frear

Η σχέση του Νίκου Καζαντζάκη με τη Φιλοσοφία της Επιστήμης – γράφει ο Μάλαμας Καρύδας

Η σχέση του Νίκου Καζαντζάκη με τη Φιλοσοφία της Επιστήμης:
Ο εφήμερος χαρακτήρας των επιστημονικών υποθέσεων
και η αντίθεσή του στο ρεύμα του λογικού θετικισμού

Στο Ταξιδεύοντας Ιαπωνία – Κίνα εντοπίζουμε τη φιλοσοφική τοποθέτηση του Καζαντζάκη ότι δεν υπάρχει «αντικειμενική» αλήθεια και ότι η πίστη («θρησκευτικό ή πολιτικό δόγμα») [1] έχει μεγάλη δύναμη, όπως μια «επιστημονική υπόθεση»∙ καμία, όμως, εκ των δύο δεν έχει αιώνια ισχύ. Η επιστήμη, κατά τον Καζαντζάκη, λειτουργεί με υποθέσεις τις οποίες ονομάζει «αλήθειες». Η κατάσταση αυτή, όμως, κάθε άλλο παρά μόνιμη είναι, διότι τη νέα υπόθεση θα διαδεχτεί κάποια στιγμή μια νεότερη:

«Ὅπως στὴν ἐπιστήμη ‘μιὰ ὑπόθεση’, κι ἂν εἶναι λανθασμένη, δίνει ἀφορμὴ ν’ ἀνακαλυφτοῦν ἀληθινοὶ φυσικοὶ νόμοι καὶ νὰ γίνουν μεγάλες ἐφεύρεσες, ὅμοια κι ἕνα θρησκευτικὸ ἢ πολιτικὸ δόγμα ‘λανθασμένο’ μπορεῖ νὰ γεννήσει μεγάλο πολιτισμό. Σίγουρα τὸ κάθε δόγμα δὲν εἶναι, εὐτυχῶς, αἰώνιο, καθὼς δὲν εἶναι αἰώνια κι ἡ ἐπιστημονικὴ ὑπόθεση. Ἔρχεται ἡ στιγμή ποὺ γίνεται ‘ψεύτικη’, γιατὶ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου μεγαλώνει καὶ δὲ χωράει πιὰ στὰ παλιά του τὰ σύνορα. Νέα ὑπόθεση βρίσκει τότε ἡ ἐπιστήμη, ἐξίσου λανθασμένη μὰ πιὸ πλατιὰ καὶ πιὸ γόνιμη, καὶ τὴ βαφτίζει ἀλήθεια. Κι ἀρχίζουν νέες ἐφεύρεσες, ὡσότου ἔρθει κι αὐτῆς τὸ τέλος κι ἄλλη ὑπόθεση πάρει τὴ θέση της. Καὶ ξαναρχίζει πάλι ἡ ἐπίμονη πορεία πρὸς τ’ ἀπάνω. Ποιὸ ἄραγε θά ’ναι τὸ νέο δόγμα τῆς Ἰαπωνίας;». [2]

Στο παραπάνω απόσπασμα παρατηρούμε τη σκέψη του Νίκου Καζαντζάκη γύρω από το ζήτημα της επιστήμης και, πιο συγκεκριμένα, της διαρκούς αλλαγής των επιστημονικών υποθέσεων. Οι επιστημονικές υποθέσεις αποτέλεσαν καίριο ζήτημα του κλάδου της Φιλοσοφίας της Επιστήμης, μέσα από συζητήσεις μεταξύ επιστημόνων και ρευμάτων που έλαβαν χώρα με μεγάλη ένταση κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του κλίματος συνιστά το βιβλίο του Thomas Kuhn, Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων, που εκδόθηκε το 1962. [3] Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Kuhn έρχεται σε ρήξη με το ρεύμα του λογικού θετικισμού (ή λογικού εμπειρισμού), το οποίο αποτελεί, άλλωστε, μια νέα μορφή του θετικισμού και του εμπειρισμού που, εν ολίγοις, αμφότεροι περιόριζαν τη γνώση στην αναζήτηση φυσικών νόμων και δεν επεκτείνονταν στην έρευνα και αναζήτηση των αιτίων που μπορεί να κρύβονταν πίσω από τα φαινόμενα. Πρόκειται, ουσιαστικά, για θεμελίωση της γνώσης αποκλειστικά και μόνο στα δεδομένα που αποκομίζουμε από την εμπειρία. [4] Τον λογικό θετικισμό προώθησε σθεναρά ο γερμανόφωνος «Κύκλος της Βιέννης», για να διαδοθεί μετέπειτα σε όλη την Ευρώπη και από εκεί σε όλο τον κόσμο. Συνιστά μια φιλοσοφική θεώρηση στηριγμένη στην, προ τριών αιώνων, θεωρία του Bacon, όπου η γνώση προκύπτει («επάγεται») από την εμπειρία, προσδίδοντας εγκυρότητα μέσω της επαληθευσιμότητας και, γενικότερα, μέσω της απόκτησης μιας ιδιαίτερης αίσθησης ύπαρξης αντικειμενικών κριτηρίων ως προς την εξήγηση της προόδου της επιστήμης, μέσω μιας σωρευτικής διαδικασίας δεδομένων που προέρχονται από την εμπειρία. Έτσι, οι λογικοί θετικιστές έχουν την πεποίθηση ότι υπάρχει μια κοινή βάση, η «παρατηρησιακή γλώσσα» (observation language), πάνω στην οποία μπορεί να εφαρμοστεί μια αντικειμενική σύγκριση μεταξύ διαφορετικών προταθεισών θεωριών. [5]

Thomas Kuhn (1922-1996)

Στο ρεύμα αυτό, λοιπόν, έρχεται να αντιπαρατεθεί ο «Ιστορικισμός» του Kuhn, με την πρόταξη της «ασυμμετρότητας» (incommensurability) μεταξύ των επιστημονικών θεωριών ή μεταξύ των «Παραδειγμάτων» (paradigm). Πρόκειται, ουσιαστικά, για έναν νέο τρόπο θεώρησης της εξέλιξης-προόδου της επιστήμης· για ένα «νέο επιστημολογικό ρεύμα» που συνιστά «αντίδραση στο ασφυκτικό πλαίσιο της Μαθηματικής Λογικής και του ακραίου Εμπειρισμού». Αποτιμά τις επιστημονικές θεωρίες ως «ιστορικές οντότητες», προσδίδοντάς τους, –θα λέγαμε, χρησιμοποιώντας εδώ την καζαντζακική ορολογία– έναν χαρακτήρα εφήμερο. Με τον τρόπο αυτό, απομακρύνεται η έννοια της αντικειμενικότητας στη βάση της υιοθέτησης σταθερών-αντικειμενικών κριτηρίων σύγκρισης μεταξύ των θεωριών. [6]

Παρακολουθώντας, προσεκτικότερα το φαινόμενο της εμφάνισης αυτού του ρεύματος, διαπιστώνουμε ότι κατά τη δεκαετία του ’50 πραγματοποιείται μια «ιστοριογραφική επανάσταση», η οποία συντελείται στον τομέα της Ιστορίας των Επιστημών και είναι αυτή που, κυρίως, οδηγεί στη γέννηση της θεωρίας του Kuhn, με τη διάχυτη διάθεση ανίχνευσης του ιστορικού χαρακτήρα των γεγονότων και, φυσικά, των διάφορων θεωριών. Όπως τονίζει ο Β. Κάλφας: «Η βασική του λοιπόν ιδέα είναι ότι οι επιστημονικές γνώσεις κάθε εποχής αρθρώνονται σε ένα αυτόνομο σύστημα, με τη δική του αξία και λειτουργικότητα, που δεν μπορεί να κριθεί με τα δικά μας, σημερινά κριτήρια επιστημονικότητας. Η ανάπτυξη της επιστήμης είναι μια ριζικά ασυνεχής διαδικασία, μια ακολουθία βίαιων ανατροπών». [7] Ο ιστορικός, δηλαδή, χαρακτήρας των επιστημονικών θεωριών είναι που τους προσδίδει και μια μη αναγώγιμη μορφή αναφορικά με τη μεταγραφή τους από μια εποχή σε άλλη, καθώς κάθε φορά μπορούμε να μιλάμε για μια εντελώς διαφορετική και μη αναγνώσιμη περίπτωση σε σχέση με την προηγούμενη.

Σχηματοποιώντας την παραπάνω θέση του Καζαντζάκη για τις επιστημονικές υποθέσεις –αν επιχειρήσουμε, δηλαδή, να την ανάγουμε στο θεωρητικό πλαίσιο της Φιλοσοφίας της Επιστήμης– θα προκύψει ακριβώς η ίδια θέση που πρεσβεύει η έννοια της επιστημονικής επανάστασης και η εναλλαγή των «Παραδειγμάτων» στη «θεωρία της ασυμμετρότητας» του Kuhn. Αξίζει, φυσικά, να σημειώσουμε σε αυτό το σημείο, πως ο Καζαντζάκης έχει διατυπώσει τη θέση του ήδη από το 1938, δηλαδή είκοσι τέσσερα χρόνια νωρίτερα από τη δημοσίευση της θεωρίας του Kuhn. Με λίγα λόγια, ο Kuhn υποστηρίζει ότι υπάρχουν συγκεκριμένα «Παραδείγματα», τα οποία δέχεται η επιστήμη σε μια συγκεκριμένη εποχή. Τα «Παραδείγματα» αυτά ανατρέπονται από νέα δεδομένα· πραγματοποιείται, δηλαδή, μια «επιστημονική επανάσταση», η οποία οδηγεί στη δημιουργία-παραδοχή, από την επιστημονική κοινότητα, ενός «νέου παραδείγματος» κ.ο.κ. [8] Υπάρχει, συνεπώς, μια κυκλικότητα, όπως μπορούμε να παρατηρήσουμε, ως προς την ανάπτυξη της εξήγησης των φαινομένων, η οποία οδηγεί ή τείνει να οδηγεί σε συμπεράσματα που δύνανται να θεωρηθούν ως αληθινά.

Εάν θελήσουμε, τώρα, να παρακολουθήσουμε τη σκέψη του Καζαντζάκη για τις επιστημονικές υποθέσεις, θα διαπιστώσουμε ότι ακολουθεί, έναν, σε μεγάλο βαθμό, παρόμοιο τρόπο σκέψης –τηρουμένων πάντα των αναλογιών– καθόσον δεν χρησιμοποιεί τη συγκεκριμένη ορολογία που τίθεται στο πλαίσιο της πραγμάτευσης του θέματος από τους φιλοσόφους της επιστήμης. Μπορούμε, πάντως, πολύ εύκολα να αντιληφθούμε ότι η σκέψη του ακολουθεί την κυκλικότητα στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω. Οι επιστημονικές υποθέσεις, για αυτόν, κατέχουν συγκεκριμένη θέση και ισχύ σε συγκεκριμένες εποχές και θεωρείται βέβαιο ότι σε μεταγενέστερη εποχή θα καταστούν λανθασμένες, όπως, άλλωστε, και όλες οι επόμενες επιστημονικές θεωρίες που πρόκειται να υπάρξουν. Έτσι, νέες επιστημονικές υποθέσεις καθορίζουν την έννοια της αλήθειας, για να θεωρηθούν, και αυτές μελλοντικά, εξίσου λανθασμένες. Για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Kuhn: «όταν πια εξετάσουμε τη διαδικασία απόρριψης των Παραδειγμάτων: μια επιστημονική θεωρία, απ’ τη στιγμή που αποκτά το κύρος Παραδείγματος, δε χάνει την εγκυρότητά της παρά μόνο όταν υπάρχει ένα εναλλακτικό Παράδειγμα για να πάρει τη θέση της».[9] Συνεπώς, κάθε φορά μπορούμε να υποθέσουμε πως έχουμε έναν καινούργιο τρόπο θέασης της αλήθειας, απομακρύνοντας, κατ’ ουσίαν, την έννοια της αντικειμενικότητας, υπό αυστηρούς όρους, από τους κόλπους της επιστήμης. [10]

Συμπερασματικά, η συγκριτική ανάγνωση αφενός των απόψεων που προβάλλονται από το παραπάνω απόσπασμα του Νίκου Καζαντζάκη και αφετέρου και των αντίστοιχων τοποθετήσεων του Kuhn από το σύγγραμμά του Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων που εντάσσονται στο πλαίσιο της Φιλοσοφίας της Επιστήμης, καταδεικνύει την εκτεταμένη φιλοσοφική διάσταση του στοχασμού του Έλληνα διανοητή γύρω από τα εν λόγω επιστημολογικά προβλήματα και τη σχέση του ακόμα και με φιλοσοφικά ρεύματα της παγκόσμιας σκηνής, τα οποία, μάλιστα, έπονται της παρουσίας του. Εν κατακλείδι, σύμφωνα με την ανάλυση που προηγήθηκε, διαπιστώνουμε ότι ο Καζαντζάκης μπορεί, κάλλιστα, να ιδωθεί –πέρα από την καταγεγραμμένη λογοτεχνική του υπόσταση– και ως ένας στοχαστής-φιλόσοφος [11] που πραγματεύεται και εξετάζει θεμελιώδη ζητήματα φιλοσοφικού χαρακτήρα, τα οποία εντάσσονται στον τομέα της γνωσιοθεωρίας, εξετάζοντας την πορεία και τη φύση της αλήθειας μέσα από σύγχρονους όρους.

⸙⸙⸙

Σημειώσεις

1. Για το αίτημα της πίστης και την αξία που της αποδίδει ο Καζαντζάκης πρβ. ενδεικτικά, το Νίκος Καζαντζάκης, «Τι γίνεται στη Ρωσία» [ομιλία στο θέατρο «Αλάμπρα» στις 11 Ιαν.], περ. Αναγέννηση, τόμ. Β΄, Γεν. 1928, σ. 193–198, όπου αναφερόμενος στη ρωσική επανάσταση σημειώνει: «Ἔκριναν μὲ τὴ μίζερη, γιομάτη μικρὲς ἀλήθειες, λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν ὑπολόγιζαν – γιατί αὐτὴ δὲν ὑπολογίζεται – τὴ φοβερὴ ἐκρηκτικὴ δύναμη ποὺ συνήθως τὴ λέμε: Πίστη. Αὐτὴ ἀνέτρεψε, ὅπως τὸχει συνήθεια, ὅλους τοὺς μαθηματικοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς λογικῆς». Πρβ. επίσης, το: H. Diels & W. Kranz, Οι Προσωκρατικοί: οι μαρτυρίες και τα αποσπάσματα, τόμ. Α΄, επιμ. Βασ. Α. Κύρκος, Αθήνα, εκδ. Δημ. Ν. Παπαδήμα, 2005, σ. 357, απ. 86, όπου σύμφωνα με τον Πλούταρχο: «Ἀλλὰ τῶν μὲν θείων τὰ πολλὰ, καθ’ Ἡράκλειτον, ἀπιστίῃ διαφυγγάνει μὴ γιγνώσκεσθαι». Απόδοση: «Τα περισσότερα θεϊκά πράγματα, κατά τον Ηράκλειτο, μας διαφεύγουν εξαιτίας της δυσπιστίας μας, και τελικά δεν τα γνωρίζουμε». Αντίληψη που, επίσης, φαίνεται να υιοθετεί ο Καζαντζάκης.

2. Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας, Ιαπωνία – Κίνα, Αθήνα, εκδ. Ελ. Καζαντζάκη, 1969, (έκτη έκδοση), σ. 127. (Η α΄ έκδοση είχε γίνει το 1938, ύστερα από το ταξίδι του 1935, και η ολοκληρωμένη έκδοση έγινε το 1958, ύστερα από το ταξίδι του 1957 και μετά από τον θάνατο του συγγραφέα).

3. Thomas S. Kuhn, Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων, Εισαγωγή, επιμέλεια: Β. Κάλφας, μτφ. Γ. Γεωργακόπουλος, Β. Κάλφας, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονα θέματα, χ.χ.

4. Στη θέση ότι τα όρια της γνώσης υπαγορεύονται, τρόπον τινά, από τα όρια της γλώσσας, φτάνουν οι λογικοί θετικιστές μέσα από την μελέτη του Tractatus του Wittgenstein, καθώς, επίσης, και στην «πεποίθηση ότι οι μόνες προτάσεις με γνωστικό περιεχόμενο είναι οι εμπειρικές προτάσεις, ενώ οι προτάσεις της λογικής και των μαθηματικών είναι απλές ταυτολογίες», βλ. σχετικά, Βασίλης Κάλφας, Ριζικές ανακατατάξεις στη σύγχρονη αγγλοσαξονική επιστημολογία: Ό Thomas S. Kuhn και η «στροφή» της δεκαετίας 1960-70, «Εισαγωγή του επιμελητή», στο Thomas S. Kuhn, Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων, όπ.π., σ. 12–13. Όπως μας πληροφορεί ο ίδιος σε υποσημείωση στη σελίδα 9: «Η Εισαγωγή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολίτης, τεύχος 41».

5. Βλ. Κάλφας, «Εισαγωγή του Επιμελητή», όπ.π., χ.χ., σ. 11–19. Για μια λεπτομερή μελέτη ζητημάτων που αφορούν στον λογικό θετικισμό και στην πλούσια σχετική βιβλιογραφία που υπάρχει, βλ. Κάλφας, όπ.π., σ. 11–19 & 40–47.

6. Βλ. όπ.π., σ. 19–23.

7. Βλ. όπ.π., σ. 23–25.

8. Για τη θεωρία της ασυμμετρότητας και τις έννοιες του Παραδείγματος και της επιστημονικής επανάστασης στο έργο του Kuhn βλ. ενδεικτικά, Κάλφας, όπ.π., σ. 19-39 και Δήμητρα Σφενδόνη-Μέντζου, Φιλοσοφία της Επιστήμης, Εισαγωγή, εκδ. Ζήτη, Θεσσαλονίκη, 2004, σ. 41-61.

9. Βλ. Kuhn, όπ.π., χ.χ., σ. 150. Βλ. επίσης, Σφενδόνη-Μέντζου, όπ.π., 2004, σ. 52, όπου μεταφράζει: «‘‘κάθε θεωρία’’ παρατηρεί ο Kuhn ‘‘γεννιέται έχοντας ήδη απορριφθεί’’». Θέση που, όπως αναδεικνύεται από το παρόν άρθρο, είχε ήδη υποστηρίξει ο Καζαντζάκης περίπου δυόμιση δεκαετίες νωρίτερα.

10. Βλ. Κάλφας, «Εισαγωγή του Επιμελητή», όπ.π., χ.χ., σ. 38–39, όπου σημειώνει πως η έννοια της αλήθειας, μετά την επιρροή του «νέου ρεύματος» που αντιπροσωπεύει ο Kuhn και η ιστορικιστική στροφή, «δεν ξαναβρίσκει τη χαμένη λειτουργικότητά της». Σημαίνοντα ρόλο παίζει πια «το πρόβλημα της προόδου και της ορθολογικότητας της επιστήμης». Έτσι, «η έννοια της αλήθειας ως αντιστοιχίας της γνώσης (των επιστημονικών θεωριών δηλαδή) και της πραγματικότητας δεν είναι επαρκώς θεμελιωμένη». Βρισκόμαστε, ουσιαστικά, σε μια κατάσταση «αδρανοποίησης της αλήθειας» χωρίς, όμως, να λείπουν οι προσπάθειες από την πλευρά του ρεύματος του «Ρεαλισμού, της θεωρίας δηλ. ότι η γνώση μας ανταποκρίνεται στην αντικειμενική κατάσταση των πραγμάτων». Η θεωρία αυτή, όμως, του ρεαλισμού, στην πορεία αποκτά μεταφυσικά χαρακτηριστικά. (Σε αυτό το σημείο, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι όντως το ζήτημα της αντικειμενικότητας της γνώσης αποτελεί ένα άλυτο πρόβλημα και η διαμάχη γύρω από τα σχετικά ζητήματα συνεχίζεται έως και τις ημέρες μας με αμείωτο ενδιαφέρον).

11. Βλ. ενδεικτικά στο Δημήτρης Κόκορης, Ο Καζαντζάκης ως ποιητής. Φιλοσοφική διάσταση, ρυθμική έκφραση, κριτική πρόσληψη, Θεσσαλονίκη, εκδ. Πεδίο, 2020, σ. 52, όπου επισημαίνει, γενικότερα, τη σχέση του Καζαντζάκη με τη φιλοσοφία μέσα από όλα τα κειμενικά είδη με τα οποία ασχολείται: «Αυτή η εσωτερική σχέση της φιλοσοφίας με την ποίηση, και γενικότερα τη λογοτεχνία, είναι sine qua non χαρακτηριστικό της γραφής του Καζαντζάκη και ανιχνεύεται σε όλο το άνυσμα της συγγραφικής του πορείας, κατά την οποία μετουσιώνονται λογοτεχνικά […] ο θάνατος ως τέλος και όριο, οι ηθικές αξίες, η σχέση ατόμου και κοινωνικής δυναμικής, […]. Πρόκειται για φιλοσοφικές διαστάσεις ενός πολύπλευρου και σύνθετου λογοτεχνικού έργου, διαστάσεις υπαρκτές και εξελισσόμενες σε όλα τα κειμενικά είδη, στα οποία διοχετεύτηκαν οι ευαισθησίες και οι προβληματισμοί του Καζαντζάκη (μυθιστορήματα, πραγματείες και δοκίμια, θεατρικά έργα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις και, βεβαίως, ποιήματα)».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ

1. Καζαντζάκης, Νίκος. Ταξιδεύοντας, Ιαπωνία-Κίνα. Αθήνα, Εκδόσεις Ελ. Καζαντζάκη, 19696.
2. Καζαντζάκης, Νίκος. «Τι γίνεται στη Ρωσία». Περ. Αναγέννηση, τόμος Β΄, τχ. 5, (Ιαν. 1928), σ. 193–198.
3. Diels H. & Kranz W. Οι Προσωκρατικοί: οι μαρτυρίες και τα αποσπάσματα, τόμος Α΄. Β. Κύρκος (επιμ.). Αθήνα, Εκδόσεις Παπαδήμα, 2005.
4. Kuhn, Thomas S. Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων. Εισαγωγή – επιμέλεια: Β. Κάλφας, μτφρ. Γ. Γεωργακόπουλος – Β. Κάλφας. Αθήνα, Εκδόσεις Σύγχρονα θέματα, [χ.χ.].
5. Κάλφας, Βασίλης. «Ριζικές ανακατατάξεις στη σύγχρονη αγγλοσαξονική επιστημολογία: Ο Thomas S. Kuhn και η ‘‘στροφή’’ της δεκαετίας 1960-70, Εισαγωγή του επιμελητή», στο Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων, εισαγωγή – επιμέλεια: Β. Κάλφας, μτφρ. Γ. Γεωργακόπουλος – Β. Κάλφας. Αθήνα, Εκδόσεις Σύγχρονα θέματα, [χ.χ.]. [Η «Εισαγωγή» δημοσιεύτηκε στο περ. Πολίτης, τχ. 41].
6. Κόκορης, Δημήτρης. Ο Καζαντζάκης ως ποιητής. Φιλοσοφική διάσταση, ρυθμική έκφραση, κριτική πρόσληψη. Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Πεδίο, 2020.
7. Σφενδόνη-Μέντζου, Δήμητρα. Φιλοσοφία της Επιστήμης. Εισαγωγή. Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Ζήτη, 2004.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έκτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη