Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς εγκαταστάθηκε η ευκολία στην πρωτοκαθεδρία των προσωπικών μας προτιμήσεων ούτε πότε ακριβώς άρχισαν οι άνθρωποι να εύχονται ο ένας στον άλλον το περίφημο εκείνο «να περνάς καλά» (ή να «περνάς καλά, ρε») ως την πιο πολύτιμη και πολυπόθητη ευχή (όπου ‘καλά’ εννοείται κυρίως και κατ’ εξοχήν ‘εύκολα’ και ‘χωρίς δυσκολίες’). Ούτε πότε η προσωπική αφήγηση σε φίλο που δεν είχε κάτι καλύτερο να σου προτείνει (ή που δεν ήταν αρκετά συγκεντρωμένος σ’ αυτά που του έλεγες ούτως ώστε να διαμορφώσει άποψη και να μπορεί να εκφέρει γνώμη) κατέληξε στον αφορισμό από μέρους του υπό μορφή συνήθως ερωτήσεως: «τουλάχιστον πέρασες καλά;» ή ως κατάφαση: «τουλάχιστον πέρασες καλά!». Που σημαίνει αφού πέρασες καλά μη λυπάσαι και μη μετανιώνεις ό,τι κι αν έγινε. Ο στόχος ήταν να περνάμε καλά. Αυτή ήταν η απόλυτη αξία ζωής. Όποιος δεν μπορούσε όχι μόνον να πείσει τον εαυτό του αλλά να πείσει και τους άλλους πως περνούσε καλά αποτελούσε ένα είδος κοινωνικού βδελύγματος. Ένοιωθε ένοχος, ντρεπόταν και κρυβόταν από τους άλλους ή παρουσίαζε έτσι τα πράγματα προκειμένου να αποδείξει (και στον εαυτό του και στους άλλους) ότι περνούσε κι εκείνος καλά.
Και ξαναλέω δεν μπορώ να προσδιορίσω χρονολογικά πότε ακριβώς συντελέστηκε αυτή η μετάλλαξη ούτε πώς και γιατί. Την αντιλήφθηκα αρχικά από τις ερωτήσεις των άλλων και κατόπιν από την έκδηλη απορία τους (εκπεφρασμένη ή μη) στην αφοπλιστική μου αφέλεια να ομολογώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος πως δεν περνούσα καλά ή πως αυτό δεν ήταν τέλος πάντων το ζητούμενο. Ούτε βέβαια είμαι σε θέση να γνωρίζω αν η ροπή στην ευκολία ήταν παρούσα πάντοτε στην νεοελληνική πραγματικότητα ή αν πρόκειται, όπως ισχυρίζονται κάποιοι, για φαινόμενο που καλλιεργήθηκε πιο συστηματικά από την δεκαετία του ογδόντα και εξής. Θυμάμαι βέβαια τον πατέρα μου, εκπρόσωπο μιας πολύ παλιότερης γενιάς να λέει περίπου τα τελευταία τριάντα χρόνια πως οι νέοι στο χωριό θέλουν λίγη ή καθόλου δουλειά και πολλά λεφτά για να κάνουν μια σπάταλη και πολυτελή ζωή. Επίσης, τον θυμάμαι να λέει και να άγχεται ήδη από την δεκαετία του ογδόντα πως «το κράτος δεν βγαίνει αφού όλοι θέλουμε να παίρνουμε απ’ αυτό και κανείς δεν θέλει να πληρώνει».
Τότε (την δεκαετία του ογδόντα δηλαδή) τον στραβοκοίταζα βέβαια τον πατέρα μου γιατί στο μυαλό μου κυκλοφορούσαν ελεύθερα οι ιδέες του Αντρέα και στη σχολική μου τσάντα υπήρχε μαζί με τα άλλα βιβλία και ένα βιβλίο με βαθύ πράσινο σταχωμένο εξώφυλλο και τον βαρύ τίτλο «Πατερναλιστικός Καπιταλισμός». Και επειδή ο πατέρας μου δεν ψήφιζε Αντρέα ό,τι έλεγε τότε μου φαινόταν ύποπτο και αραχνιασμένο. Σαν δήλωση που έβγαινε από το χρονοντούλαπο της ιστορίας για να ρίξει νερό στο μύλο της αντίδρασης.
Τέλος, θυμάμαι πως οι προβληματισμοί αυτοί του πατέρα μου άρχισαν σταδιακά να αμβλύνονται και ο ίδιος σχολίαζε όλο και πιο αραιά αυτήν την νοοτροπία της εύκολης ζωής και ακόμη πιο αραιά την απροθυμία των ανθρώπων να αποδώσουν στο κράτος αυτά τα νόμιμα που έπρεπε. Όχι πως ο ίδιος είχε αλλάξει αλλά συνειδητοποιούσε πως σταδιακά μέσα στην δεκαετία του ενενήντα αυτά που το κράτος είχε σπαταλήσει την προηγούμενη δεκαετία σε αυξήσεις μισθών και διάφορες άλλες παροχές άρχιζε τώρα να τα ζητάει πίσω με έμμεσους αλλά σαφείς τρόπους. Αύξηση του κόστους ζωής από τη μια πλευρά ενώ από την άλλη όλοι αυτοί που άρμεγαν την παχιά αγελάδα του ελληνικού δημοσίου και που είχαν τώρα συνηθίσει στην ευκολία και την άρμεγαν με περισσότερη μανία και μένος. Ίσως άρχιζε και εκείνος να ξεκουράζεται μέσα στην χαλάρωση αυτής της ευκολίας και σταμάτησε έτσι να διηγείται τις ιστορίες της πείνας από τον πόλεμο. Όχι εντελώς, αλλά πάντως οι μνήμες δεν ήταν πια καθημερινοί επισκέπτες.
Μόνο κάπου κάπου ακριβώς επειδή μέσα του δεν είχε ποτέ «μασήσει» με το πακέτο του ξαφνικού πλουτισμού της χώρας και των κατοίκων της, σαν μετενσάρκωση της Κασσάνδρας εξέπεμπε τον χρησμό απειλητικά εναντίον μου: «να προσέχεις τα λεφτά, τα λεφτά στο μέλλον δεν θα φτάνουν, να ξεχρεώσεις αν χρωστάς, να προσέχεις τις τράπεζες». Εκεί σταματούσε τις απειλητικές συμβουλές και άρχιζε τις ιστορίες με τις τράπεζες απευθυνόμενος δήθεν στη μητέρα μου και αναφερόμενος δήθεν σε άλλους. Πως ο τάδε που χρωστούσε κατέληξε να πληρώσει τα διπλά και στο τέλος τού πήραν και την περιουσία, πως ο δείνα νόμιζε πως μπορούσε να μην πληρώσει τα δάνειά του στην τράπεζα και βέβαια την πλήρωσε ο ίδιος οικτρά και ούτω καθεξής.
Πάλι όμως σκέφτηκα πως ο πατέρας μου δεν ήξερε, είχε μείνει πολύ πίσω, δεν γνώριζε τις δυνατότητες του ευρώ και τη δύναμη της ισχυρής Ευρώπης. «Τώρα είμαστε στο ευρώ, μπαμπά, τι ’ναι αυτά που λες;». Και εκείνος σαν να μην άκουγε (και πράγματι δεν άκουγε πολύ καλά) συνέχιζε: «πρόσεχε και θα σου περισσέψουν λεφτά. Αν δεν προσέξεις δε θα ‘χεις στο τέλος τίποτα.» (Αναρωτιέμαι τι είδους συμβουλή θα μου έδινε σήμερα…). Ήθελε ο πατέρας μου, όπως και πολλοί άλλοι της γενιάς του, να πιστέψουν στο θαύμα (έστω κι αν δεν πίστεψαν εντελώς τον Αντρέα). Όμως η ανησυχία για τα παιδιά τους και η καταλυτική εμπειρία της γερμανικής κατοχής και της φτώχειας που ακολούθησε δεν τους άφηνε να ησυχάσουν. Ήθελαν κι αυτοί να περάσουν καλά αλλά πώς να το ξεχάσεις όταν ο Γερμανός σε είχε σηκώσει από το κρύο κρεβάτι σου πεινασμένο και σε έσερνε ξυπόλυτο για αγγαρεία όλη μέρα και σου έλεγε κιόλας «όποιος δεν δουλεύει θα πεθάνει» με το όπλο προτεταμένο, έτσι για να σε πείσει για τα επιχειρήματά του;
Μπορεί να βολεύτηκε κατόπιν κι εκείνη η γενιά στη ζεστασιά της ευκολίας και του ψέματος θα μου πείτε. «Όλα τώρα άλλαξαν, είμαστε πλούσιοι, δεν κινδυνεύουμε να ξαναπεινάσουμε ποτέ ούτε εμείς ούτε τα παιδιά μας, ούτε τα παιδιά των παιδιών μας, είμαστε εξασφαλισμένοι, το παρελθόν ήταν ένας κακός εφιάλτης, τώρα καλοπέραση, καφενείο, αλλοδαποί στα χωράφια κι εμάς να μας φέρνει τη σύνταξη ο ταχυδρόμος στο καφενείο.» Όσοι δεν είχαν έντονα βιώματα από την κατοχή ή όσοι ήταν νεότεροι το πίστεψαν πράγματι το παραμύθι. Βόλεψαν και τα παιδιά τους στο Δημόσιο και έκαναν είδωλό τους την ευκολία. Αυτή ήταν ο καινούργιος Θεός της Ελλάδας. Αυτήν λάτρευαν όλοι. Γρήγορα αυτοκίνητα, «καλά» σπίτια, καλά ρούχα, γκόμενες θεές. «Να περνάς καλά, ρε!» Το κέντρο της ζωής έγινε η καλοπέραση. (Ή όπως γράφτηκε και στους τοίχους από κάποιους αναρχικούς: «ρούχα γαμάτα, μυαλά γάματα».) Όταν καλοπερνάς το βράδυ το πρωί σέρνεσαι στη δουλειά και δεν μπορείς να σκεφτείς. Σε λίγο εθίζεσαι και νομίζεις πως αυτή είναι η αληθινή ζωή, κι αν δεν το κάνεις αυτό, αν δε ζεις έτσι πάει δεν αξίζει καθόλου να ζεις…
Κατά τη γνώμη μου πριν από την οικονομική κρίση ήρθε η κρίση στις σχέσεις ως πρώτη αποκάλυψη του ψέματος. Εκεί έσκασε για πρώτη φορά η φούσκα της ευκολίας. Κανείς δεν ικανοποιούνταν με τίποτα. Όλοι έψαχναν την ωραιότερη γκόμενα, τον ωραιότερο και (πλουσιότερο) άντρα, την καλύτερη και πιο έντονη απόλαυση. Όλοι κοιτούσαν τι έκαναν οι άλλοι, τι είχαν οι άλλοι για να το διεκδικήσουν και κείνοι και να το μιμηθούν. Οι σχέσεις άρχισαν να αποδομούνται, οι άνθρωποι άρχισαν να πληγώνουν ανεπανόρθωτα τους άλλους αλλά και τους εαυτούς τους. Ως αντισυμβατικός άνθρωπος ορίστηκε αυτός που δεν έκανε πλέον κανέναν συμβιβασμό στην απόλαυση και στην καλοπέραση. Αυτό το δέλεαρ της απόλαυσης που περιβάλλει την επιφάνεια της ευκολίας άρχισε να ξεφλουδίζει και να δείχνει τα δόντια του. Κανένας συμβιβασμός τελικά σήμαινε έναν ολοκληρωτικό συμβιβασμό.
Πριν έρθει το μνημόνιο είχαν έρθει οι ψυχολόγοι και οι ψυχίατροι. Είχαν κατακλύσει τα κανάλια της τηλεόρασης και είχαν «φορολογήσει» κανονικά τις τσέπες αυτών που φοροδιέφευγαν. Τα παιδιά της ευκολίας δεν ήξεραν να δυσκολεύονται. Στα πρώτα ζόρια χώριζαν τη γυναίκα τους (ή τον άντρα τους) για να ξαναπαντρευτούν και να ξαναχωρίσουν μετά. Έχω ακούσει πολλά ως δικαιολογίες διαζυγίου. Την εποχή των παχιών ακόμη αγελάδων (χωρίς καμιά υποψία πως δεν είμαστε στην Ελβετία άρα μπορεί και να πρόκειται για αντικατοπτρισμό) άκουσα και το εξής: παντρεμένος άντρας είπε στη γυναίκα του πως δεν μπορεί άλλο μαζί της γιατί εκείνου του αρέσει το σνόουμπορντ (και δη στα ελβετικά βουνά –τυχαίο; δεν νομίζω) ενώ εκείνη ήταν στουρνάρι στο σνόουμπορντ και ως εκ τούτου δεν μπορούσαν πια να είναι μαζί…Λέγοντας αυτό θυμάμαι κι ένα άλλο αμίμητο που έχω ακούσει και που μας πάει πίσω στην «αθωότητα» των περασμένων δεκαετιών. Θα ήμουν στα πρώτα φοιτητικά μου χρόνια στην Αθήνα και είχα πάει για να αγοράσω φρούτα στο μανάβικο της γειτονιάς. Ο μανάβης διάβαζε μόνο Αυριανή, γεγονός με το οποίο είχα πλήρως εξοικειωθεί. Ήταν η εποχή που ο Αντρέας είχε μόλις (ξανα)παντρευτεί. Κάτι σχετικό πρέπει να έγραφε η εφημερίδα που δυστυχώς δεν θυμάμαι γιατί η θεωρία που άκουσα κατόπιν τα επισκίασε όλα. Ο Αντρέας, υποστήριζε ο μανάβης, είχε χωρίσει τη γυναίκα του (την Μάργκαρετ) γιατί εκείνη δεν τον άφηνε…να πάει στην Εκκλησία…. Ενώ η Δήμητρα είναι πιστή και… τον άφηνε (να πηγαίνει στην Εκκλησία).
Κάπως έτσι περάσαμε μια περίοδο που έγινε προσπάθεια να δικαιολογηθούν τα πάντα και να μετατραπούν σε μια ενιαία ιδεολογία, στην κυρίαρχη ιδεολογία, την ιδεολογία της ευκολίας. Σ’ αυτήν την ιδεολογία καταλήξαμε να πιστεύουμε όλοι μας ανεξαρτήτως ηλικίας και ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης και μορφωτικού επιπέδου. Ήταν κάτι που κάθετα και οριζόντια επηρέαζε και καθοδηγούσε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Και όλοι δικαιολογούσαν όλους και όλα καθώς τους βόλευε.
Περιττεύει νομίζω να αναφέρει κανείς παραδείγματα όπως το εύκολο σχολείο, τα εύκολα θέματα, το εύκολο πτυχίο, την κατάργηση των αξιολογήσεων ως οπισθοδρομικών (η μη αξιολόγηση εδώ είναι το εύκολο), τους εύκολους διορισμούς, τις εύκολες σχέσεις, τα εύκολα δάνεια, τους εύκολους πολιτικούς, την εύκολη προπαγάνδα, τις εύκολες πολιτικές, τις εύκολες εκλογές, την εύκολη «αριθμητική» του κ. Αλογοσκούφη (διεθνώς πλέον Greek statistics), τις ευκολίες της συνείδησης, τα εύκολα λεφτά και τον εύκολο πλουτισμό, τις εύκολες εκπομπές που κατέκλυσαν την τηλεόραση και μετέτρεψαν τις ειδήσεις σε γραφικό θέαμα (εδώ για την ευκολία της σκέψης – μην τυχόν κουραστεί το μυαλό), και άλλες ατελεύτητες ευκολίες, ων ουκ έστι αριθμός.
«Το ιδανικό της άνεσης θ’ απορροφήσει μια μέρα κάθε άλλο ιδανικό», είχε κάποτε πει ο Άγγελος Τερζάκης, ποιος ξέρει τι φαινόμενα ευκολίας παρατηρώντας κι ο ίδιος στους καιρούς του.
Υπάρχει βέβαια και η άλλη πλευρά του νομίσματος δηλαδή η ευκολία της δυσκολίας. Το δύσκολο δηλαδή, αυτό που μοιάζει στην αρχή σαν άγριο θηρίο και που όμως αν κατορθώσεις να το δαμάσεις μετά απολαμβάνεις μιαν άλλη, πιο βαθιά και διαρκέστερη ευκολία και μια εσωτερική ικανοποίηση που όσοι την έχουν δοκιμάσει δημιουργώντας δεν την ανταλλάσσουν με τίποτα.
[Πρώτη δημοσίευση. Η φωτογραφία είναι του Erik Johansson.]







