Ι.
Πέρασαν σχεδόν δύο μήνες από τη δημοσίευση του άρθρου του Παναγιώτη Χαχή με τίτλο: «Για την Κορυφή του κόσμου του Ηλία Μπιστολά» στον φιλόξενο ιστότοπο του περιοδικού Φρέαρ. Στο εν λόγω κείμενο ο Παναγιώτης προσεγγίζει με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο τη συλλογή διηγημάτων που είχα εκδώσει τον Νοέμβριο του 2025 και καταγράφει τα πορίσματά του, τα οποία ο ίδιος θεωρεί πως αναγωγικά διαγιγνώσκουν συνολικά τη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Ας δούμε ποια είναι αυτά:
«Αυτό με οδηγεί σε ένα ερώτημα γενικότερο. Πόσο οι ιστορίες που επιλέγει ο συγγραφέας να πει είναι αντιπροσωπευτικές όλων μας; Τίποτα φυσικά ανθρώπινο δεν μας είναι ξένο. Αλλά, από όλα τα θέματα και τις ιστορίες, που μπορεί να είναι ενδιαφέρουσες, δεν αντιλέγω, ποιες όμως μας αφορούν πραγματικά και προσωπικά, δημιουργώντας έτσι μια κοινότητα; Μια κοινότητα αναγνωστών που μοιράζεται κάτι κοινό πραγματικά για κάθε άνθρωπο; Κι όχι αυστηρά ιδιωτικούς προβληματισμούς, που ίσως ενδιαφέρουν πολλούς αλλά στην πραγματικότητα, αφορούν ελάχιστους ή και κανέναν; Με ποιο φως λοιπόν φωτίζει ο συγγραφέας τον καθρέφτη του κειμένου; Βλέπω συχνά τον κίνδυνο, το φως που ρίχνει η γραφή να είναι τελικά σκοτεινό».
Συνοψίζοντας λοιπόν το σκεπτικό του Παναγιώτη Χαχή, η καθ’ ημάς λογοτεχνία πάσχει από τα ακόλουθα: α) απουσία νοήματος, β) αποδοχή του αδιέξοδου, γ) οντολογική απομόνωση. Υποψιάζομαι πως μόνο λόγω έλλειψης χώρου δεν πρόσθεσε και άλλες παθήσεις, ωστόσο κατέγραψε τις κατ’ αυτόν σημαντικότερες. Η διαφωνία μου (και η αδελφική φιλία μου) με τον Παναγιώτη μού επιτρέπει να δημοσιεύσω τις αντιρρήσεις μου με στόχο τον γόνιμο διάλογο και όχι την αντανακλαστική εχθρότητα. Θα προτιμήσω να ρωτήσω παρά να απαντήσω και κάθε συμβολή στον διάλογο θα είναι ευπρόσδεκτη.
Επέλεξα να κορφολογήσω τα πιο σημαντικά –κατά τη γνώμη μου– σημεία της σκέψης του και να απαντήσω πάνω σε αυτά, γι’ αυτό λοιπόν θα παραθέτω εκτενή αποσπάσματα από το άρθρο του. Με αυτόν τον τρόπο ο αναγνώστης θα έχει επαρκή στοιχεία για να ακολουθήσει τον διάλογο και μπορεί να επικεντρωθεί στην ανταλλαγή απόψεων χωρίς να ανατρέχει διαρκώς στο κείμενο του Παναγιώτη.
Η απάντησή μου είναι εκτενής, αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Η οξυδέρκεια και η επιμέλεια του Παναγιώτη στην άρθρωση των επιχειρημάτων του είναι θαυμαστή, έτσι αναγκάστηκα να γράψω πολύ ώστε να μη φανώ λίγος.
ΙΙ.
«Διερωτώμαι, αν γράφοντας, κατ’ αυτούς τους τρόπους, επεκτείνουμε την επικράτεια του ανέκφραστου, εναντίον των συγγραφικών μας προθέσεων, αν δηλαδή η γραφή μας δεν αποκαλύπτει, δεν φανερώνει το νόημα που συνέχει σαν αφήγηση τον άνθρωπο και τον κόσμο. Αν η γραφή δεν είναι τα νήματα του νοήματος που υφαίνουν τα σπαράγματα και τα αποσπάσματα του κόσμου σε μια πλέξη, σ’ ένα υφαντό που σχηματίζει εικόνες που δεν ταυτίζονται, αλλά υπερβαίνουν τα δομικά υλικά τους, τότε ποιο το νόημα του να συνεχίσουμε να γράφουμε και να δημιουργούμε;»
Θα ξεκινήσω ρωτώντας ποια είναι η αποκαλυπτική για το «το νόημα που συνέχει σαν αφήγηση τον άνθρωπο και τον κόσμο» δράση στον Δον Κιχώτη; Ή στην Άννα Καρένινα; Ας γλιτώσουμε χρόνο και λέξεις παραθέτοντας τίτλους του Κανόνα. Δεν θα βρεθεί εύκολα το έργο που να επιτυγχάνει αυτό που αποζητά ο Παναγιώτης. Στην καλύτερη περίπτωση ένα (καλό) λογοτεχνικό έργο είτε διογκώνει την εμπειρία μας μέσω ταυτίσεων και παρουσιάζοντας διλήμματα που ίσως να μην αντιμετωπίζαμε στη ζωή μας, είτε συνομιλεί ενεργητικά με λογοτεχνικές παραδόσεις, προκαλώντας ρήξεις και μετατοπίσεις στον ερμηνευτικό ορίζοντα (όπως πράττει η ακραία σάτιρα του Θερβάντες στο ιπποτικό μυθιστόρημα), είτε καταθέτει μια απολαύσιμη αισθητική πρόταση, η οποία αφομοιώνει το νόημά του λογοτεχνήματος στις υφολογικές του επιλογές. Ο Παναγιώτης βέβαια αφήνει να εννοηθεί, στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο, πως η σύγχρονη –εν πολλοίς– γραφή είναι παράγωγο μιας ιδιάζουσας μεταφυσικής, όπου το ανέκφραστο και το ανοίκειο, η απουσία με λίγα λόγια, μετατρέπεται σε έναν στοχασμό για το κενό. Έστω. Σε κοινωνίες νεκρής πνευματικότητας και άγονων σημαινόντων η λύση και το νόημα δεν εμπεριέχουν την έγερση μιας νέας δομής, ποτέ και πουθενά η λογοτεχνία δεν Δημιουργεί, αλλά μπορεί να στοχαστεί πάνω στις πτώσεις. Το νόημά της είναι ο ίδιος ο εαυτός της και το ανέκφραστο είναι μια πρόσκληση στον δέκτη.
Όπως και να έχει, κανένα πεζό δεν ξεσκεπάζει το οιστρογόνο νόημα που συνέχει τον άνθρωπο και τον κόσμο. Για να συμβεί αυτό θα απαιτούνταν επιτελεστικές τελετουργίες οι οποίες θα πλαισιώνονταν από πίστη, π.χ. να διαβαζόταν ο Αιματοβαμμένος Μεσημβρινός γύρω από μια φωτιά με σαμάνους να καπνίζουν ψυχοτρόπα φυτά. Εκτός αν ο Παναγιώτης Χαχής λάθρα εφοδιάζει την κριτική του με ένα αίτημα απο-εκκοσμίκευσης, οπότε ναι, μια κοινότητα πισταναγνωστών θα μπορούσε να αφουγκραστεί διαφορετικά την περιπλάνηση του Παιδιού στις πορφυρές διαδρομές της Δύσης. Αλλά η προοπτική μιας λογοτεχνίας-αργαλειού, η οποία προδήλως γνωρίζει το μοτίβο του νοήματος που οφείλει να πλέξει, θα καθιστούσε περιττές της αφηγήσεις. Ποιος ο λόγος να γράφεις αν το μόνο που είναι σημαντικό είναι το ένα και μόνο νόημα; Επιπλέον αυτό το νόημα διευρύνεται; Πληθύνεται; Μπορούμε να το αρνηθούμε, δύναται να καταδείξουμε τις συνέπειές του, επιτρέπεται να επαναστατήσουμε έναντί του; Δηλαδή είναι ένα ηθικό νόημα, ένα υπερβατικό νόημα-οδηγός και προορισμός του κόσμου ή μήπως συνιστά ένα δομικό νόημα που συγκροτείται και συντηρείται αυτοαναφορικά χωρίς να έχει σημασία το περιεχόμενό του;
Επιπλέον, στο σχήμα του Παναγιώτη απουσιάζει εντελώς η λογοτεχνικότητα και ο τρόπος με τον οποίο η ίδια η τεχνική της λογοτεχνίας δημιουργεί «μια κοινότητα αναγνωστών που μοιράζεται κάτι κοινό πραγματικά για κάθε άνθρωπο». Θα δώσω δυο παραδείγματα: «Bashta hondo sroflock madai zutto». Μια φράση του Ιάπωνα σκηνοθέτη και ηθοποιού Yoshi Oida η οποία δεν σημαίνει τίποτα, που όμως πρέπει να αποκτήσει νόημα μέσω θεατρικών ασκήσεων, να «εξηγηθεί» στον άλλον. Άλλο ένα: «Sir Tristram, violer d’amores, fr’over the short sea, had passencore rearrived from North Armorica on this side the scraggy isthmus of Europe Minor to wielderfi ght his penisolate war …». Το απόσπασμα ανήκει από τις φημισμένες πρώτες σελίδες της Αγρύπνιας των Φίννεγκαν. Θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ουσιαστικά α-νόητες. Να όμως που μέσα από την α-νοησία τους παράγουν μια κοινότητα ηθοποιών, ερμηνευτών και παθιασμένων αναγνωστών, οι οποίοι εναγωνίως αναζητούν μια εξήγηση στα περίπλοκα γλωσσικά παιχνίδια του Τζόυς και στην ανερμήνευτη πρόταση του Oida. Η γλώσσα –εν προκειμένω– και όχι το νόημα είναι που παράγει μια κοινότητα, όσο μικρή και να είναι αυτή.
ΙΙΙ.
Δεν υποστηρίζω πως ο Παναγιώτης εκδιώκει τη λογοτεχνία από τη λογοτεχνία. Υποστηρίζω όμως πως ο ιδιότυπος νοηματοκεντρισμός του δημιουργεί μια υπερδομή που δεν προκύπτει, αλλά προϋποτίθεται. Ένα μυθιστόρημα δεν είναι τίποτε άλλα παρά μια υπόθεση. Μια κολοσσιαία μεταφορά, ένα σαν. Το εἰκός του Αριστοτέλη: τι θα συνέβαινε εάν. Δεν θα υποβιβάσω τη λογοτεχνία σε ένα μπαρτικό γλωσσικό παιχνίδι, αλλά παραφράζοντας τον Ηράκλειτο: ὕφος ἀνθρώπῳ δαίμων. Γράφει σχετικά το Τσίρκας: «Όπως το λες, όπως το γράφεις, αυτό είσαι. Εδώ δεν χωρούν ελαφρυντικά. Tο ύφος είναι το πιο άσφαλτο κριτήριο της στάσης σου απέναντι στον άλλο, απέναντι στον άνθρωπο. Πόσο τον νοιάζεσαι, πόσο τον σέβεσαι; Αυτού φαίνεται…». Ο Παναγιώτης είναι αρκετά έξυπνος ώστε να αποφεύγει να ονοματίσει το όνομα του νοήματος, αφήνοντας ανοιχτές διάφορες εκδοχές του (αν και δεν είναι τυχαίο πως πουθενά δεν αναφέρεται σε νοήματα, αλλά στο νόημα). Όμως στην εξαιρετική διαπίστωσή για τη σύγχρονη λογοτεχνία ως «… αιματολογικές ή άλλες εξετάσεις χωρίς όμως τιμές αναφοράς … Σελίδες επί σελίδων ιατρικά ιστορικά των ασθενών ή αν θέλετε ιστορίες και αφηγήσεις των συμπτωμάτων. Αλλά χωρίς διάγνωση, πόσο μάλλον θεραπεία», δεν μπορεί παρά η τιμή αναφοράς και η θεραπεία να λάβει ένα μόνο υπερβατικό ασχημάτιστο σχήμα. Το υπερ-σημαίνον εδώ είναι αρκετά σαφές. Και πιστεύω πως σε τελική ανάλυση αυτό είναι το νόημα που αναζητά ο Παναγιώτης, ακόμα και αν προσέχει πολύ –ως σωστός και επιμελής αναγνώστης της λογοτεχνίας– να αφήνει ανοιχτές τις θύρες.
Εντέλει η μεγάλη λογοτεχνία του νοήματος του Παναγιώτη εκκινεί από μια εξωλογοτεχνική υπέρβαση και απαιτεί μια άσκηση στο επέκεινα. Το λογοτέχνημα μεταφέρει, δεν παράγει, και ο αναγνώστης παραμένει ένας παθητικός δέκτης και όχι ένας ενεργός και συμμετέχων κοινωνός ενός νοήματος για το οποίο μοχθεί με τη φαντασία του, τα βιώματά του και την ερμηνευτική του σκευή.
IV.
Το νόημα ή το περιεχόμενο δεν χρειάζεται να παράγεται και να μορφοποιείται ἐν τῷ μέσῳ αὐτοῦ ὡς ὅρασις ἠλέκτρου ἐν μέσῳ τοῦ πυρὸς καὶ φέγγος ἐν αὐτῷ, σαν το όραμα του Ιεζεκιήλ, αλλά μπορεί να συνέχει τον κόσμο ως κατοπτρισμός του μερισμού του, σαν το μωρό που αντιλαμβάνεται πως τα σκόρπια χέρια και πόδια ανήκουν σε ένα σώμα, παρατηρώντας την εικόνα του στον καθρέφτη. Ο αναγνώστης του Κιβωτίου δεν αποζητά ένα έτοιμο νόημα από τον Αλεξάνδρου, ούτε θα αναζητήσει την υπερβατικότητα στην Ιστορία των Μεταμορφώσεων του Γιάννη Πάνου. Κυρίως όμως δεν είμαι σίγουρος πως υπήρχε πρόθεση συνδιαλλαγής με ένα ενικό σημαίνον το οποίο επιχειρούν οι μεγάλοι συγγραφείς ατελώς να το μεταφέρουν στο επίπεδο του πεπτωκότος ανθρώπου. Το να απαιτείς από τη λογοτεχνία να σηκώσει το βάρος της συνοχής του κόσμου είναι πράγματι τρομερά βαρύ φορτίο και είναι καταδικασμένη να αποτύχει.
«Και είμαι λίγο επιφυλακτικός, καθώς ένας σπασμένος καθρέφτης καθρεφτίζει μόνο θραύσματα κι όχι μια συνολική εικόνα. Ο κόσμος και ο άνθρωπος που επέλεξε να ζει μια ζωή χωρίς Θεό –να ο μεγάλος απόντας από τον κόσμο αλλά και το βιβλίο του Ηλία, και όχι μόνο αυτού– περιγράφεται από τους εκκλησιαστικούς Πατέρες ως “μὴ τὸ κατ’ εἰκόνα σῷον διατηρῶν”. Όπου σώος, θυμίζω, σημαίνει ακέραιος, ολόκληρος. Και θα μπορούσε –ή θα έπρεπε– να είναι, προπαρασκευαστικά τουλάχιστον, έργο του συγγραφέα να αποδώσει ξανά από τα θραύσματα, την τραυματισμένη ολότητα».
Ειλικρινά πιστεύω πως σε αυτό το απόσπασμα ο Παναγιώτης επιτρέπει στον εαυτό του μια από τις σπάνιες αστοχίες του. Γοητευμένος ο ίδιος από το ελκυστικό επιχείρημά του, αμελεί να υποστηρίξει επαρκώς το σαφές: γιατί η λογοτεχνία να αναλάβει το χρέος της θρησκείας; Η τραυματισμένη ολότητα –θέλω να θυμίσω εδώ πως το ανεπούλωτο της Πτώσης ταυτίζεται με την καταστατική έλλειψη στην οντολογία του υποκειμένου, αυτό που λείπει είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από τις εφήμερες επιθυμίες και αυτό η μεγάλη λογοτεχνία το καταδεικνύει πειστικά– θεραπεύεται από την πίστη και η λογοτεχνία λίγα έχει να προσφέρει σε αυτό. Κανείς δεν πιστεύει διαβάζοντας μεγάλη λογοτεχνία, ούτε θα του προσφερθεί μια απάντηση. Ερωτήματα∙ και άλλα ερωτήματα∙ και αν δεν αρκούν αυτά, ακόμα περισσότερα. Οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης δεν είναι λογοτεχνικοί ήρωες, όπως ο Μίσκιν δεν είναι άγιος. Η τάξη των εκκλησιαστικών κειμένων με την τάξη της λογοτεχνίας είναι πέρα για πέρα διαφορετική.
Επιπλέον, συνηθίζω να παρουσιάζω το νόημα ως μια μαύρη τρύπα. Παρά τη συνηθισμένη αντίληψη περί ενός αδηφάγου κενού, στην πραγματικότητα η μαύρη τρύπα είναι συμπτυγμένη ύλη και πληροφορία η οποία δεν μπορεί αν διαφύγει από ʼκει. Από το απρόσβλητο νόημα διακρίνουμε μόνο τις τροχιές των πραγμάτων που πέφτουν μέσα του, τις επιβραδύνσεις του χρόνου, τις στρεβλώσεις του χώρου και τις επιταχύνσεις των διαδρομών, στην προσπάθεια να ανακαλύψουν λίγο παραπάνω από το περιεχόμενο του καταστατικά αγνώστου και αυτό επιχειρεί η λογοτεχνία. Βέβαια ο πάντα νοήμων και προσεκτικός στους όρους που χρησιμοποιεί Παναγιώτης προσθέτει: «Μια μεταφυσική που δεν ερμηνεύει, και καθώς θεωρεί ως βάθος τη δημιουργική της επιφάνεια, αφήνει το πραγματικό βάθος ανερμήνευτο και ανείπωτο πλέον ως στρατηγική. Έχουμε έτσι μια μεγάλη πινακοθήκη αντικατοπτρισμών, που φοβάμαι όμως πως δεν εικονίζουν το πραγματικό βάθος της ανθρώπινης εικόνας και της Πτώσης της». Εδώ γίνονται λίγο πιο φανερές οι προθέσεις του για τη λογοτεχνία: πρόστυμμα νοήματος και μεταφυσικής. Ωστόσο η μεταφυσική δεν είναι ανάγκη να ανάγεται σε ένα υψηλό σημαίνον, αλλά αρκείται και στις προϋποθέσεις του λόγου και της εμπειρίας. Άλλως ειπωμένο, η λογοτεχνία είναι σίγουρα υπερβατολογική, ερευνά δηλαδή τις προϋποθέσεις της ανθρώπινης εμπειρίας και συνείδησης, αλλά δεν μπορεί αν είναι υπερβατική, δηλαδή να διαβιεί στο ανεξέταστο.
Φοβάμαι λοιπόν πως το επιχείρημα του Παναγιώτη κρύβει έναν μεταφυσικό ελιτισμό. Αν η εξήγηση του κειμένου δεν πείσει τον αναγνώστη, δεν τον μεταμορφώσει, τότε έχει αποτύχει; Η ετεροβαρής κατανομή της ισχύος υπέρ μιας νοηματοδοτούσας λογοτεχνίας αφήνει το άλλο μέρος της σχέσης ελλιποβαρές. Και όμως. Το νόημα συμπαράγεται. Ο αναγνώστης γεμίζει τα κενά στην αφήγηση του Ισμαήλ Φερίκ Πασά, ριγεί με τους Τέσσερις τοίχους του Χατζηγιαννίδη, παλεύει με τη γλώσσα στο Βουνί της Παπαλοϊζου. «Η πλοκή είναι στην πραγματικότητα η εφαρμοσμένη μορφή […] Η ηθική μορφή είναι το ολοκληρωμένο περίγραμμα, το σημασιοδοτημένο σχήμα που διακρίνουμε σε μια πλοκή, το νόημα που αντιλαμβανόμαστε εμείς τη στιγμή που την ολότητα της πλοκής […] Με λίγα λόγια: η πλοκή είναι ανάγνωση, η μορφή είναι κριτική της λογοτεχνίας» (Τ. Γουντ, Πώς δουλεύει η λογοτεχνία, μτφ. Κ. Σπαραθαράκης, Αντίποδες, Αθήνα 2023, σελ. 194-195). Στην πραγματικότητα η σύγχρονη λογοτεχνία αναγνώρισε τη δύναμη του αναγνώστη και τον εμπιστεύτηκε. Οι συγγραφείς δεν καταφεύγουν στην «…παραδοχή του αδιεξόδου, του ανερμήνευτου, που συχνά γίνεται, ένας περίκλειστος οντολογικά, κοινωνικά και ατομικά βιόκοσμος». Αντιθέτως, το επιστρέφει το αδιέξοδο στον αναγνώστη και τον προτρέπει να πράξει κάτι για αυτό.
V.
Εν πάση περιπτώσει, το πρόβλημα έγκειται στην εξής απλή επιλογή: το νόημα προκύπτει εξωλογοτεχνικά ή ενδολογοτεχνικά; Και όταν μιλώ για νόημα, εννοώ το όποιο νόημα; Στα άκρα του διλήμματος φτάνουμε σε μια αχρησία της μυθοπλασίας από τη μία και σε έναν αισθητικό ελιτισμό από την άλλη. Ωστόσο ένα κείμενο-φορέας νοήματος είναι ανοιχτό διαλεκτικά με την ερμηνεία ακριβώς επειδή ο συγγραφέας ανήκει στο ίδιο γένος με τον αναγνώστη. Είναι θνητός και είναι άνθρωπος. Το νόημα του υπερβατικού λόγου όμως ανήκει στα ρήματα μιας μη ανθρώπινης οντότητας, καλής, κακής, ψυχρής, αφηρημένης, αγαθής, οτιδήποτε, δεν έχει σημασία. Ταύτιση υπερβατικού νοήματος και λογοτεχνίας ίσως να μπορούσε να συμβεί σε μη-εκκοσμικευμένες κοινωνίες, από ʼκει και ύστερα όμως η έκπτωση του νοήματος είναι ολοκληρωτική∙ μετράμε σκιές, φοράμε καπέλο για τον ήλιο. Για τον Παναγιώτη Χαχή αυτό είναι προβληματικό, όμως αμελεί τα πλεονεκτήματα της κοπερνίκειας επανάστασης στη λογοτεχνία, γιατί όταν ο καθρέφτης στράφηκε από την ολότητα του υπερβατικού στη μερικότητα του υποκειμένου, εξανάγκασε τον αναγνώστη να σκεφτεί.
Δεν επιθυμώ να τoν αδικήσω. Μου είναι εύκολα αποδεκτή η διαπίστωση μιας χαμηλότερης στάθμης περιεχομένου, μια εξατομικευμένη αυτοναφορική λογοτεχνία που μελετά τα συμπτώματά της και όχι τις αιτίες τους. Ωστόσο η λογοτεχνία πασχίζει να αυξήσει το εύρος της εμπειρίας και του νοήματος παραχαράσσοντας τον εαυτό της. Από τον Βαλτινό μέχρι τον Άγη Πετάλα και τη φοβερή του Κυμύλη, από τον Κρητιώτη μέχρι την υβριδικότητα της Χανδρινού, οι Έλληνες λογοτέχνες δεν εφησυχάζουν και δίνουν τη δίκαιη μάχη, άλλοτε με πύρρειες νίκες, άλλοτε με διδακτικές ήττες.
Δεν θέλω να μακρηγορήσω άλλο. Θα χαρώ πολύ να συνεχιστεί ο διάλογος. Και θα αρκεστώ ο Παναγιώτης να ονομάσει το έργο και να εξηγήσει ευσύνοπτα τους λόγους για τους οποίους ο εν λόγω τίτλος πληροί τα κριτήρια της μεγάλης λογοτεχνίας του νοήματος. Τίποτα δεν θα με κάνει πιο χαρούμενο από το να με πείσει.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Harry Gruyaert. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]







