Εκτιμώ τον Κώστα Κουτσουρέλη ως δοκιμιογράφο και ποιητή και χαίρομαι κατ’ αρχάς που υπάρχει μία σοβαρή απάντηση στο κείμενό μου, η οποία δεν καταφεύγει στην ευκολία των προσωπικών χαρακτηρισμών, αλλά προσφέρει μία βάση θεωρητικής συζήτησης. Είναι σημαντικό να δημιουργήσουμε επιτέλους μία κουλτούρα δημόσιου διαλόγου, ακόμα κι αν διαφωνούμε. Προφανώς, όταν οι ποιητές μιλάμε για θέματα ποιητικής, δηλαδή προσωπικής ταυτότητας, γιατί περί αυτού πρόκειται (μόνο ένας αποστεωμένος φιλόλογος θα θεωρούσε ότι απλώς πρόκειται για ζητήματα αισθητικά ή ηθικά και δεν αφορούν το επισφαλές του Είναι κατά Γκόντφριντ Μπεν, δηλαδή ζητήματα βαθύτατης υπαρξιακής αγωνίας), είναι εύλογο τα πνεύματα να οξύνονται και να προκύπτουν παραναγνώσεις. Σε αυτές θα αφιερώσουμε, λοιπόν, το σύντομο άρθρο μας.
Το κείμενό μου αναφέρει δύο κακοδαιμονίες, προσπερνά μία ενδεχόμενη τρίτη, για την οποία ο Κουτσουρέλης, απ’ ό,τι καταλαβαίνω, διαπιστώνει ότι βρίσκεται σε «ραγδαία αποδρομή» (συμπεριλαμβάνοντας στο woke την queer ποίηση [1]), αλλά θα μπορούσα να παραθέτω πολύ περισσότερες (δυσλειτουργίες του εκδοτικού χώρου και της λογοτεχνικής κριτικής, την αδυναμία προώθησης στο εξωτερικό κ.λπ.) – επέλεξα όμως να μείνω στον πιο ενδιαφέροντα χώρο των ιδεών. Επαναλαμβάνω και εδώ, αλλά είναι σαφές και από τον επίλογο του κειμένου, ότι τίποτα δεν θεωρώ από μόνο του ως κακοδαιμονία, μόνο τον φανατισμό της μονοδοξίας που μπορεί να συσκοτίζει αξιολογικές κρίσεις στο πεδίο. Κατά τ’ άλλα, είμαι αταλάντευτα υπέρ της ποιητικής ελευθερίας από κάθε καταναγκασμό, σύμβαση ή υποχρέωση: η «γλωσσική αυτοπάθεια της ομορφιάς» που επικαλέστηκα, δηλαδή η δεδομένη αυτονομία του κατορθωμένου λογο-τεχνικού έργου, είναι σαφώς πολυφωνική. Περιλαμβάνει και την αριστερή μελαγχολία και τον έμμετρο στίχο και τη φεμινιστική ποίηση και το κουήρ και ό,τι άλλο επιθυμεί κανείς, αρκεί να είναι πρώτα απ’ όλα ποίηση – δηλαδή η γλωσσική ετερότητα του εκάστοτε κειμένου να παραφράζει με συνέπεια το ωραίο, όπως το κατανοεί ο δημιουργός του, χωρίς να θέτει ως προτεραιότητα άλλου είδους εξωαισθητικές σκοπιμότητες. Η σκοπιμότητα είναι μία, το καλό ποίημα. Σε καμία περίπτωση η ποίηση δεν πρέπει να γίνεται τέχνη διακοσμητική. Αν γράφουμε πολιτική ποίηση, η ποίηση παραμένει το τιμαλφές και όχι η λυρική δημοσιογραφία – όλα αυτά, βέβαια, τα έχει πει πολύ καλύτερα ο Ντανίλο Κις. Κι αν, όπως έγραφε ο Σκλόβσκυ [2], η τεχνική της τέχνης συνίσταται στο να καταστήσει τα αντικείμενα της τέχνης ανοίκεια και «ξένα», τότε είναι εμφανές ότι η ποιητική γλώσσα δεν μπορεί να δεσμεύεται εκ των προτέρων από το συμβολικό σύστημα και το γλωσσικό ιδίωμα της οποιασδήποτε πολιτικής ή κοινωνικής στράτευσης.
Ένα από τα παράδοξα είναι ότι όσοι άσκησαν κριτική στο κείμενο θεώρησαν για τον ίδιο ακριβώς λόγο ότι εκείνοι στοχοποιούνται κατ’ αποκλειστικότητα: από τη μια μεριά οι οπαδοί της «αριστερής μελαγχολίας» επειδή δεν τους ανέφερα ονομαστικά μου καταλόγισαν εμπάθεια και αποσιωπήσεις, από την άλλη ο Κουτσουρέλης, επειδή αναφέρω ενδεικτικά λίγους μόνο ονομαστικά, ότι «πραγματικός στόχος είναι μονομέτωπα οι νεοφορμαλιστές». Στην πραγματικότητα, ο λόγος αυτής της διαφορετικής αντιμετώπισης είναι πιο απλός: η «αριστερή μελαγχολία» έξω από έναν μικρό μονολιθικό πυρήνα ποιητών εντάσσει εκόντες άκοντες διάφορους άλλους στο ρεύμα της (μεταξύ πολλών… κι εμένα πριν αρχίσω να γράφω αντιπολιτευόμενα κείμενα), ενώ οι νεοφορμαλιστές είναι πιο ξεκάθαροι σε αυτό που είναι∙ και για να το πω ευθέως, επειδή ασχολούνται με το πώς και όχι με το τι της ποίησης τους αναγνωρίζω ως εγγύτερούς μου. Και προφανώς, αν επιχειρούσα να τους καταλογογραφήσω στο άρθρο μου αναλυτικά, θα γινόμουν βαρετός, όπως για τον μη εξειδικευμένο μελετητή ο νηών κατάλογος της β΄ ραψωδίας της Ιλιάδας. Δεν υπάρχει καμία, προφανώς, «αποσιώπηση» της υπερεθνικής διάστασης του νεοφορμαλισμού, η αχρείαστη επίδειξη εγκυκλοπαιδικών γνώσεων δεν είναι του γούστου μου ούτε εξυπηρετούσε τους στόχους του άρθρου μου (αντίστοιχα, δεν αναφέρω λ.χ. τον Έντσο Τραβέρσο όταν μιλάω για την «αριστερή μελαγχολία», του οποίου, παρεμπιπτόντως, έχουμε δημοσιεύσει εκτενή συνέντευξη στο Φρέαρ). Αν επιπλέον θέλει κανείς να διαβάσει και μία άποψη που αποσυνδέει την παράλυση του σύγχρονου ποιητικού λόγου από τα μοντερνιστικά αιτήματα – κάτι που ισχυρίζονται όσοι προτείνουν τον φορμαλισμό ως πανάκεια –, το άρθρο του Κωνσταντίνου Λερούνη δείχνει τον δρόμο και με απαλλάσσει από τον κόπο να επιχειρηματολογήσω σχετικά.
Τα «πραγματικά λάθη» του κειμένου επίσης αποτελούν διαφορετικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις στο θέμα: ο Κουτσουρέλης θεωρεί τον Χ. ποιητή που διαβάζει με ιεροφαντική σπουδαιοφάνεια [3] ένα ποίημα έμμετρου-παραδοσιακού ή πιο ελευθερωμένου στίχου θαυμαστό, εγώ αντίθετα χασμουριέμαι γιατί ακούω στην καλύτερη περίπτωση έναν ναρκισσευόμενο παππού Γρυπάρη που μόλις βγήκε απ’ την κατάψυξη και δεν κατανοώ πώς αυτό βοηθάει τη διατύπωση μιας σύγχρονης ευαισθησίας: υποβάλλει λόγω της μορφής μια σημαντικότητα, αλλά δεν προτείνει καμιά ιδιαίτερη σημασία. Στο δεύτερο «λάθος» ή «πλάνη» κλείνει το μάτι στην εύκολη κριτική του Λαμπρόπουλου περί «ακραίου κέντρου» [4] και πιστεύει, λες κι έχω εκφράσει κάποια τέτοια άποψη, ότι είμαι «θιασώτης» του παρόντος ποιητικού status quo, «που δεν είναι βιώσιμο». Αντίθετα, η δική μου πεποίθηση είναι ότι στην Ελλάδα, όπως και παντού άλλωστε (στη λογοτεχνία δεν μπορούν να εφαρμοστούν εκσυγχρονιστικά ιδεολογήματα περί «εθνικής υστέρησης» [5] όπως ειπώθηκε, θα ήταν αστείο), γράφεται σήμερα καλή ποίηση, αλλά κυρίως γράφεται πολύ κακή ποίηση – όμως η επιτηδευμένη συνταγή του νεοφορμαλισμού δεν θεωρώ ότι είναι η λύση. Όπως αντίστοιχα, δεν είναι λύση και κάθε οπαδική συσπείρωση γύρω από οποιαδήποτε ιδεολογία περιστασιακά υποδύεται το μέλλον ή παριστάνει ότι το διασώζει.
Η ανυποληψία της σύγχρονης ποίησης δεν οφείλεται ούτε στις μοντερνιστικές δυσκολίες, ούτε στην απουσία κοινωνικού περιεχομένου, ούτε στον σολιψιστικό πλαδαρό συναισθηματισμό των μέτριων ποιητών, ούτε στον παροξυσμό για αναζήτηση μιας διαφοροποιού αυθεντικότητας∙ οφείλεται στην έλλειψη τιμιότητας από μέρους των ποιητών, στα ευτελή κίνητρα φιλοδοξίας τους και στην πνευματική τους οκνηρία που μεταφράζεται σε εκδοτική βιασύνη [6]. Οφείλεται επίσης στην αδυναμία και την απροθυμία, ανάλογα με την περίπτωση, να αναπτύξουμε μία πραγματικά αισθητική αντίληψη των αντικειμένων στα οποία στρέφεται η ποιητική μας γλώσσα, επειδή ακριβώς κάτι τέτοιο προϋποθέτει την αισθητική απόσταση. Εμείς οι ποιητές, λοιπόν, είμαστε αυτοί που απογοητεύουμε τους αναγνώστες μας. Μπορούμε επιτέλους να μη χρεώνουμε το ποίημα στη φθορά;
Σημειώσεις
1. Επειδή κυκλοφορούν εκεί έξω πολλοί μισαλλόδοξοι κυνηγοί κεφαλών, που επιχειρούν να εκμεταλλευτούν τη συγκυρία, να επισημάνω τα γνωστά: το Φρέαρ έχει κάνει αφιέρωμα στην κουήρ λογοτεχνία (τεύχος 8/2023) κι είναι ίσως το μόνο ελληνικό «mainstream» (αν μπορεί να χαρακτηριστεί ως τέτοιο) περιοδικό που σε κάθε τεύχος του υπάρχει κριτική για βιβλίο κουήρ λογοτεχνίας (από την εξαιρετική Γιώτα Τεμπρίδου). Δεν ασχολούμαι με την κουήρ λογοτεχνία επειδή η φάση της υπερβολής, που χαρακτηρίζει κάθε καινοφανή συλλογική τάση, νομίζω πως πλέον τελειώνει και αυτή η κανονικοποίηση, δηλαδή η ένταξη των καλών κουήρ ποιητών στον Κανόνα όχι ως παρ’ αξίαν συμπεριληπτικές εξαιρέσεις αλλά επειδή γράφουν καλή ποίηση, δηλώνει (και) κοινωνική ωριμότητα.
2. Viktor Shklovsky, «Art as Technique» στο Lee T. Lemon and Marion J. Reiss (επιμ.), Russian Formalist Criticism: Four Essays, University of Nebraska Press, Lincoln and London 1965, σ. 12.
3. Δεν πρόκειται για σχήμα λόγου. Δυστυχώς η «επετειακή επισημότητα» των δημόσιων απαγγελιών πολλών ποιητών αυτής της τάσης αποπνέει κωμική αυτοϊκανοποίηση και δεν συμβαδίζει με τη θεωρητική σοβαρότητα του εγχειρήματός τους, αντίθετα τονίζει την παντελή τους έλλειψη χιούμορ. Για να το πω αλλιώς: ενώ υπάρχει πολύς Σουρής για τους άλλους, απουσιάζει από τους ίδιους ο κατεδαφιστικός αυτοσαρκασμός.
4. Χάριν παιδιάς, αναφέρω ένα παράδειγμα αντίστοιχης παράδοξης συμπόρευσης από το παρελθόν: στην ιδεοληπτική του Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας (1962), ο Γιάνης Κορδάτος καταγγέλλει από την πλευρά του σοσιαλιστικού ρεαλισμού τους «ελευθεροστιχίτες», τους ποιητές δηλαδή που προσχώρησαν στην «αναρχούμενη στιχουργική», «ως ξενόπληκτους φορείς της παρακμής και του ιδεολογικού χάους της αστικής τάξης και τους καταδικάζει ως υπεύθυνους για την απομάκρυνση της σύγχρονης λογοτεχνίας από την κοινωνική ζωή», βλ. Ευριπίδης Γαραντούδης, «Για το σύγχρονο ελληνικό στίχο (Η επαναφορά παραδοσιακών μετρικών σχημάτων)», Ποίηση, τχ. 1 (Άνοιξη 1993), σ. 106.
5. Λόγω της σχετικής αναφοράς του Κουτσουρέλη, υπενθυμίζω ότι αν η Διαφωτιστική, η Αριστερή και η Νεοφιλελεύθερη ιστοριονομία επιτάσσουν μια ανυσματική κατανόηση του χρόνου (ευθύγραμμη προς τα εμπρός πορεία), στον χριστιανισμό ο χρόνος δεν θεωρείται ως ευθεία αλλά ως ευθύγραμμο τμήμα με αρχή και τέλος, στο οποίο επάνω κινούμαστε προς τα εμπρός μεν αλλά σπειροειδώς, με βάση τον ενιαύσιο κύκλο των εορτών. Δεν αποδέχομαι την πρώτη, μονοσήμαντη αντίληψη περί χρόνου, στη δεύτερη όμως η τελετουργική επαναληπτικότητα δεν σημαίνει παρά μια νοσταλγία με φορά πάντα προς ένα τέλος. Η νοσταλγία, δηλαδή, δεν αποτελεί μια μυθοποιητική και συνάμα καθηλωτική προσκόλληση σε μια αυτοφαγική αναπόληση, αλλά μια δυναμική κίνηση προς τα έσχατα, και αυτό το σχήμα πρεσβεύω στον βαθμό που μπορώ να το υπηρετήσω. Ανάλογα, αν και υποστηρικτής μίας «μεγάλης αφήγησης», δεν μπορώ να υποστηρίζω ούτε την κατά τη γνώμη μου αβαθή πνευματικά, εμμενή αριστερή μελαγχολία ούτε την άγονη, στην πράξη, επιστροφή στα μεγάλα μετρικά υποδείγματα του παρελθόντος, όσο κι αν βρίσκω σε αυτά επιμέρους ενδιαφέροντα ή γοητευτικά στοιχεία.
6. Τα λέει ωραία ο Ουμπέρτο Σάμπα στο Eugenio Montale, Umberto Samba, Giuseppe Ungaretti, Salvatore Quasimodo, Περί ποιήσεως, εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια: Νίκος Αλιφέρης, Άγρα, Αθήνα 2005, σ. 24.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Olga Titova. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου τέταρτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]







