frear

Ο Καραγκιόζης φιλόσοφος – του Φιλήμονα Παιονίδη

Κωμωδία για μεγάλα παιδιά

Η διακωμώδηση κάποιες φορές είναι η
μόνη γραμμή άμυνας που έχουμε
απέναντι σε αυτά που μας κατατρέχουν

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

ΑΓΛΑÏΑ
ΒΕΛΙΓΚΕΚΑΣ
ΒΕΖΥΡΟΠΟΥΛΑ
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ
ΚΟΠΡΙΤΗΣ
ΠΑΣΑΣ
ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΑΤΟΣ
ΧΑΤΖΙΑΒΑΤΗΣ

Στη σκηνή βρίσκονται ο Καραγκιόζης και μια μαύρη γάτα.
Κ.: Έλα δω, ψιψίνα. Έλα στον θείο.
Ο Καραγκιόζης βουτάει για να την πιάσει αλλά εκείνη ξεφεύγει νιαουρίζοντας δυνατά.
Κ.: Μ’ έχουν πάρει χαμπάρι οι γάτες της γειτονιάς. Πάλι νηστικοί θα μείνουμε σήμερα. Πρέπει να βελτιώσω την τεχνική μου. Να κι ο Κοπρίτης, γυρίζει από το σχολείο.
Κοπ.: Γεια σου, μπαμπάκο.
Κ.: Γεια σου, κοπρίτη. Έμαθες τίποτα στο σχολείο ή άδικα πληρώνω τόσα λεφτά;
Κοπ.: Τίποτα δεν πληρώνεις. Ακόμα και το κουλούρι που μας δίνουν με αναγκάζεις να το φέρνω σπίτι για να το μοιραστούμε στα πέντε.
Κ.: Έμαθες ρε ή δεν έμαθες;
Κοπ.: Σήμερα είχαμε επαγγελματικό προσανατολισμό.
Κ.: Τι θα πει αυτό;
Κοπ.: Θα πει ότι μας παρουσιάζουν διάφορα επαγγέλματα για να διαλέξουμε με τι θα ασχοληθούμε, όταν μεγαλώσουμε.
Κ.: Και για ποιο επάγγελμα σας μίλησαν;
Κοπ.: Του μπουφετζή σε τούρκικους μπουφέδες.
Κ.: Αμάν Παναγία μου, αυτή είναι δουλειά.

Στη σκηνή βρίσκονται ο Πασάς και η Βεζυροπούλα.
Β.: Πατέρα, ξέρω ότι ενδιαφέρεσαι ιδιαίτερα για τη μόρφωσή μου.
Π.: Αυτό είναι αλήθεια, θυγατέρα. Δεν θέλω να μείνεις ξύλο απελέκητο, όπως πολλά κορίτσια της ηλικίας σου.
Β.: Θα σε παρακαλούσα, λοιπόν, να μου πάρεις έναν δάσκαλο να μου διδάξει τη φιλοσοφία.
Π.: Παιδί μου, μήπως αυτά δεν είναι σύμφωνα με τις παραδόσεις μας;
B.: Μην ανησυχείς πατέρα. Εξάλλου, εσύ θα έχεις πάντα τον έλεγχο. Όλα θα πάνε καλά.
Π.: Με κατάφερες πάλι. Είναι που σου ’χω αδυναμία. Θα βάλω τον Χατζιαβάτη να ψάξει και αυτός που θα προσλάβουμε, θα μπορεί να τρώει ό,τι γλυκό θέλει από αυτά που φτιάχνει ο καινούργιος ζαχαροπλάστης μας, ο Καχραμάν.

Στη σκηνή βρίσκονται ο Καραγκιόζης και ο Χατζιαβάτης.
Κ.: Βλέπω τον Χατζιαβάτη να πλησιάζει. Για να δούμε μήπως του κάνω καμιά τράκα. Καλημέρα Χατζατζάρη, θα ήθελα μια μικρή χάρη.
Χ.: Στη διάθεσή σου, Καραγκιόζο.
Κ.: Να, σήμερα έχουμε αρνάκι στον φούρνο και μου λείπει ένα υλικό. Μπορείς να μου το δανείσεις;
Χ.: Τι θέλεις; Ρίγανη, κανένα λεμόνι;
Κ.: Το αρνάκι.
Χ.: Δεν έχω χρόνο για πλάκες Καραγκιόζη. Έχω να εκτελέσω μια σημαντική αποστολή.
Κ.: Και ποια είν’ αυτή;
Χ.: Ο Πασάς μου ανέθεσε να βρω δάσκαλο φιλοσοφίας για τη Βεζυροπούλα.
Κ.: Και θα τον πληρώνει;
Χ.: Η αμοιβή του θα είναι να τρώει όποιο γλυκό τραβάει η όρεξή του. Ξέρεις, έχουμε πάρει έναν καινούργιο ζαχαροπλάστη στο σεράϊ που ξέρει να φτιάχνει φοβερό μπακλαβά, εκμέκ κανταϊφ, σουτζούκ λουκούμ, χαλβά, σάμαλι, σεκέρ μπαρέ, ταούκ κιοκσού, καζάν ντιπί, τουλούμπες, κουρκουμπίνια….
Κ.: (Αρπάζει τον Χατζιαβάτη από τον λαιμό.) Αν συνεχίσεις, θα σε πνίξω.
Χ.: Φεύγω τώρα, βιάζομαι σου είπα.
Κ.: Στάσου, πού πας;
Χ.: Τι θέλεις;
Κ.: Εγώ είμαι και φιλόσοφος. Δεν το ήξερες;
Χ.: Με κοροϊδεύεις;
Κ.: Τόσα χρόνια στο μεϊντάνι έχω ακούσει διάφορες σοφίες και μπορώ να τις μεταφέρω στη Βεζυροπούλα.
Χ.: Τι να σου πω. Θα σε προτείνω, αλλά πρώτα πρέπει να κάνω μια γενικότερη έρευνα.

Στη σκηνή βρίσκονται ο Χατζιαβάτης και ο Πασάς.
Χ.: Πολυχρονεμένε μου, υπάρχουν δύο υποψήφιοι για τη θέση του δασκάλου της φιλοσοφίας. Ο πρώτος είναι ο Σοφολογιότατος που μόλις επέστρεψε από πολυετείς σπουδές στην Εσπερία.
Π.: Ενδιαφέρουσα περίπτωση. Ο άλλος ποιος είναι;
Χ.: (Διστακτικά) Ο Καραγκιόζης.
Π.: Αυτός ο ξυπόλυτος που έχει την μπαράγκα απέναντι από το σεράϊ μου. Αυτός που τριγυρνά όλη μέρα στο τσαρσί και τσιγκλάει τους πάντες σαν την αλογόμυγα με ειρωνείες και χωρατά. Όλο μπροστά μου τον βρίσκω.
Χ.: Ξέρει, λέει, πολλές σοφίες.
Π. Ας είναι. Θα τους καλέσω, θα ακούσω τι έχουν να πουν και θα επιλέξω τον πλέον κατάλληλο για τη θυγατέρα μου.

Στη σκηνή βρίσκονται ο Πασάς, η Βεζυροπούλα, ο Σοφολογιότατος και ο Καραγκιόζης.
Σ.: Αξιότιμε κ. συνάδελφε, θα ήθελα να μου εκθέσετε την άποψή σας για ένα θεμελιακό μεταφυσικό ζήτημα που με απασχολεί.
Κ.: Σε ποιον αναφέρεστε;
Σ.: Σε σας φυσικά.
Κ.: Παρακαλώ.
Σ.: Γιατί να υπάρχει κάτι, ενώ θα μπορούσε να μην υπάρχει τίποτα;
Κ.: Και τίποτα να μην υπήρχε, εσύ πάλι θα γκρίνιαζες.
Π.: Κύριοι, την προσοχή σας παρακαλώ. Ο αγώνας αρχίζει. Θα σας θέσω τρία ερωτήματα και ανάλογα με τις απαντήσεις που θα λάβω θα επιλέξω τον καλύτερο. Πρώτον, πού σπουδάσατε;
Σ.: Καταρχάς, στο Πανεπιστήμιο του Ingolstadt του οποίου, όπως θα γνωρίζετε, ο πιο διάσημος απόφοιτος είναι ο μεγάλος Δρ. Frankenstein. Στη συνέχεια έμεινα επί δέκα συναπτά έτη εις Παρισίους, όπου εξεπόνησα διδακτορική διατριβή στην Ecole Abnormaldes Savants Extraordinaires υπό την εποπτεία του καθηγητή Malacan.
Π.: Άφεριμ, εντυπωσιάστηκα. Εσύ Καραγκιόζη;
Κ.: Εγώ σπούδασα στο Μαχαλά Κόλετζ.
Π.: Πού είναι αυτό; Δεν το έχω ακουστά.
Κ.: Είναι στον τενεκέ-μαχαλά λίγο πιο πάνω απ’ εδώ, δίπλα στη χαβούζα.
Π.: Τέλος πάντων. Προχωρώ στο δεύτερο ερώτημα. Θα ήθελα να μου παρουσιάσετε συνοπτικά τη βασική φιλοσοφική θέση σας. Λέγε Καραγκιόζη.
Κ.: Η βασική θέση μου είναι «μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ».
Π.: Ο κόσμος είναι ρόδα και γυρίζει. Τι υπονοείς;
Κ.: Υπονοάω ότι το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι και ότι αν είσαι και πασάς, με την αράδα σου θα πας.
Π.: Πανάθεμά σε, γκιαούρη. Σηκώθηκαν τα πόδια να χτυπήσουν το κεφάλι. Θα σε λιανίσω.
Β.: Πατέρα, σε παρακαλώ. Είμαστε πολιτισμένοι. Τους καλέσαμε να μας πουν τις απόψεις τους. Δεν είναι σωστό να τους σαπίσουμε στο ξύλο.
Π.: Ας δώσω τόπο στην οργή. Η σειρά σου, Σοφολογιότατε.
Σ.: Δώστε προσοχή, excellence. Η διαλεκτική σχέση μεταξύ της οντικότητας του όντος και της αρνητικότητας του μη όντος κυοφορείται πραγμοποιητικά, συμπεριληπτικά και επιτελεστικά μέσα στην ολότητα και την ετερότητα του συνείναι.
Κ.: Πες τα χρυσόστομε, ν’ αγιάσει το στόμα σου.
Σ.: Αγαπητέ συνάδελφε, φρονώ ότι δεν αντιμετωπίζετε με τη δέουσα σοβαρότητα έναν στοχαστή της δικής μου περιωπής.
Κ.: Σωστά φρονάς.
Π.: Ησυχία παρακαλώ. Έρχομαι τώρα στο τρίτο και πλέον βασικό ερώτημα που θα ήθελα να σας θέσω. Ποιο είναι το νόημα της ζωής;
Κ.: Το βασάνισα πάρα πολύ και κατέληξα στο εξής: Το νόημα της ζωής βρίσκεται στα παϊδάκια την ώρα που ψένονται στη χόβολη.
Σ.: (Περιφρονητικά) Το Παγκόσμιο Πνεύμα θα γελούσε μαζί σου κ. συνάδελφε.
Κ.: Τι με λες. Τώρα στεναχωρήθηκα.
Σ.: Κοιτάξτε, οίκοθεν νοείται ότι η εμμένεια που ενέχει το εδώ-παρά-πέρα-είναι μάς καθηλώνει ενέχυρους και εμπερίστατους στην ψευδεπίγραφη αμεριμνησία του δι’ εαυτόν. Ωστόσο, διαμέσου του κατευθυσμού που απορρέει από το φαντασιακό αναδύεται από το έρεβος μια βασιλική οδός που οδηγεί….
Κ.: Πού οδηγεί, βρε παιδί μου; Έχω αγωνία.
Σ.: Μη με διακόπτετε σας παρακαλώ … έλεγα ότι οδηγεί σε μια διεργασία επενεργούσας και καθολικής πνευμάτωσης που και αυτή με τη σειρά της απολήγει στην αυτοαποκατάσταση της καθοριστικότητας στο συγκείμενο του υπερβατολογικού. Αυτό είναι εν συντομία το νόημα της ζωής. Και να μην λησμονούμε κύριοι, το βασικότερο· το μηδέν μηδενίζει.
Κ.: Κι η πείνα θερίζει.
Π.: Πανάθεμά με, εάν καταλαβαίνω κάτι από τον Σοφολογιότατο, αλλά φαίνεται βαθυστόχαστος και εμβριθής. Ο άλλος πάλι ο Καραγκιόζης μόνο παροιμίες και γνωμικά γνωρίζει. Άσε που είναι αυθάδης, ανυπότακτος και απροσκύνητος. Θα προσλάβω τον Σοφολογιότατο, αλλά, για καλό και για κακό, θα παρακολουθώ τι λέει στη θυγατέρα μου.

Ο Σοφολογιότατος και η Βεζυροπούλα αρχίζουν αμέσως μαθήματα και ο Πασάς τους παρακολουθεί κρυμμένος πίσω από έναν τοίχο.
Σ.: Έχεις παιδί μου διαβάσει το Συμπόσιον του Πλάτωνος;
Β.: Μπα, δεν έτυχε.
Σ.: Μιλάει για τον έρωτα.
Β.: Αλήθεια;
Σ.: Γνωρίζεις τι εστίν έρως;
Β.: Όχι, είμαι μικρή.
Σ.: (Της πιάνει το χέρι) Χρειάζεσαι έναν ώριμο και πεπειραμένο άνδρα σαν και μένα να σ’ τον διδάξει.
Β.: Δεν ξέρω, είμαι μικρή.
Π.: (Εισβάλλει σε έξαλλη κατάσταση) Με το κορίτσι μου, ρε σερσερή!
Σ.: Ακούστε Monsieur le Pascha, κανείς δεν είναι κανενός. Εξάλλου, είμαστε πολιτισμένοι.
Π.: Τώρα θα γνωρίσεις τον πολιτισμό μου. Βελιγκέκα,γκελ μπουρντά.
Βελ.: (Σπεύδει οπλισμένος) Στους ορισμούς σου, εφέντη.
Π.: Λιάνισέ του τα παΐδια.
Ο Βελιγκέκας επιτίθεται στον Σοφολογιότατο, ο οποίος αρχίζει να τρέχει φωνάζοντας.
Σ.: Ne me touchez pas. Je suis un intellectuel bien-connu.
Β.: Πατέρα, σε παρακαλώ, να προσλάβουμε τον Καραγκιόζη. Αυτός τουλάχιστον είναι αληθινός.
Π.: Ίσως να ’χεις δίκιο. Αυτός μόνο για το φαγητό νοιάζεται. Το κορίτσι μου θα είναι ασφαλές. Ίσως μάθει και κάτι χρήσιμο πέρα από τις κολακείες και τις δολοπλοκίες που βλέπει κάθε μέρα στο σαράι μου. Εντάξει, να πάει ο Χατζιαβάτης να ειδοποιήσει τον Καραγκιόζη ότι προσλαμβάνεται.

Ο Καραγκιόζης επιστρέφει καταβεβλημένος στην μπαράγκα, μη γνωρίζοντας τις εξελίξεις.
Κ.: Τι λέμε τώρα στην Αγλαΐα; Θα δοκιμάσω να την εντυπωσιάσω με τίποτα από αυτά τα κουφά που έλεγε ο Σοφολογιότατος. Για να δούμε.
Α.: Τι έγινε, την πήρες τη δουλειά να λαδώσει το αντεράκι μας;
Κ.: Άκου Αγλαΐα, αυτό που ξέρω είναι ότι πρέπει να πάθουμε μια πλευρίτωση και να γίνουμε σαν το Παγκόσμιο Πνεύμα, το οποίο δεν πεινάει, δεν διψάει, δεν….
Α.: Κάνεις και χωρατά, κοπρόσκυλο. Τώρα θα δεις.
Η Αγλαΐα αρπάζει μια παντόφλα.
Κ.: Αγλαΐα, σε παρακαλώ. Όχι την καλή παντόφλα, προχτές τη μάζεψα από τη χωματερή. Σύντομα θα βρω και το δεξί.
Η Αγλαΐα εκσφενδονίζει την παντόφλα αλλά από λάθος χτυπά τον Χατζιαβάτη που πλησίαζε και τον ρίχνει αναίσθητο.
Κ.: Αμάν, έχουμε παράπλευρες απώλειες. Σύνελθε Χατζιαβάτη, σύνελθε. (Αρχίζει να τον ταρακουνά).
Χ.: (Συνέρχεται σιγά-σιγά.) Τι έγινε, πού είμαι; Εκεί που περπατούσα κάτι με χτύπησε.
Κ. : Συγκρούστηκες με μια κουκουβάγια.
Χ.: Κουκουβάγια, μέρα μεσημέρι!
Κ.: Αυτή είχε αϋπνίες!
Χ.: Τέλος πάντων. Τώρα θυμήθηκα. Έχω φοβερά νέα. Ο Πασάς έδιωξε τον Σοφολογιότατο και προσέλαβε εσένα στη θέση του.
Κ.: Αμάν, Παναγία μου. Τι είναι αυτά που λες. Έχει ο καιρός γυρίσματα. Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ. Αγλαΐα, πάμε να το γλεντήσουμε.

Ο Καραγκιόζης, η Αγλαΐα, ο Χατζιαβάτης, η Βεζυροπούλα και ο Πασάς χορεύουν σε ρυθμό χασαποσέρβικου.

Τελευταία σκηνή: Ο Βελιγκέκας συνεχίζει να καταδιώκει κλοτσηδόν τον Σοφολογιότατο, ο οποίος προσπαθεί να ξεφύγει φωνάζοντας.
Σ.: Ωχ, ωχ. Das ist unmöglich. Ωχ, ωχ. Das ist genug.

Θεσσαλονίκη 2025

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου τέταρτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη