frear

Η βουλιμία της ομορφιάς – της Σωτηρίας Τριανταφύλλου

Κανείς δεν μπορεί να τα βάλει με την ομορφιά. Θα σε βρει. Θα σε καταβροχθίσει. Και θα σε αφήσει πεινασμένο.

Στέκεται μπροστά στον πίνακα είκοσι λεπτά. Μία ώρα. Δεν μετράει πια. Το μουσείο κλείνει σε λίγο, οι φύλακες κοιτάζουν με υπομονή που σιγά-σιγά μετατρέπεται σε ενόχληση, αλλά τα πόδια της έχουν ριζώσει στο μάρμαρο. Δεν πεινάει για φαγητό. Ξέχασε το μεσημεριανό. Πεινάει για αυτό — το πορτοκαλί που σπάει στο γαλάζιο, τον τρόπο που το φως πέφτει σαν να έχει βάρος, σαν να πονάει, σαν να φοβάται τη γη. Θέλει να το φάει ολόκληρο. Να το καταπιεί. Να το κρατήσει μέσα της μέχρι να γίνει δικό της, μέχρι να μπορεί να το ξανακαλέσει όποτε θέλει — στο λεωφορείο, στη δουλειά, στο σκοτάδι πριν κοιμηθεί.

Αλλά η ομορφιά δεν κατοικεί. Περνάει. Αγγίζει και φεύγει. Και όσο προσπαθείς να την κρατήσεις, τόσο πιο γρήγορα διαλύεται.

Θυμάται χθες: το δέντρο με τα κόκκινα φύλλα στη γωνία του δρόμου, ακριβώς έξω από το φαρμακείο. Σταμάτησε, κοίταξε, σχεδόν έκλαψε από την ένταση του κόκκινου αυτού — ένα κόκκινο που δεν ανήκει στην πόλη, που δεν χωράει μέσα στα γκρίζα κτίρια και στα βιαστικά βήματα. Έβγαλε φωτογραφία. Μετά άλλη μία. Κι άλλη. Σαν να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει.

Κι όμως σήμερα πέρασε από το ίδιο σημείο και δεν το είδε καν. Τα μάτια της γλίστρησαν πάνω του σαν πάνω σε κάτι οικείο, κάτι νεκρό. Η όρεξη είχε κορεστεί. Η ομορφιά είχε γίνει τοπίο, έπιπλο, λαμπατέρ, συνήθεια.

Αυτή είναι η βουλιμία: να τρως και να μη χορταίνεις ποτέ. Να καταβροχθίζεις ηλιοβασιλέματα, στίχους, πρόσωπα, μουσική — και δέκα λεπτά μετά να πεινάς πάλι. Να ψάχνεις την επόμενη δόση ομορφιάς με την απελπισία του εθισμένου που ξέρει ότι η ανακούφιση διαρκεί όλο και λιγότερο.

Κάποτε νόμιζε ότι αν δει αρκετά, αν διαβάσει αρκετά, αν ακούσει αρκετά, θα γεμίσει. Ότι η ομορφιά συσσωρεύεται μέσα σου σαν θησαυρός, σαν τραπεζικός λογαριασμός που μεγαλώνει με κάθε κατάθεση. Ότι μια μέρα θα ξυπνήσει πλούσια από ομορφιά, ικανοποιημένη, γεμάτη.

Δεν ήταν η μόνη που το νόμισε αυτό. Ο Κεμάλ, ο ήρωας του Παμούκ στο Μουσείο της Αθωότητας, αντί να πενθεί την αγαπημένη του, άρχισε να μαζεύει τα πράγματά της. Γόπες. Κουτάλια. Εισιτήρια. Τα έβαλε πίσω από γυαλί, τα τακτοποίησε με σειρά — σαν να νόμιζε ότι αν μαζέψει αρκετά κομμάτια, θα ξαναφτιάξει το ολόκληρο. Ότι η ομορφιά — ή ο έρωτας, που στον Παμούκ είναι το ίδιο πράγμα — επιβιώνει στα αντικείμενα που την άγγιξαν. Και ο Παμούκ το πίστεψε τόσο πολύ που δεν έμεινε στη μεταφορά: έφτιαξε το μουσείο στην πραγματικότητα. Ένα κτίριο τεσσάρων ορόφων στην Κωνσταντινούπολη, με 83 βιτρίνες — όσες και τα κεφάλαια του βιβλίου. Τα χρήματα του Νόμπελ πήγαν εκεί.

Μάταιο. Η ομορφιά δεν αποθηκεύεται. Καίγεται. Καταναλώνεται την ίδια στιγμή που την αγγίζεις. Και η τρύπα που αφήνει πίσω της μεγαλώνει.

Στο σπίτι έχει ράφια γεμάτα βιβλία που διάβασε μια φορά και δεν θα ξαναδιαβάσει ποτέ. Λίστες αναπαραγωγής με τραγούδια που της άλλαξαν τη ζωή για τρία λεπτά και είκοσι δευτερόλεπτα. Φωτογραφίες από μέρη που πήγε και δεν θυμάται πια πώς ήταν να στέκεσαι εκεί, να αναπνέεις εκείνον τον αέρα.

Φέτος το Netflix το μετέτρεψε σε σειρά. Ο Παμούκ αρνήθηκε αρχικά — πολέμησε να κρατήσει το έργο του μακριά από χέρια που δεν το καταλάβαιναν — και τελικά το παρέδωσε μόνο όταν εξασφάλισε να γράφει ο ίδιος κάθε σελίδα σεναρίου. Το αποτέλεσμα είναι σπάνιο: μια μεταφορά που δεν κατεβάζει το βιβλίο στο επίπεδο της οθόνης, αλλά ανεβάζει την οθόνη στο επίπεδο του βιβλίου. Η νοσταλγία του Παμούκ, επιτέλους, γίνεται ορατή.

Νομίζει ότι συλλέγει ομορφιά. Στην πραγματικότητα συλλέγει αποδείξεις ότι κάποτε πείνασε και έφαγε κάτι που τότε της φάνηκε θεϊκό. Αποδείξεις ότι ήταν ζωντανή. Ότι άγγιξε κάτι που δεν χωρούσε μέσα της — και για μια στιγμή, το χωρούσε.

Αλλά το μουσείο δεν συγκρατεί τον χρόνο. Μόνο την απόσταση από αυτόν.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Su-Jeong Nam. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη