frear

Η αδιάφθορη Κοβέσι και ο καθρέφτης της συλλογικής μας ματαίωσης – του Γιώργου Καρτάκη

Πόσο ματαιωμένος μπορεί να αισθάνεται ένας λαός, όταν φτάνει στο σημείο να προσβλέπει όχι στις δικές του κυβερνήσεις ή τους θεσμούς που ο ίδιος συγκρότησε, αλλά σε μια εκτός δικής του χώρας προσωπικότητα, προκειμένου να παταχθεί η διαφθορά και να αποκατασταθεί η δικαιοσύνη στον τόπο του; Μια τέτοια προσδοκία δεν είναι απλώς ένδειξη δυσαρέσκειας’ είναι σημάδι βαθιάς απογοήτευσης, καθώς επίσης και σύμπτωμα μιας κοινωνικής και υπαρξιακής κρίσης. Γιατί, όταν το κοινωνικό σώμα παύει να πιστεύει στις δομές που το ίδιο θεσμοθέτησε, τότε η δημοκρατία χάνει το ουσιαστικό της νόημα και η πολιτική εκπροσώπηση απογυμνώνεται από περιεχόμενο.

Το φαινόμενο αυτό φάνηκε καθαρά τις τελευταίες εβδομάδες, αν παρακολουθούσε κανείς τα δημοσιεύματα στον Τύπο για την Ευρωπαία Εισαγγελέα, Λάουρα Κοβέσι, και έριξε έστω και μια ματιά στα εκατοντάδες – σε κάποιες περιπτώσεις χιλιάδες – σχόλια πολιτών κάτω από τα σχετικά άρθρα. Η Κοβέσι παρουσιάζεται ως υπόδειγμα ακεραιότητας: αυστηρή, αποτελεσματική, αμερόληπτη και, κυρίως, αδιάφθορη. Η προβολή αυτών των χαρακτηριστικών δεν μπορεί να είναι τυχαία. Σε μια κοινωνία όπου οι πολίτες έχουν ενστερνιστεί τη βεβαιότητα ότι η διαφθορά και η ατιμωρησία αποτελούν μόνιμα γνωρίσματα του πολιτικού συστήματος, η εικόνα μιας λειτουργού που ενσαρκώνει την εντιμότητα, δεν λειτουργεί μόνο ως σημείο αναφοράς, αλλά και ως πικρή υπενθύμιση του ελλείμματος που υπάρχει στο εσωτερικό. Παραθέτω τυχαία κάποια από τα σχόλια των πολιτών στο διαδίκτυο:

«Λέτε ρε παιδιά να δούμε επιτέλους την ανατολή;;;»
«Και η καταμέτρηση κατά τις εκλογές πρέπει να γίνεται από μια ευρωπαϊκή εταιρεία και όχι από μια ελληνική εταιρεία όπου αυτοί έχουν τον έλεγχο της ψηφοφορίας»
«Να σας δώσουμε τα κλειδιά κυρία μου μήπως σωθούμε. Δυστυχώς οι Έλληνες πολιτικοί είναι προδότες της χώρας τους»
«Μπράβο κορίτσι μου!! Και τους 300 στο σκαμνί!!»
«Μπορούμε να την πάρουμε εδώ κάνα 2 χρόνια;;»
«Εσένα θέλουμε πρόεδρο να ξεβρωμίσει η Ελλάδα»

Δεν είναι τυχαίο ότι και οι αναφορές στα ίδια τα άρθρα των εφημερίδων δεν περιορίζονται μόνο στα έως τώρα επιτεύγματα της Ευρωπαίας Εισαγγελέως, αλλά αναδεικνύουν το γεγονός ότι προσωποποιεί την αδιάφθορη δικαιοσύνη, που τόσο λείπει από τον δημόσιο βίο της χώρας μας. Σε αυτό ακριβώς το σημείο γίνεται εμφανής η ματαίωση: ένας λαός αναζητά το πρότυπο της δικαιοσύνης όχι μέσα στους δικούς του θεσμούς, αλλά έξω από αυτούς. Και αυτή η προσδοκία, αντί να λειτουργεί μόνο ως θαυμασμός για ένα πρόσωπο, μετατρέπεται σε συνολική ομολογία αδυναμίας, στην πίστη ότι το ίδιο το κράτος δεν είναι σε θέση να εγγυηθεί τη νομιμότητα και την ισονομία.

Η ματαίωση αυτή δεν είναι τυχαίο προϊόν αυτών των ημερών, αλλά τροφοδοτείται διαχρονικά από κυβερνήσεις που αρνούνται επίμονα την ίδια την ύπαρξη του προβλήματος. Όταν η πολιτική τάξη εμμένει στο να παρουσιάζει την εικόνα μιας χώρας «κανονικής», όπου η διαφθορά εμφανίζεται ως μεμονωμένο ή –σύμφωνα με τα λεγόμενα τέως υπουργού, εμπλεκόμενου στο σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ– παγκόσμιο, «κοινότοπο» φαινόμενο, τότε ο λαός αισθάνεται ότι ζει στην παράνοια ενός δίπολου: από τη μια στην καθημερινή εμπειρία της αδικίας και της αδιαφάνειας, και από την άλλη στη φαντασιακή πραγματικότητα, εκείνη που οικοδομούν οι επίσημοι λόγοι και τα κυβερνητικά αφηγήματα. Σταδιακά το χάσμα αυτό μετατρέπεται σε απώλεια εμπιστοσύνης και καλλιεργεί μια συλλογική συνείδηση διάψευσης.

Η προσφυγή σε εξωτερικές δυνάμεις ως «σωτήρες» δεν είναι τίποτε άλλο παρά σύμπτωμα αυτής της διάψευσης. Ένας λαός που εναποθέτει τις ελπίδες του σε ξένη παρέμβαση, ώστε να λειτουργήσει η δικαιοσύνη, ουσιαστικά ομολογεί ότι το δικό του κράτος δεν είναι ικανό να επιτελέσει τον θεμελιώδη ρόλο του. Έτσι, η διάψευση μετατρέπεται σε κρίση κυριαρχίας. Το κράτος απονομιμοποιείται στα μάτια των πολιτών του, ενώ οι ίδιοι νιώθουν ανίσχυροι, καταδικασμένοι σε μια παθητική αναμονή «ξένων χεριών», τα οποία θα επιλύσουν τα εσωτερικά τους προβλήματα.

Στο πρόβλημα αυτό προστίθεται η στάση μεγάλου μέρους των κοινοβουλευτικών εκπροσώπων, οι οποίοι, αντί να παρουσιαστούν ως υπερασπιστές του λαϊκού συμφέροντος, εμφανίζονται μικροί και ασήμαντοι, χειριστικοί, προκλητικά είρωνες και εριστικοί, αστείοι, θεατρίνοι και πολιτικάντηδες, αδύναμοι να ανταποκριθούν στον ρόλο που τους ανατέθηκε. Η τελευταία αυτή πρόταση αποδίδει εύγλωττα την αίσθηση της κοινωνίας απέναντι στο σύνολο σχεδόν των πολιτικών εκπροσώπων, οι οποίοι δυστυχώς συχνά ούτε σεβασμό ούτε εμπιστοσύνη εμπνέουν, καθώς και σε ένα Κοινοβούλιο που επί το πλείστον μοιάζει με σκηνικό σφετεριστικού αγώνα δρόμου εκ μέρους του πιο ισχυρού, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο∙ με έναν θεσμό που λειτουργεί τυπικά, αλλά στερείται κύρους και πραγματικής αποτελεσματικότητας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η αντιπροσώπευση, η οποία αποτελεί τον πυρήνα της δημοκρατίας, μετατρέπεται σε κενό γράμμα.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι δε, ότι η κατάσταση αυτή δεν βιώνεται ως συγκυριακή ή προσωρινή. Αντίθετα, εγκαθίσταται στη συλλογική συνείδηση ως «η μόνιμη κατάσταση των πραγμάτων». Αυτό το αίσθημα ιστορικής συνέχειας της ανεπάρκειας τροφοδοτεί μοιρολατρία και κυνισμό την γνωστή σε όλους τους Έλληνες εδώ και δεκαετίες παθητική αποδοχή ότι «τίποτα δεν αλλάζει». Σε αυτό ακριβώς το σημείο ριζώνει όμως ο λαϊκισμός: στην απαξίωση των θεσμών, στην απόρριψη των κοινοβουλευτικών διαδικασιών, στην αναζήτηση «σωτήρων» είτε εντός είτε εκτός συνόρων. Ο λαϊκισμός, εξάλλου, αντλεί τη δύναμή του από τη διάχυτη αίσθηση προδοσίας της κοινωνικής εμπιστοσύνης.

Η έξοδος από αυτόν τον φαύλο κύκλο δεν απαιτεί μόνο αποκατάσταση της πολιτικής τάξης, αλλά και ενεργό στάση από το ίδιο το κοινωνικό σώμα, τους Έλληνες. Δεν αρκεί να καταγγέλλεται η ανεπάρκεια∙ χρειάζεται συνεχής πίεση, ουσιαστική συμμετοχή και κινητοποίηση, και κυρίως, δημιουργία τέτοιων ισορροπιών που θα επιτρέψουν μια γνήσια εκπροσώπηση. Η δημοκρατία αποτελεί σύστημα, το οποίο δεν μπορεί να επιβιώσει με «αυτόματους πιλότους». Χρειάζεται διαρκή επανανομιμοποίηση μέσα από έντιμες πρακτικές και όχι μέσω κενών λόγων και υπέρμετρων υποσχέσεων, καθώς ένας λαός, ο οποίος έχει εσωτερικεύσει τη ματαίωση και την αίσθηση ανυπαρξίας των εκπροσώπων του, κινδυνεύει να θεωρήσει τη δημοκρατία άχρηστη και αναποτελεσματική.

Και ίσως αυτό είναι και το πιο επικίνδυνο σημείο: Όταν η απαξίωση παγιώνεται στη συνείδηση των ανθρώπων, τότε ίδια η πολιτική κοινότητα απειλείται με διάλυση, όχι μόνο ως προς τη συνοχή, αλλά και ως προς το αξιακό της θεμέλιο.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Alexei Sundukov. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου πέμπτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη