frear

«Πόθεν έσχες» και quo vadis; – του Γιώργου Καρτάκη

Πριν από εβδομάδες δημοσιεύθηκε, όπως γίνεται κάθε χρόνο, το ετήσιο «πόθεν έσχες» των πολιτικών παραγόντων της χώρας. Ειλικρινά, δυσκολεύομαι να κατανοήσω ποιος είναι ο πραγματικός σκοπός αυτής της διαδικασίας και τι τελικά εξυπηρετεί. Πρόκειται, άραγε, για μια έμπρακτη απόδειξη διαφάνειας, όπως προβάλλεται; Για μια συμβολική επίδειξη εντιμότητας και θάρρους εκ μέρους των πολιτικών προσώπων, τα οποία θέλουν έτσι να δηλώσουν ότι δεν έχουν τίποτα να κρύψουν και ότι όσα κατέχουν έχουν αποκτηθεί νομίμως; Ή μήπως, τελικά, πρόκειται μόνο για την επαναλαμβανόμενη επιβεβαίωση μιας πικρής αλήθειας –της υποκρισίας και του εμπαιγμού που ως επί το πλείστον συνοδεύουν τον δημόσιο βίο στην Ελλάδα;

Δεν θα ασχοληθώ, τουλάχιστον προς το παρόν, με την αναφορά στα περιουσιακά στοιχεία μιας σημαντικής μερίδας εκπροσώπων της πολιτικής –στοιχεία που προκαλούν ζάλη και απορία στον απλό πολίτη, εκείνον που μοχθεί καθημερινά για την επιβίωση του. Γιατί δεν χρειάζονται ούτε σύνθετοι υπολογισμοί ούτε εξειδικευμένες οικονομικές γνώσεις, για να αντιληφθεί κανείς ότι ο υπέρμετρος πλούτος δύσκολα αποκτάται αποκλειστικά με νόμιμα μέσα και απόλυτη εντιμότητα, με μόνη κινητήρια δύναμη την προσωπική εργασία και χωρίς την εκμετάλλευση ασθενέστερων.

Ας επιστρέψω, ωστόσο, στην αρχική αφορμή –τη δημοσίευση του «πόθεν έσχες». Μόλις την επόμενη κιόλας ημέρα από την κοινοποίησή του, ξεκίνησε το γνώριμο σόου, το ξεκατίνιασμα της αλληλοϋπονόμευσης από τους μεταξύ τους συναδέλφους στο Κοινοβούλιο: υπονοούμενα, κατηγορίες, αμφισβητήσεις για τη νομιμότητα απόκτησης περιουσιακών τίτλων, απειλές, εξώδικα και μηνύσεις. Έχουμε, βέβαια, αποκτήσει ανοσία στο συγκεκριμένο φαινόμενο σε μια χώρα, όπου οι πολιτικοί δεν διστάζουν να αλληλοϋβρίζονται δημόσια, να σέρνονται μεταξύ τους στα δικαστήρια, να ανταλλάσσουν ειρωνείες και ατάκες πεζοδρομιακού επιπέδου και, στην οποία χώρα όλα, τελικά, έχουν εσαεί ως κατάληξη τη λήθη. «Φύλλο δεν κουνιέται», «κεφάλι δεν πέφτει», όλοι δίνουν εντέλει τα χέρια κάτω από το τραπέζι. Μα, ακόμα και αν τύχει και πέσει κάποιο κεφάλι, αυτό γίνεται μόνο προσωρινά, για τα μάτια του κόσμου: μια δήθεν διαγραφή, μια υποκριτική επίπληξη και μόλις τα πνεύματα και η οργή καταλαγιάσουν, ο «αντάρτης» επιστρέφει θριαμβευτικά –συχνά πιο αλαζονικός από πριν–στον κομματικό ή κυβερνητικό του θώκο.

Ποιοι είναι, λοιπόν, οι πολιτικοί μας, τι είναι αυτό που νομιμοποιεί τη σημερινή, αλλοπρόσαλλη εικόνα τους και γεννά τόση καχυποψία και απαξίωση απέναντι στα πρόσωπα και τις προθέσεις τους; Αναπόφευκτα, ως άνθρωπος μιας κάποιας ηλικίας πια, ανατρέχω νοερά, καθώς ενημερώνομαι καθημερινά για τα ό,τι συμβαίνει, σε όσα διδάχθηκα στα σχολικά μου χρόνια: στο αφήγημα, δηλαδή, εκείνο, με το οποίο μας πιπίλιζαν τα αυτιά για την πολιτική ζωή και το ήθος των πολιτικών αρχόντων στην αρχαιότητα.

Όχι και τόσο παλιά, λοιπόν, στα χρόνια της λεγόμενης «εθνικής αφύπνισης» της δικτατορίας, διδαχθήκαμε ότι το αρχαίο ελληνικό πνεύμα γέννησε μόνο ήρωες, σοφούς και πολιτικούς που κυβερνούσαν με αρετή και ανιδιοτέλεια. Στα σχολικά βιβλία της Ιστορίας, ο άρχοντας της αρχαιότητας παρουσιαζόταν περίπου ως ημίθεος: ρωμαλέος, αλλά και αγνός, άφθαρτος, υπεράνω χρημάτων, πρόθυμος να θυσιαστεί για το κοινό καλό, ενώ ο λαός τον παρακολουθούσε με θαυμασμό και δέος.

Αυτή η ιδεαλιστική εικόνα φαίνεται πως άντεξε στο πέρασμα του χρόνου και, μπορεί να αλλάξαμε πολιτεύματα, κυβερνήσεις ή ακόμα και συντάγματα, το αφήγημα όμως παρέμεινε ίδιο. Μόνο που η πραγματικότητα, όπως συνήθως συμβαίνει, χαμογελά ειρωνικά μπροστά σε αυτόν τον ρομαντισμό και τα αρχαία κείμενα, τα οποία ξεκάθαρα αναφέρονται στην ισονομία μεταξύ αρχόντων και πολιτών. Τα αρχαία χρόνια, ο πολιτικός ήταν το πρόσωπο που αναλάμβανε το βάρος της διακυβέρνησης και την ευθύνη απέναντι στο κοινό συμφέρον του Δήμου. Στην Αθηναϊκή Δημοκρατία η πολιτική εθεωρείτο πράξη ευθύνης και ύψιστη μορφή πατριωτισμού –αντίληψη που έχει αντίκτυπο μέχρι σήμερα στη λαϊκή συνείδηση. Η έννοια της λογοδοσίας ήταν αυτονόητη: κάθε αξιωματούχος λογοδοτούσε στο τέλος της θητείας του, ενώ η κατάχρηση εξουσίας εθεωρείτο ύβρις προς την ίδια την πόλη. Κάτι ανάλογο ίσχυε και στη Σπάρτη, αν και η πολιτειακή της οργάνωση δεν ήταν δημοκρατική με την αθηναϊκή έννοια.

Και περνάμε στη σύγχρονη εποχή, όπου το αξίωμα του πολιτικού φαίνεται να έχει εκδυθεί του ηθικού του βάρους. Τα πολιτικά αξιώματα καταλαμβάνονται συχνά από άτομα άνευ ουσιαστικής παιδείας, καλλιέργειας ή κοινωνικής ευαισθησίας. Πρόσωπα άσχετα με τη βασική ιδέα της πολιτικής, απόγονοι πολιτικών, προβεβλημένα μέσα από τα ΜΜΕ, το θέαμα ή τον αθλητισμό, προσεταιρίζονται από τα κόμματα για να προσελκύσουν ψήφους. Η επιλογή των υποψηφίων δεν γίνεται πλέον με κριτήριο την ικανότητα ή το ήθος, αλλά την καταγωγή και τη δημοφιλία. Δεν είναι λίγοι οι τέτοιας προέλευσης αντιπρόσωποι στα έδρανα όλων των κομμάτων στο ελληνικό Κοινοβούλιο, όπως ούτε λίγες φορές επίσης θα ακούσουμε σε χαλαρές παρεΐστικες κουβέντες πως, «έτσι κι αλλιώς, δεν αποφασίζουν αυτοί, αλλά ένα τσούρμο αδρά αμειβόμενων συμβούλων» κα, πως αυτοί απλά αποτελούν μια «μόστρα».

Έτσι, ωστόσο, η πολιτική μετασχηματίζεται σε ένα παλκοσένικο εντυπώσεων, όπου η ουσία υποχωρεί μπροστά στο επικοινωνιακό θέαμα. Και, ενώ στην αρχαιότητα ο πατριωτισμός ταυτιζόταν με τη θυσία και την έμπρακτη αγάπη προς την πατρίδα, στις ημέρες μας έχει σχεδόν εκφυλιστεί. Συχνά η επίκλησή του, μάλιστα, αποτελεί ένα εύκολο και εύστοχο ρητορικό όπλο, ένα σύνθημα που στοχεύει στο συγκινησιακό της μάζας, όχι ένα χρέος που δεσμεύει. Σπανίζουν πλέον οι πολιτικοί που αποδεικνύουν με πράξεις ότι προτάσσουν το εθνικό συμφέρον έναντι του κομματικού ή του προσωπικού.

Και ας περάσουμε σε ό,τι ψιθυρίζεται στους διαδρόμους και περίτρανα αποδεικνύεται από τα «Πόθεν έσχες»: Η πολιτική έχει μετατραπεί σε ένα πεδίο οικονομικής αποκατάστασης και επίδειξης – γκλαμουριάς, όπως λέγεται στις ημέρες μας. Με πρόσχημα ότι οι πολιτικοί «προσφέρουν στην πατρίδα» και άρα δικαιούνται υψηλές αποδοχές και προνόμια, έχει εδραιωθεί ένα σύστημα αυτοεξυπηρέτησης και αλληλοπροστασίας. Το «φτιάξιμο» –η οικονομική εξασφάλιση μέσω θέσεων, προνομιακών συντάξεων ή μετακινήσεων σε δημόσιες θέσεις– έχει διαβρώσει το περιεχόμενο του αξιώματος, μετατρέποντάς το από πράξη προσφοράς σε μέσο κοινωνικής και οικονομικής ανόδου. Ο πολιτικός και οι συν αυτώ, αντί να αποτελούν υπόδειγμα λιτότητας και υπευθυνότητας, εμφανίζονται συχνά ως προνομιούχοι εκφραστές ενός συστήματος, το οποίο εξυπηρετεί κυρίως τον εαυτό του.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ανθεί το φαινόμενο του πελατειακού κράτους, το οποίο αποτελεί και τη βαθύτερη παθογένεια της ελληνικής πολιτικής ζωής. Οι κομματικοί μηχανισμοί λειτουργούν στη βάση της ανταπόδοσης: «Εγώ σε διορίζω, διευθετώ μια υπόθεσή σου έναντι του δημοσίου, σου σβήνω ένα πρόστιμο, εξασφαλίζω στο παιδί σου μια θέση εργασίας, εσύ με ψηφίζεις». Κατ’ αυτόν τον τρόπο το δημόσιο συμφέρον θυσιάζεται στον βωμό της κομματικής επιβίωσης. Οι πολιτικοί «φτιάχνουν» τους δικούς τους –συγγενείς, φίλους, υποστηρικτές– με διορισμούς, επιχορηγήσεις, εξυπηρετήσεις. Έτσι, όμως, το κράτος παύει να αποτελεί κοινό αγαθό και μετατρέπεται σε καρέκλα εξουσίας. Η αξιοκρατία μπαίνει στην άκρη και τη θέση της παίρνει η διαπλοκή, η αναξιοπιστία και η αίσθηση ότι τίποτα δεν αλλάζει.

Στη μεταπολιτευτική –και όχι μόνο– Ελλάδα, τα σκάνδαλα διαδέχονται το ένα το άλλο: καταχρήσεις, χρηματισμοί και μίζες (παραβάσεις, οι οποίες τελικά ποτέ δεν αποδεικνύονται), διασπάθιση δημόσιου και –πρόσφατα– κοινοτικού χρήματος και το «καμάρι» του δημοκρατικού μας πολιτεύματος, το άρθρο 86 του Συντάγματος, το οποίο εισάγει ειδική και προνομιακή μεταχείριση των πολιτικών προσώπων. Η απάντηση της κυβέρνησης στην πρόσφατη ανακίνηση του ζητήματος της κατάργησής του, ήταν ότι θα αποφασιστεί στο μέλλον. Επιτρέψτε μου την έκφραση, ότι το μέλλον αυτό, θα έπρεπε να είναι ήδη χθες!

Ως αποτέλεσμα, η ατιμωρησία έχει ριζώσει βαθιά στη συνείδηση των πολιτών, γεννώντας κυνισμό, απαξίωση και δυσπιστία απέναντι σε κάθε θεσμό. Το αξίωμα του πολιτικού έχει μετατραπεί σε ένα πεδίο συναλλαγών και προνομίων. Ο πατριωτισμός, ωστόσο, δεν μετριέται με μισθούς και επιδόματα, αλλά –ως ενεργή στάση ευθύνης που θα όφειλε να είναι– με ανιδιοτέλεια, διαφάνεια και υπευθυνότητα. Η κοινωνία έχει ανάγκη από πολιτικούς με παιδεία, ήθος και όραμα: ανθρώπους που αντιλαμβάνονται την εξουσία ως υπηρεσία και όχι ως εξουσίαση –όχι ως «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ, ρε;»

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Filipe Salgado. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έκτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη