frear

Δύο κείμενα προετοιμασίας για την επικείμενη έκθεση ζωγραφικής του Αχιλλέα Παπακώστα – γράφουν οι Ν. Σινιόσογλου, Δ. Αλιμπέρτης

Νικήτας Σινιόσογλου
Τι βλέπει η Γκριζού
ή
Σημειώσεις για τη ζωγραφική του Αχιλλέα Παπακώστα

Το εργαστήριο του Αχιλλέα Παπακώστα βλέπει σ’ ένα κηπάκι με δυο λεμονιές.

Αυτό το κηπάκι είναι αθέατο από την άσφαλτο. Και ένας τραχύς μαντρότοιχος το χωρίζει από τη γειτονική, αστραφτερή πολυκατοικία.

Ενδιαμέσως εργαστηρίου και κήπου ζει η Γκριζού.

Τη βλέπεις να σκαρφαλώνει στις λεμονιές κυνηγώντας ερεθίσματα ακατανόητα για τους ανθρώπους· τη βλέπεις και μέσα στο εργαστήριο που ελίσσεται ανάμεσα στα καβαλέτα και τα τελάρα. Είναι φιλική, ομιλητική και γκρινιάρα. Όταν ηρεμεί, μαζεύεται εντός της. Τότε είναι που αναρωτιέμαι ― τι βλέπει η Γκριζού κοιτώντας τα έργα του Αχιλλέα Παπακώστα;

Ερώτημα, ανόητο! Η Γκριζού αγνοεί πως ο κόσμος της περιστρέφεται γύρω από έργα ζωγραφικά· ούτε που διαχωρίζει το εργαστήριο από το κηπάκι της. Κι όμως, το βλέμμα της αποπνέει μια καθαρότητα αξιοζήλευτη. Πώς βλέπει τόσο απλά;

Στα έργα του Παπακώστα γύρω μου αδυνατώ να ονοματίσω με βεβαιότητα τι απεικονίζεται: ίσως μια δεσμίδα χωμάτινης βροχής, ένα γεωργικό εργαλείο, ένα ρούχο, μια καμινάδα, μια σωρολιθιά· ένα ανδρείκελο, που θα μπορούσε να ’ναι ο άνθρωπος πριν ή μετά την καταιγίδα… μορφές διακριτές και μαζί ακαθόριστες. Λίγο λίγο αποσπώνται από χρωματιστές ισιάδες· όπως, ίσως, αργά και προοδευτικά το κοχύλι αποχωρίζεται τη σάρκα του πλάσματος που το κατεργάζεται. Σκέφτομαι το κοχύλι, επειδή είναι πράγμα ασαφές κι όμως σκανδαλωδώς ξεκάθαρο.

Έτσι, παράδοξες, κι οι γραμμές στα έργα του Παπακώστα, γραμμές που δεν είναι γραμμικές. Απ’ τη μια υπηρετούν την οξεία μετωπικότητα των μορφών· διατηρούν, ωστόσο, μια αισθαντικότητα και αδρότητα που στερείται η καθαρή γραμμή. Έχουν την πορώδη ποιότητα του κεραμικού και διασώζουν την υλικότητα του λαδιού· ευθείες κρασπεδωμένες, θυμίζουν την ανάγλυφη ποιότητα της ξερολιθιάς, τη θερμή τραχύτητα της σχιστολιθικής πλάκας, άλλοτε υποβάλλουν το καταλάγιασμα που ’χουν οι κροκάλες σε χείμαρρο, ένα βάρος ιδανικό.

Σε όλα τα έργα του Παπακώστα, η αφαίρεση είναι μεν οριακή, αλλά ποτέ απόλυτη: ανεπαίσθητα παύεται σ’ ένα κρίσιμο σημείο. Βήμα κάνεις περαιτέρω και φτάνεις στην πλήρη εξάχνωση του θέματος· βήμα λιγότερο, κι έχεις τον φόρτο μιας περιττής αναπαραστατικής πληροφορίας. Τέτοια ισορροπία μεταξύ αναπαράστασης και αφαίρεσης συνιστά ένα non plus ultra, σημείο έσχατο, όπου διασώζεται μεν το αποτύπωμα της υλικότητας, αλλά δίχως το βάρος της ύλης. Το διακύβευμα του Παπακώστα μοιάζει να ’ναι το εξής: μπορείς να φτάσεις στο ζενίθ του φωτός χωρίς ν’ αφανιστεί εντελώς η υλικότητα;

Αυτή η λεπτή ισορροπία ― καθώς πατάς με την όραση ανάλαφρα πάνω στα πράγματα ― προσδίδει στα έργα του Παπακώστα αβρότητα, ηπιότητα, προσήνεια. Θα ’λεγες πως κάτι απλώς εμφαίνεται χωρίς την πίεση να αποτυπώνεται. Τέτοια ζωγραφική ερεθίζει μια λησμονημένη αισιοδοξία, πως μπορείς, επιτόπου, να τραβήξεις φως απ’ ό,τι φωτίζεται μέσα σ’ έναν πίνακα και μαζί απ’ ό,τι εκείνος ο πίνακας φωτίζει γύρω του.

Ό,τι ισχύει για τις μορφές και τις γραμμές ― ισχύει για τη φωτεινότητα. Τα έργα του Παπακώστα είναι φωτεινά, οπωσδήποτε· κι όμως, σε μεταφέρουν σ’ έναν γνόφο, σ’ ένα είδος σκοτεινιάς, η οποία παραδόξως ενεργοποιεί την όραση περαιτέρω, ενώ εκ πρώτης την απομειώνει.

Έτσι, λένε, βλέπουν τα αιλουροειδή…

Σημειωτέον, πως γνόφος δεν θα πει σκοτάδι· στα έργα του Παπακώστα, ιδίως, γίνεσαι μάρτυρας μιας συσκότισης από το υπερβάλλον φως ― όπως παθαίνεις με τον ήλιο του αυγουστιάτικου καταμεσήμερου, όταν οι όγκοι του τοπίου καίγονται από το φως, ώστε αποκτούν την ποιότητα ενός ολόφωτου, αποκαλυπτικού ίσκιου. Σκέφτομαι κάτι μεσημέρια στις Κυκλάδες που ’ναι σαν μεσάνυχτα… Συμφύρονται τα περιγράμματα σ’ ένα κατάφωτο σταμάτημα, λες κι επίκειται η έλευση μιας αλήθειας που μόλις και διακρίνεται.

Άλλωστε, πουθενά στα έργα γύρω δεν βλέπεις μαύρα, ούτε λευκά ― ακόμη και τα σκούρα σπανίζουν. Τα άκρα απουσιάζουν στη ζωγραφική του Παπακώστα. Επιλογή συνειδητή, η οποία ενισχύει την κατευναστική και παραμυθητική ποιότητα της ζωγραφικής του. Το χρώμα ―κι είναι το χρώμα, εδώ, που οδηγεί τη σύνθεση― γίνεται τρόπος της εποπτείας, ενώ οι μορφές φαινομενικά συγχέονται.

Αφαίρεσε τα πάντα!, έλεγε ο Πλωτίνος. Που είναι, καταπώς συμπέρανε ένας σχολιαστής του, σαν να έλεγε: Αγκάλιαζε τα πάντα. Πώς έτσι; Επειδή, τη στιγμή που παραιτείσαι από το αντικείμενο, τότε ακριβώς σώζεις το ίχνος του αντικειμένου. Από την άποψη αυτή, τα έργα του Παπακώστα εδράζονται σε μια κρίσιμη φύρα: πράγματα χάνονται στο φως· όμως, όσο χάνεις την πληροφορία, τόσο αντανακλάται στη συνείδησή σου η ελάχιστη και αναγκαία φόρμα, επιτέλους, η οποία έμοιαζε ασυντόνιστη μαζί σου, τότε που ίδρωνες να τη γραπώσεις…

Είναι ανάλογο, όλο αυτό, και με το σάστισμα μπρος στο ήπιο φως του σούρουπου ― όταν το φως λιγοστεύει, όμως αυτή η απομείωση επιτρέπει τη νέα ρύθμιση της όρασης, ώστε βλέπεις καθαρότερα εντέλει, εάν είναι ποτέ δυνατόν να υποστηριχθεί μια τέτοια παραδοξότητα, δηλαδή ότι μες στο σύθαμπο της αμφισημίας ανασύρεται μια χαμένη διαφάνεια.

Εσχάτως μοιάζω με σπασμένο καθρέφτη· γι’ αυτό, πιθανολογώ, κι η ανάγκη να ρωτώ την Γκριζού αν τα βλέπω σωστά τα πράγματα, τι λες κι εσύ, Γκριζού, τι βλέπεις εσύ, πού πατάς εσύ;

Αν η Γκριζού είχε μιλιά ανθρώπινη, μπορεί και να μου ’λεγε ―με μια ανάσα― πως, όταν αποβάλλεις όγκο, σκιές, διαστάσεις, ύλη, λεπτομέρεια, βάθος, προοπτική, τότε εμβαθύνεις στο πρόπλασμα των πραγμάτων, στην ίδια την επιφάνεια (με την αρχαία σημασία της φανέρωσης: αυτού που επι-φαίνεται). Στην αρχή, αυτή η επιφάνεια μοιάζει με τις ακτές μιας χώρας δισδιάστατης· ώσπου, καθώς περιηγείσαι, ανακαλύπτεις στην συμμέλεια μεταξύ των επιφανειών (εδώ με τη σημασία του εκτατού επιπέδου) μορφές ασκίαστες από κάθε πολλαπλότητα και περιπλοκή, λες και πρόκειται για μορφές που αποκαλύπτονται μόνον τότε, όταν παύουν να ’ναι αμέσως αναγνωρίσιμες.

Τέτοιες απόψεις, βέβαια, βολεύουν τις γάτες! Οι άτιμες, βλέπουν καλά στο σύθαμπο!
Έπειτα, οι γάτες αφουγκράζονται με την περιφερειακή τους όραση ως και την πιο λεπτή κίνηση.

Ενώ εμείς;

Πασχίζουμε κι εμείς, ίσως, απ’ το ένστικτο που μας έχει απομείνει, ν’ αντιληφθούμε τον σκελετό των πραγμάτων, εύπλαστο και πορώδη, κι όχι μόνον τις κρυσταλλώσεις εδώ ή εκεί, μορφές απολιθωμένες…

Άλλωστε, στον γνόφο μέσα βλέπουν και οι φυλακισμένοι. Όταν μένεις επί μακρόν στο μισοσκόταδο, τότε αυξάνει ο όγκος του φωτός που συλλαμβάνεις, οπότε βλέπεις πράγματα που οπωσδήποτε χάνουν οι άνθρωποι της φωταψίας…

Σκέφτομαι, τώρα, ότι ο κόσμος εκεί έξω, δύο βήματα από το ημιυπόγειο εργαστήριο, ακολουθεί κατά κανόνα την αντίθετη πορεία: κερδίζουν έδαφος η υπερ-ορατότητα και η υπερ-διαφάνεια, ο πολλαπλασιασμός κι ο εθισμός στην ταχύτητα, μια διογκούμενη, ολοένα πιο επαυξημένη και τεχνητή πραγματικότητα. Ο βυθός των πραγμάτων θάβεται σε μια επιφανειακή τύρβη βραχύβιας πληροφορίας· έλα όμως, που όσο πολλαπλασιάζονται τα ερεθίσματα, τόσο αμβλύνεται η έντασή τους.

Μας εντυπώνεται πια τίποτα;

Τόση η παραγωγή εικόνων ― η δημιουργία περιεχομένου, κυριολεκτικά ― ώστε γινόμαστε εικονοκλάστες από την ανάποδη, όπως είπε ένας προβοκάτορας φιλόσοφος, στον βαθμό που κατασκευάζουμε ορυμαγδούς εικόνων, όπου δεν υπάρχει τίποτα να δεις, διότι πρόκειται για εικόνες που ούτε έρχονται από κάπου, ούτε οδηγούν πουθενά. Τέτοιος πληθωρισμός εικόνων μαρτυρεί την απουσία μιας συνεκτικής γλώσσας και την απουσία μιας διάρκειας και μιας καταγωγής. Πιο πολύ έχουμε να κάνουμε με σημειουργία αυτοματική, άσχημα ρευστή σαν αδιατάρακτη εφηβεία, εικονιστική αλλά όχι πραγματική, μακριά απ’ αυτό που λέμε: βίος, έργα.

Η Γκριζού! Με κομψές, ταχύτατες κινήσεις πέρασε από τον ήλιο του κήπου στους ίσκιους του εργαστηρίου. Μου θύμισε κάτι που λένε κάποιοι φιλόσοφοι, πως η ψυχή μας στέκει σε μια ενδιάμεση κατάσταση της ύπαρξης ― ένας από δαύτους, μάλιστα, είπε την ψυχή αμφίβια, επειδή: από τη μια μετέχουμε στον κόσμο των εφήμερων αλλαγών· από την άλλη, όμως, μπορούμε να κατευθύνουμε την απλότητα του βλέμματος προς μια υψηλότερη και πιο πραγματική εκδοχή των όντων· εκεί, μια στιγμή ας παραμείνεις, κι είναι κέρδος, ήδη. Δίχως τέτοια μεταστροφή της ματιάς, η καθημερινότητα κι όλα γύρω μοιάζουν αναπόδραστα με τους δακτύλιους που διαλύονται στο νερό μιας πολύ τεχνητής λίμνης…

Σε πολλούς πίνακες του Παπακώστα συναντώ μια μοναχική, στοχαστική μορφή. Είναι ένας οδοιπόρος με ραβδί, μήπως ένας αναζητητής της αλήθειας; Έχει, ίσως, μόλις ανέβει μια κορυφή.

Αυτή η μορφή είναι πάντοτε σκυφτή. Επιθεωρεί κομμάτια γης που μοιάζουν άδεια και μαζί γεμάτα, όπως η γη του καλλιεργητή μετά τον μόχθο της ημέρας. Αλλά, η κυρτή στάση του σώματος δεν δηλώνει εξάντληση. Με παραπέμπει στην συγκέντρωση της γάτας πριν το παιχνίδι, ή μετά το παιχνίδι, ένα είδος ετοιμότητας, που τόσο μοιάζει και με αφηρημάδα.

Από έργο σε έργο, αυτός ο οδοιπόρος μοιάζει ν’ ανεβαίνει το ίδιο βουνό ακολουθώντας, κάθε φορά, διαφορετικά μονοπάτια. Θα του ταίριαζαν απόψεις, όπως: η αλήθεια, εάν υπάρχει, εκφράζεται πολλαχώς, αλλά παραμένει μία.

Σκέφτομαι, λοιπόν, μπροστά στη μορφή αυτή, πως η ζωγραφική του Παπακώστα, η οποία εκ πρώτης καταργεί το θέμα της, ή μάλλον τείνει να το καταργήσει, μετατοπίζεται, ωστόσο, σε μια ενδοχώρα πνευματική και συνομιλεί, ίσως, με μια μακρά παράδοση κι όχι με τη συγκυρία.

Αλλά, παράδοση θα πει, τι;

Ένας φιλόσοφος-οδοιπόρος που εκτιμώ πολύ είχε πει, ότι παράδοση είναι η ανάκτηση της χαμένης ισορροπίας. Η παράδοση είναι μια αντισταθμιστική μέθοδος για κάτι που χάσαμε ή λησμονήθηκε καθοδόν (Μάρκος Πάλλης).

Από την άποψη αυτή, λίγο μετρά το φως καθεαυτό, που ’ναι άπιαστο ― ούτε καν το καθρέφτισμα του φωτός, που ’ναι μηχανική υπόθεση· πιο πολύ μετρά η εσωτερική αντανάκλαση, που μοιραία φέρει και μια απόκρυψη μαζί της: η αντανάκλαση που είναι και μια φύρα, όπως κάθε μεσολάβηση του κατόπτρου και του εργαλείου, του πινέλου και της γραφίδας…

Τώρα, με πιάνω να συνομιλώ με τη μυστήρια μορφή του οδοιπόρου στους πίνακες του Παπακώστα: από πού έρχεσαι εσύ, απόκαμες ή μαζεύεις δυνάμεις; Μεταφέρεις κάποιο μήνυμα, ή παραιτήθηκες από κάθε μήνυμα;

Υπάρχει τέτοια μακρά παράδοση συνομιλίας των ανθρώπων με τις μορφές στα ζωγραφικά έργα. Μη φανταστείτε καμιά μεταφορική συνομιλία της τεχνοκριτικής.

Εννοώ την απολύτως κυριολεκτική συνομιλία με τους πίνακες: όταν, μπροστά σε μια εικόνα, ρωτάς πράγματα και απευθύνεις τον λόγο στις μορφές του έργου, ή στο ίδιο το έργο, παράδοση που πάει πίσω στις Εικόνες του Λουκιανού και του Φιλόστρατου του Πρεσβύτερου (ολόκληρο λογοτεχνικό υποείδος, ανενεργό εδώ και αιώνες· άραγε, γιατί;).

Τόση ώρα που τα λέω με τον οδοιπόρο, η Γκριζού μας κοιτά με μάτια μισόκλειστα.

Ο γνωστός πειρασμός ― να στραφώ σε μια όραση μάλλον εσωτερική, λες και δεν υφίσταται στ’ αλήθεια η άλλη, η φυσική, ή σαν να ’ναι εξαντλημένη, μήπως ανέκαθεν υποδεέστερη και παραπλανητική; Τα έργα του Παπακώστα, πάλι, μου δημιουργούν την επιθυμία ν’ ακολουθήσω την αντίθετη διαδρομή: ν’ απεγκλωβίσω τη ματιά από τη νόηση.

Μερικές φορές, απλώς νιώθεις την ανάγκη να δεις με τα μάτια ό,τι αδυνατείς να δεις με τον νου σου.

Τα γράφω αυτά για να πω, ότι σε μια εποχή που η κραυγαλέα πολιτικοποίηση υπηρετεί την αυτοπροβολή, λες και ο άνθρωπος που ζωγραφίζει ή γράφει οφείλει να μας επιδεικνύει τις ορθές απόψεις σαν διαπιστευτήρια, η ζωγραφική του Παπακώστα είναι φαινομενικά αντι-πολιτική, ενώ προσφέρει κάτι εξόχως πολιτικό, ή μάλλον και πολιτικό: τον αναβαπτισμό της όρασης.

Αυτή η ζωγραφική ― μια ζωγραφική που ακροπατεί στα όρια της αναπαράστασης, χωρίς να τα καταργεί, αλλά και δίχως ν’ αγκιστρώνεται επάνω τους ― ευνοεί τη μεταστροφή της προσοχής· τον ψυχικό μετατοπισμό από την εποπτεία της διάνοιας σε εκείνην της εμπειρίας, επιτρέποντας να δεις μορφές στοιχειώδεις και αναγκαίες τόσο, που αδυνατούσες προηγουμένως να περιγράψεις, πόσο μάλλον να τους απευθυνθείς.

Στο μεταξύ ― οι ημιτελείς πίνακες στο εργαστήριο, πόσο ξέχωρα στέκονται από μια βεβιασμένη ένταξη στο παρόν! Διατηρούν την ερωτηματική φύση του νεογέννητου πλάσματος, σαν ν’ αναρωτιούνται με σφραγισμένα τα μάτια: είμαστε πράγματα έμψυχα ήδη, ή ύλη που περιμένει να γίνει κάτι ανώτερο ακόμη;

Ίσως γι’ αυτό, τώρα που γράφω, κοιτώντας τα έργα του Αχιλλέα Παπακώστα, μου φαίνεται πως τα διακρίνει η φυσική ανάπτυξη του σταλακτίτη ― εκείνη που δεν είναι προβλέψιμη, ενώ επιτυγχάνει μια οικονομία εντέλει, οικονομία απόλυτη στον βαθμό που νομίζεις πως υπήρξε εξαρχής μελετημένη. Άλλοτε πάλι, τα ίδια έργα μου θυμίζουν τα χρώματα στα κελύφη των αχινών (πράσινα, μωβ, κόκκινα) που συνιστούν κι αυτά προϊόν εμβίωσης, έργα ενός τόρνου ζωικού , έτσι όπως είναι λαξεμένα από μέσα προς τα έξω, μια γένεση που μοιάζει αυτόματη και αναγκαία και στην ώρα της (ωραία).

Κι ας ακολουθούν οι πίνακες, κατόπιν, την πορεία μιας κατασκευής που μεταφέρεται, τοποθετείται, ανταλλάσσεται, αγοράζεται…

Δεν γνωρίζω, εάν η τέχνη έχει κάποια «δουλειά» να επιτελέσει σε αυτόν τον κόσμο, ωστόσο, τέτοια έργα ανακαλούν μια καταγωγή που λησμονήθηκε στην πορεία ― έναν κόσμο, που υποψιαζόμαστε πως όντως υφίσταται και τον οποίο, πράγματι, είναι αδύνατον να επινοήσουμε με τεχνητά μέσα.

Φεύγοντας από το εργαστήριο του Αχιλλέα Παπακώστα ένιωσα το συννεφόκαμα να πνίγει την Αθήνα. Με την άκρη του ματιού πρόλαβα να πιάσω την Γκριζού, η οποία, παρά τα χρόνια της, σκαρφάλωνε στη λεμονιά της με τη χάρη του γατσόπουλου.

Φωτογραφία: Ν. Σινιόσογλου

Δημήτρης Αλιμπέρτης
Βρέχει Χώμα

Για να ’χεις κάτι να πεις, πρέπει πρώτα να ’χεις κάτι να κρύψεις. Σχεδόν κανένα χρώμα από αυτά που εμφανίζονται σ’ αυτούς τους πίνακες δεν υπάρχει πραγματικά. Κάποτε συμβαίνει όμως, ένας ζωγράφος να ακούει ήχους υπαρκτούς. Τότε είναι που οι δεκάδες επιχωματώσεις θα δώσουν το ένα χρώμα το οποίο «ούτε λέγει ούτε κρύπτει». Όπως το μπλε και το ροζ του Παπακώστα που σημαίνουν την τελική στρώση του χρησμού του. Χρώμα – Σύνθεση – Σεισμογενής ισορροπία – Ενεργειακή επάρκεια. Τα μεγάλα έργα δεν σου επιτρέπουν να δεις τους αρμούς τους, ούτε αφήνουν ίχνη από τις οικοδομικές εργασίες τους. Κάτι, είναι τέλειο όταν είναι αδύνατον να εντοπιστεί η καταγωγή του.

Στην τέχνη υπάρχει ένα αλάνθαστο κριτήριο βάσει του οποίου διαχωρίζουμε τα μείζονα έργα από τα υπόλοιπα. Θα το καταλάβετε αμέσως, αν τύχει να εκτεθείτε στην ακτινοβολία, για παράδειγμα, του εισαγωγικού χορωδιακού στα Κατά Ιωάννην ή Κατά Ματθαίον του J.S. Bach. Θα δείτε ότι θα σαστίσετε και μάλιστα χωρίς να έχετε υποβληθεί στην παραμικρή εσωτερική άσκηση όπως απομόνωση, νηστεία ή περισυλλογή. Έτσι κι εδώ, δεν απαιτείται καμία προετοιμασία από τον επισκέπτη της έκθεσης. Μόνο να φέρει μαζί του αυτό το κομματάκι Θεού που όλοι λέγεται ότι έχουμε. Όλοι εμείς που ξέρουμε ότι υπάρχει ένας Παράδεισος εντός της ζωής, που όλο κάτι τυχαίνει και δεν μπορούμε να πάμε.

Ίσως τελικά και να μην υπάρχει σχέση τέχνης και ζωής όπως ασφαλώς δεν αντιστοιχεί κανένας τοίχος στον πίνακα που κρέμεται πάνω του. Ευθύνη του ζωγράφου όμως είναι να απευθύνεται στον ιδανικό άνθρωπο, κι ας είναι αυτός ένας πόθος απόλυτος, που δεν μπορεί δηλαδή να ‘ναι εκ του κόσμου τούτου. «Μόνο η διεκδίκηση του απολύτου, το άλμα του ανθρώπου πέρα από τη σκιά του, επιτρέπει τη δικαίωση του σχετικού· αναλαμβάνοντας την ευθύνη για την αναλήθεια, οδηγεί στο κατώφλι της αλήθειας με τη συγκεκριμένη επίγνωση της σχετικότητας της ανθρώπινης γνώσης»(T. Adorno, Minima Moralia). Άλλωστε, μέρος της δουλειάς του είναι να πιστεύει και στο θαύμα. Γιατί ένα θαύμα ποτέ δεν μας βρίσκει απροετοίμαστους· το προσμένουμε, και γι ‘αυτό λαμβάνει χώρα μπροστά στα μάτια μας. Για να ξεκουνήσεις τη ζωή ενός ανθρώπου πρέπει να του πιάσεις την ψυχή και ή να την ανεβάσεις όσο μπορείς ή να την συντρίψεις. (Και οι δύο τρόποι, οντολογικά είναι εξίσου έγκυροι). Ο Παπακώστας μας ψιθυρίζει: «Πρέπει να φύγουμε απ´ αυτό που ζούμε προς κάτι ανώτερο». Εξάλλου, γιατί να πάμε σε μια έκθεση ζωγραφικής αν είναι να μην αλλάξει η ζωή μας;

Έχω την εντύπωση πως ο Παπακώστας, μας προσκαλεί να δούμε τους πίνακές του όπως χαζεύουμε για ώρα μια βιτρίνα σ’ ένα πολυκατάστημα: Έναν τόπο χωρίς εμφανές θέμα με προϊόντα που συνδέονται με όλους τους πιθανούς αλλά και τυχαίους τρόπους, συχνά δίχως την παραμικρή ιεραρχία δηλαδή ισότιμα τοποθετημένα, αλλά κυρίως με έτοιμες αναμονές για περαιτέρω αλληλεπιδράσεις. Σε μια 1 προς 1 αντιστοιχία με τα παραπάνω, στους πίνακες αυτής της έκθεσης, δεν μας επιβάλλεται κάποιο κεντρικό νόημα παρά ένα αίτημα για κενό τονικότητας. Σε κάθε έργο κωδικοποιείται εκ νέου ο χώρος μέσω ενός δικτύου υλικών, ώστε να μπορέσει εντέλει να υπάρξει αυτός ο χώρος. Τέλος, τα υλικά όχι μόνο δεν διαβαθμίζονται αλλά απεδαφικοποιούνται έως την επόμενη επανασύνδεση. Πρόκειται δηλαδή για μια εκ διαμέτρου αντίθετη σύλληψη ενός έργου, αφού παύει να αναπτύσσεται δενδροειδώς, (όπως στην παλιά μουσική είχαμε, για παράδειγμα, τη φόρμα της σονάτας ή της φούγκας και στη ζωγραφική τις αναγεννησιακές συνθέσεις) αλλά μέσω ριζωμάτων, όπως περιγράφεται στα «1000 πλατώματα» των Deleuze-Guattari. Σχεδόν όλη η σημαντική μουσική μετά το 1980 (M. Feldman, G.F. Haas κλπ) γράφτηκε σ αυτό το νέο ιδίωμα έστω και ανεπίγνωστα. Από τότε, ως επί το πλείστον, η τέχνη – και επίσημα – είναι ή αφηρημένη ή τίποτα.

Εδώ, μην περιμένετε να βρείτε υποφωτισμένα φόντα σαν τις παιδικές μας αναμνήσεις γιατί εδώ το εγώ απουσιάζει. Οι γραμμές δεν συγκλίνουν στο βάθος αλλά μοιάζουν να ανοίγουν προς τον θεατή. Δύο ευθείες πρέπει να τέμνονται κάπου για να πεις ότι ορίζουν ένα επίπεδο. Στον Παπακώστα, το επίπεδο είναι το ζητούμενο και έρχεται μόνο με το γκρέμισμα της φόρμας, δηλαδή της προοπτικής. Μακάρι να ‘χει δίκιο, γιατί οι δύο διαστάσεις έχουν μεγαλύτερη πρόσβαση στην ανοιχτοσύνη – άρα – στον άλλον. Τότε οι μορφές παύουν να έχουν όγκο και το φως δεν παράγει σκιές, γιατί το φως δεν έχει ύλη, και μέσω της υλικότητας είναι που θα συναντηθούμε. Ο Παπακώστας αυτό το γνωρίζει, γι’ αυτό και επιμένει να ζωγραφίζει σε σχετικά σκοτεινό ατελιέ με συνέπεια να αιφνιδιάζεται και ο ίδιος όταν βλέπει τα έργα του στο φυσικό φως.

Μόνο η νόηση μπορεί να προφυλάξει ένα συμβάν από την επέλαση του χρόνου, αφού για όση ώρα το συγκρατεί, αυτό παύει να ’ναι συναρτήσει του χρόνου. Δηλαδή για όση ώρα το σκεφτόμαστε, δεν μπορεί να του συμβεί τίποτα. Ο εν εξελίξει εγκέφαλος και σκηνοθέτης ενός πίνακα είναι η φόρμα. Μόνο αυτή είναι σε θέση να μας υπενθυμίζει την αφετηρία των πραγμάτων, που πάει να πει, να κλείνει ατελείωτους κύκλους που είναι αδιάφορο πότε, πώς και κυρίως πού ξεκίνησαν. Η κίνηση της σύνθεσης, αν όντως είναι αέναη, συμμετέχει στο χρόνο ανάγνωσης του έργου για να τον κάνει όλο και περισσότερο. Κι αν είναι να μας αποδοθεί λίγος χρόνος ακόμα, χάρις στη φόρμα θα γίνει. Μα και πιο πολύς να μην είναι, τουλάχιστον ας είναι περισσότερο αντιολισθητικός. Η φόρμα δεν είναι υπεύθυνη για την αναπαράσταση των γεγονότων αλλά για την απελευθέρωση και την οριστική αποκατάστασή τους. Ακόμα κι όταν σε κάθε πίνακα φαίνεται ν’ αλλάζει, αυτό σημαίνει πως κανένα συμβάν δεν ολοκληρώνεται πραγματικά. Γι´ αυτό και είναι τόσο σημαντικό η φόρμα να στέκεται πολύ πάνω από το θέμα ενός έργου.

Σ’ ένα καταστροφικό τοπίο, πρέπει να συνυπάρχουν το ζωντανό με το νεκρό. Ο άνθρωπος τελικά, δεν ήταν παρά μέρος της φύσης μόνο. Γι´ αυτό στους πίνακες του Παπακώστα, όταν δεν απουσιάζει, εμφανίζεται χωρίς χαρακτηριστικά, έχοντας αποκλειστικά αντιστικτικό ρόλο· ο άνθρωπός του ως πραγματική μεταβλητή που κομίζει το λάθος ως αναγκαία συνθήκη για τη γέννηση του σωστού. Ίσως γιατί πιστεύει ότι η γενετική είναι δυνατή, όχι όμως όσο η μνήμη, και η μνήμη του Παπακώστα διαθέτει δεξαμενές αθωότητας και πολύ νότιο άνεμο, τον μόνο που μπορεί να επιβάλλεται στη θάλασσα και να την ανακατεύει για ώρα μετά τη λήξη του. Ας αφήσουμε λοιπόν το έργο, μέσω των υλικών του, να καταγράψει την ιστορία του ως οφείλει, και τον Παπακώστα να αφήσει τα ίχνη του για να μπορέσουμε να τον συναντήσουμε. Λάδι – Ύλη – Χώρος – Γη.

⸙⸙⸙

[Η έκθεση του Αχιλλέα Παπακώστα με τίτλο «Ιδανική συνθήκη» εγκαινιάζεται στη γκαλερί Ζουμπουλάκη την Πέμπτη 13 Νοεμβρίου, 6-9 μ.μ. Πρώτη δημοσίευση των κειμένων στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έκτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη