό από ποτέ. Ο πίνακας άνηκε σ΄έναν ευπατρίδη της εποχής. Σ΄ολόκληρο το σπίτι υπήρξε το καντήλι και η φανταστική καρδερίνα, με το ξαφνιασμένο, το κρυμμένο βλέμμα. Ποιος ρώτησε ποτέ για εκείνους τους καρκίνους που ξέσπαγαν μες στα μάτια της όταν τραγουδούσε. Ποιος ρώτησε για την αυγή, τη μέρα που φθάνει δίχως μνήμη. Ποιος ρώτησε ποτέ γιατί τόση ευτυχία. Το παράξενο πουλί τραγουδούσε καρφωμένο στον τοίχο με μια χρυσή αλυσίδα περασμένη στο λαιμό.

Η μόνη φορά που λησμόνησαν για πάντα το παράξενο πουλί του τοίχου ήταν η μέρα που έφθανε απ΄την επαρχία η ασημένια έφηβη. Ένα υπέροχο κορίτσι με φροντισμένη κόμη έφθανε απ΄τη μεριά της επαρχίας. Θα μπορούσε να είναι μία απ΄τις παρθένες των Καρυών ή η τελευταία απόγονος μιας χαμένης για πάντα φυλής. Άνδρες της στρατιωτικής ακαδημίας έστεκαν σ΄έναν ατημέλητο σχηματισμό, χαμογελώντας με τις επίσημες στολές τους. Αυτοί οι άνδρες ανήκουν στους αυτοκρατορικούς στρατούς. Περνούν τα σαββατόβραδα στα σπίτια του σταθμού. Αυτές οι σκιές ανάμεσα στους εργάτες της πρωινής βάρδιας είναι οι οπλίτες που ξεχάστηκαν σε μια ευτυχισμένη κάμαρα. Οι άνδρες χειροκροτούσαν, έδειχναν το έκθεμα σαν να΄ταν δικό τους εκείνο το κορίτσι.

Αργότερα οι δόκιμοι φίλησαν τα χέρια της και έκαναν την ευχή τους όπως επιβάλλει το έθιμο. Βάδισαν εύθυμα στις κλειστές οδούς της πόλης, επαναλαμβάνοντας έναν χαρισματικό σκοπό. Πίσω τους έκλειναν τα παράθυρα δυνατά, τόσο που οι καρδιές τους έσπαζαν εκεί καταμεσίς του δρόμου.

Η γυναίκα του πίνακα θα στέκει πάντα στη φωτισμένη της προθήκη. Θ΄αφήνει τον πίνακα απαλά πλάι στα πόδια της και τα χέρια της θα πεθαίνουν ξανά και ξανά. Όταν είναι λυπημένο το κορίτσι χάνεται μέσα στα ελλειπτικά έπιπλα, γίνεται ο πιο ξαφνικός απ΄τους ανέμους. Με το φως ξεπροβάλλει απ΄τους ωχρούς τοίχους, στέκει στ΄ αυτοσχέδιο κλαδί και γίνεται κομμάτια. Η Καρδερίνα σπαράζει όλη τη νύχτα. Όλα τα παράθυρα απομένουν ανοιχτά, στην πόλη συμβαίνουν επιτάφιοι, μια ξαφνική άνοιξη και εκείνη που γίνεται ανθός και τίποτε.

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη