frear

Προσευχή – Η παύλα – του Μάρκου Άμγκαρ

Αντί Προλόγου

«Η πιο δύσκολη ποιότητα του ανθρώπου, είναι να εκφράσει το παράπονο του με καλοσύνη. Να περιορίσει τον θυμό του, να λειτουργήσει με το θυμικό του με τρόπο που να του επιτρέπεται να λογοδοτήσει ναι μεν με αιχμηρότητα σε μια κατάσταση, αλλά κυρίως μέσα από το πρίσμα της μελλοντικής δημιουργικότητας που γεννιέται και κρύβεται ύστερα από κάθε σύγκρουση.

Ο συναισθηματικός κόσμος του κάθε ανθρώπου είναι άπειρος κι ανεξερεύνητος. Ο καθένας μας, τουλάχιστον όσοι από εμάς ζούμε σε συνθήκες διαβίωσης που μας το επιτρέπουνε, ανακαλύπτει καθημερινά νέους τόπους και μέρη στην ψυχή του, που ενεργειακές ζυμώσεις καθοδηγούνε το εγώ και το υπερεγώ με τρόπο κάποιες φορές δύσβατο. Τις στιγμές αυτές, καλούμαστε να κάνουμε χρήση του μεγαλύτερου δώρου που έχουμε συγκριτικά με τα υπόλοιπα όντα, του Λόγου. Να μιλήσουμε δηλαδή, να μοιραστούμε τις σκέψεις μας και να βγάλουμε υγιή συμπεράσματα».

I.

Θα μιλήσω πρώτος.

Θέλω να σου υποσχεθώ πως θα προσπαθήσω με όλες μου τις δυνάμεις να μη σου επιτεθώ ξανά. Σε ευχαριστώ που υπάρχεις.

Τα λόγια σου τα γνωρίζω. Σε άκουσα να μου τα λες περισσότερες φορές κι από όσες θυμάσαι να τα ξεστόμισες. Είναι αλήθεια πως αμέτρητες στιγμές πιάνω τον εαυτό μου να συνομιλάμε, να συντονίζεται με την αναπνοή μου ο παλμός των λέξεων σου κι ίσως αντιλήφθηκες πως ούτε ο ίδιος δεν κατέχω να μετρήσω τις φωνές που γλιστράνε στην γλώσσα μου. Δεν σου κρύβω πως φορές φορές νιώθω δεσμονημένος, δέσμιος δηλαδή των μνημών μου, υποταγμένος σε μια ακολουθία ψυχικών ταλαντώσεων από πληθώρα ψυχών που ταραγμένες ζητάνε να πάψει το μνημόσυνο που απλώνεται σαν προσευχή σε έναν κατάλογο που επαυξάνει την αλφαβητική του αναφορική στεναχώρια.

Νιώθω τον στεναγμό σου. Το ηχόχρωμα που ζωγραφίζεται στον από οξυγόνο ανάμεσα μας εγκόσμιο αιθέρα. Και μοιάζει η πανδαισία των χρωμάτων που αναδύεται καθώς ανακατεύονται τα λόγια σου, να εμπεριέχει τέχνες περισσότερες της μιας έτσι που οι αισθήσεις των σωμάτων εκείνων που αποσυντονίστηκαν να τρέμουνε σαν κάρβουνο πρωταναμμένο που αδημονεί να αρπάξει φωτιά και να πυρώσει. Ολάκερο να θυμηθεί πως σαν ήτανε κορμί είχε κι άλλο χρόνο να μετρήσει, είχε κι άλλα μονοπάτια, δρόμους, βουνά και λεωφόρους, χώρες, ηπείρους να διαβεί. Είχε άπειρα κύτταρα που ανυπομονούσανε να ζήσουνε, να δούνε, να ακούσουνε, να αγγίξουνε, να μυρίσουνε, να γευτούνε.

Πράγματι. Στον απέραντο κόσμο που εκτείνεται πέρα από όσα μπορεί ο ανθρώπινος νους ταυτόχρονα να αντιλαμβάνεται και να αντιδρά, θεωρώντας ακόμα την συμπεριφορά του ως δράση, σαν την πρωταρχική εκείνη κίνηση της ενεργειακής του μάζας λες και γεννήθηκε μαζί της όλος ο κόσμος, λες και όσα προϋπήρχανε ήτανε αποτέλεσμα διαχρονικής ημιτελής έκφρασης του σύμπαντος στην μικρογωνιά που θέλει να ονομάζεται Γη. Μα αναρωτιέμαι, γιατί ενώ η δόνηση από μόνη της φέρει ζωή, συμβαίνει να αντιστρέφεται ο σκοπός για τον οποίο δημιουργήθηκε, προκαλώντας συχνά συσκότιση κατά την αλληλεπίδραση της έως και ολοκληρωτική αυτοτροφοδοσία άλλων εξερευνητικών υποστάσεων στοιχειώνοντας και κατασπαράζοντάς τες.

Ο τρόπος να αφομοιώνεται κάθε ερέθισμα με ολιστική αισθητική, δεν έχει ακόμα συνταγογραφηθεί. Είναι γεγονός πως τους τελευταίους αιώνες έχουνε συντελεστεί αισθητηριακές ανακατανομές που σε κάθε μια γενιά που προηγήθηκε της δικής μας, προκαλέσανε συγκοινωνιακή σύγχυση στις όποιες υποψήφιες κι ακλόνητες πεποιθήσεις πιστεύανε πως για πάντα θα μένανε αλώβητες των ιστορικών εξελίξεων. Είναι περιττό να αναφέρω πως οι ίδιοι βρισκόμαστε στην ίδια μοίρα. Συνυπάρχουμε υπό τον ίδιο συγχρονιστικό έλεγχο επιβεβαίωσης της αντικειμενικότητας ή της υποκειμενικότητας που κυοφορούμε. Κι ανάλογα την αντιληπτικότητα που εφησυχάζουμε να προσφέρουμε στους συνανθρώπους μας, δωρίζουμε να ξαλαφρώνουμε από το φορτίο που ο εγκέφαλος μας συντροφεύει στο ταξίδι μας. Ίσως τελικά η ποιότητα του ανθρώπου να έχει συναισθηματική ευλυγισία είναι που τον υποχρεώνει να είναι ο κυρίως υπεύθυνος επιβίωσης του στον όλο βιορυθμό του συμπαντικού ημερολογίου.

Νομίζουμε ότι ζούμε σε επαγρύπνηση. Κάπου μέσα μας πιστεύουμε πως οι εμπειρίες που αποκτήσαμε ως τα τώρα είναι ικανές, είναι ισχυρές να καθοδηγήσουνε τα επόμενα των βημάτων μας σε προορισμούς λιγότερο απρόσμενους των όσων προσδοκιών αναπτύσσονταν καθώς αμόλυντοι βιώναμε κάθε συνάντηση με τον διανοητικό πυρήνα του καθάριου μέλλοντός μας. Αναμοχλεύουμε τις μνήμες μας και συμβαίνει στιγμές σαν ιερό προσκύνημα να περιβάλλονται από ηρεμία. Ξαφνικά συνειδητοποιούμε πως όσα ονειρευόμαστε να μεταμορφωθούμε, όσα αρεσκόμαστε να αγναντεύουμε και να οραματιζόμαστε, φιλτράρονται με μια αναδυόμενη υπομονή των πιο απόκρυφων στοχασμών μας, της λαχτάρας. Κι αποτελεί επιτυχία του νευρικού συστήματος κάθε συγχώνευση νέων εξωτερικών ερεθισμάτων με όσα καμουφλαρισμένα από σιγουριά στηριζόμαστε να επιβεβαιωνόμαστε. Γιατί το μόνο βέβαιο που εμπεριέχει κοσμική αλήθεια είναι η σύναψη του παρελθόντος με το παρόν, μια σχέση ανισόρροπη μιας και η ανθοφορία της μπορεί μονάχα να αποδειχτεί στο μέλλον.

Σε παρακολουθώ με προσοχή, σκέφτομαι πως όταν ακόμα η ακινησία μας φαντάζει ως προθυμία να εμπλουτίσουμε τον φόβο της νοοτροπίας μας, το πρώτο μοίρασμα που γυρνοβολάει το δίκαιο της επιλογής μας είναι ο εγωισμός. Ο υπέρτατος αυτός παράγοντας που λειτουργεί επιταχυντικά στις αποφάσεις των περισσότερων συμπλεγματικών νευρώνων που συνήθως αδιαφορούμε να εστιάζουμε. Ο ημιτελής εαυτός μας, που έχει την χάρη να μας καθοδηγεί στο πνευματικό άπειρο μέσα από τους απανταχού κραδασμούς ξορκίζοντας το καλό και το κακό με όρους αχρωματοψίας, άσπρο ή μαύρο, μαύρο ή άσπρο;! Ε λοιπόν είναι αδύνατον να βρισκόμαστε σωματικά σε δύο μέρη ταυτόχρονα. Η ταύτιση του χώρου και του χρόνου με την στιγμιαία συνάντηση των καθημερινών απολαύσεων ενδέχεται να μας επιφέρει την απαραίτητη ισορροπία να επαναπροσδιορίσουμε τις προτεραιότητες μας. Τολμώ να πω με σιγουριά, πως όσο παράξενο φαντάζει να μιλάμε με όρους ευγένειας σε έναν κόσμο που δείχνει να διέπεται πολλάκις από ασέβεια για την ζωή, είναι το ελάχιστο λιθαράκι εναρμόνισης στο ασυλλήπτου μεγέθους ψηφιδωτό που να απολαύσουμε μας κληροδοτήθηκε.

Υπάρχουνε πολλοί τρόποι να προσεγγίσουμε την πραγματικότητα. Όλοι τους έχουνε το ανάλογο ειδικό βάρος της επιλογής αναβίωσης τους κάθε στιγμή. Καμιά προτίμηση δεν υπερτερεί κάποιας άλλης κι ούτε υπολείπεται αυτής. Ο προσανατολισμός που θα ακολουθήσουμε όσο ζούμε αργά ή γρήγορα θα καταλήξει στο μεγάλο χάδι της απώλειας μας. Πώς τότε μπορεί να υπάρξει μέτρο κατανόησης για το εύρος της ευχαρίστησης των επιλογών μας; Είναι δυνατόν ποτέ συμβάλλοντας στην ετεροχρονισμένη αποβίωση μιας άλλης ψυχής να πιστεύουμε πως κάτι καλό θα συμβεί; Κι όμως ναι. Έχοντας απορρυθμιστεί από τον σεβασμό της ζωτικότητας μας ως ολοκληρωτικό κύκλο βιολογικής υπόστασης, άλλος λιγότερο κι άλλος περισσότερο, γινόμαστε επιθετικοί, γινόμαστε ανταγωνιστικοί. Φτάνουμε να δικαιολογούμε όλα εκείνα που επί της ουσίας αντικρούουμε με τις πράξεις μας και τάχα δηλώνουμε πως υπερασπιζόμαστε.

Αγαπημένε μου, η έλλειψη ταπεινοφροσύνης είναι η ασθένεια του είδους μας, μοναδική σε κλίμακα αποδιοργάνωσης των φωτεινότερων προδιαγραφών που συντροφεύουμε μαζί μας σαν γεννιόμαστε. Είναι η υπεροψία της αιωνιότητας. Παραμένει μυστήριο η ταύτιση μαζί της. Θα στέκει για πάντα ανασταλτικός παράγοντας η θύμηση κάθε φοράς που εργαλειοποιήσαμε τον θάνατο, μικρό ή μεγάλο. Ευτυχώς η φύση μας, μας προσκαλεί να ευγνωμονούμε που χανόμαστε στις σκέψεις μας, να ευγνωμονούμε που αποτύχαμε και μας δίνει ξανά και ξανά την ευκαιρία να προσαρμοστούμε με περίσσια ανοιχτότητα ως την τελική διαδικασία αποσύνθεσης μας.

Μακάρι να μάθουμε να συμβιώνουμε. Σίγουρα αδυνατούμε να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω, να διορθώσουμε στο πέρασμα του όσα κατανοήσαμε διαφορετικά. Αλλά είναι υπέροχο σαν νιώθουμε πως είναι εφικτό να τον αποκωδικοποιήσουμε και να τον απολαύσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο. Θέλω να πεθάνω από γηρατειά.

Σε ευχαριστώ για αυτό το υπέροχο μοίρασμα.
Κι εγώ. Κι εγώ θέλω να πεθάνω από γηρατειά.

II.

Θα μιλήσω πρώτος. Θέλω να σου υποσχεθώ πως θα προσπαθήσω με όλες μου τις δυνάμεις να μη σου επιτεθώ ξανά. Σε ευχαριστώ που υπάρχεις.

Τα λόγια σου τα γνωρίζω. Σε άκουσα να μου τα λες περισσότερες φορές κι από όσες θυμάσαι να τα ξεστόμισες. Είναι αλήθεια πως αμέτρητες στιγμές πιάνω τον εαυτό μου να συνομιλάμε, να συντονίζεται με την αναπνοή μου ο παλμός των λέξεων σου κι ίσως αντιλήφθηκες πως ούτε ο ίδιος δεν κατέχω να μετρήσω τις φωνές που γλιστράνε στην γλώσσα μου. Δεν σου κρύβω πως φορές φορές νιώθω δεσμονημένος, δέσμιος δηλαδή των μνημών μου, υποταγμένος σε μια ακολουθία ψυχικών ταλαντώσεων από πληθώρα ψυχών που ταραγμένες ζητάνε να πάψει το μνημόσυνο που απλώνεται σαν προσευχή σε έναν κατάλογο που επαυξάνει την αλφαβητική του αναφορική στεναχώρια.

Νιώθω τον στεναγμό σου. Το ηχόχρωμα που ζωγραφίζεται στον από οξυγόνο ανάμεσα μας εγκόσμιο αιθέρα. Και μοιάζει η πανδαισία των χρωμάτων που αναδύεται καθώς ανακατεύονται τα λόγια σου, να εμπεριέχει τέχνες περισσότερες της μιας έτσι που οι αισθήσεις των σωμάτων εκείνων που αποσυντονίστηκαν να τρέμουνε σαν κάρβουνο πρωταναμμένο που αδημονεί να αρπάξει φωτιά και να πυρώσει. Ολάκερο να θυμηθεί πως σαν ήτανε κορμί είχε κι άλλο χρόνο να μετρήσει, είχε κι άλλα μονοπάτια, δρόμους, βουνά και λεωφόρους, χώρες, ηπείρους να διαβεί. Είχε άπειρα κύτταρα που ανυπομονούσανε να ζήσουνε, να δούνε, να ακούσουνε, να αγγίξουνε, να μυρίσουνε, να γευτούνε.

Πράγματι. Στον απέραντο κόσμο που εκτείνεται πέρα από όσα μπορεί ο ανθρώπινος νους ταυτόχρονα να αντιλαμβάνεται και να αντιδρά, θεωρώντας ακόμα την συμπεριφορά του ως δράση, σαν την πρωταρχική εκείνη κίνηση της ενεργειακής του μάζας λες και γεννήθηκε μαζί της όλος ο κόσμος, λες και όσα προϋπήρχανε ήτανε αποτέλεσμα διαχρονικής ημιτελής έκφρασης του σύμπαντος στην μικρογωνιά που θέλει να ονομάζεται Γη. Μα αναρωτιέμαι, γιατί ενώ η δόνηση από μόνη της φέρει ζωή, συμβαίνει να αντιστρέφεται ο σκοπός για τον οποίο δημιουργήθηκε, προκαλώντας συχνά συσκότιση κατά την αλληλεπίδραση της έως και ολοκληρωτική αυτοτροφοδοσία άλλων εξερευνητικών υποστάσεων στοιχειώνοντας και κατασπαράζοντάς τες.

Ο τρόπος να αφομοιώνεται κάθε ερέθισμα με ολιστική αισθητική, δεν έχει ακόμα συνταγογραφηθεί. Είναι γεγονός πως τους τελευταίους αιώνες έχουνε συντελεστεί αισθητηριακές ανακατανομές που σε κάθε μια γενιά που προηγήθηκε της δικής μας, προκαλέσανε συγκοινωνιακή σύγχυση στις όποιες υποψήφιες κι ακλόνητες πεποιθήσεις πιστεύανε πως για πάντα θα μένανε αλώβητες των ιστορικών εξελίξεων. Είναι περιττό να αναφέρω πως οι ίδιοι βρισκόμαστε στην ίδια μοίρα. Συνυπάρχουμε υπό τον ίδιο συγχρονιστικό έλεγχο επιβεβαίωσης της αντικειμενικότητας ή της υποκειμενικότητας που κυοφορούμε. Κι ανάλογα την αντιληπτικότητα που εφυσηχάζουμε να προσφέρουμε στους συνανθρώπους μας, δωρίζουμε να ξαλαφρώνουμε από το φορτίο που ο εγκέφαλος μας συντροφεύει στο ταξίδι μας. Ίσως τελικά η ποιότητα του ανθρώπου να έχει συναισθηματική ευλυγισία είναι που τον υποχρεώνει να είναι ο κυρίως υπεύθυνος επιβίωσης του στον όλο βιορυθμό του συμπαντικού ημερολογίου.

Νομίζουμε ότι ζούμε σε επαγρύπνιση. Κάπου μέσα μας πιστεύουμε πως οι εμπειρίες που αποκτήσαμε ως τα τώρα είναι ικανές, είναι ισχυρές να καθοδηγήσουνε τα επόμενα των βημάτων μας σε προορισμούς λιγότερο απρόσμενους των όσων προσδοκιών αναπτύσσονταν καθώς αμόλυντοι βιώναμε κάθε συνάντηση με τον διανοητικό πυρήνα του καθάριου μέλλοντός μας. Αναμοχλεύουμε τις μνήμες μας και συμβαίνει στιγμές σαν ιερό προσκύνημα να περιβάλλονται από ηρεμία. Ξαφνικά συνειδητοποιούμε πως όσα ονειρευόμαστε να μεταμορφωθούμε, όσα αρεσκόμαστε να αγναντεύουμε και να οραματιζόμαστε, φιλτράρονται με μια αναδυόμενη υπομονή των πιο απόκρυφων στοχασμών μας, της λαχτάρας. Κι αποτελεί επιτυχία του νευρικού συστήματος κάθε συγχώνευση νέων εξωτερικών ερεθισμάτων με όσα καμουφλαρισμένα από σιγουριά στηριζόμαστε να επιβεβαιωνόμαστε. Γιατί το μόνο βέβαιο που εμπεριέχει κοσμική αλήθεια είναι η σύναψη του παρελθόντος με το παρόν, μια σχέση ανισόρροπη μιας και η ανθοφορία της μπορεί μονάχα να αποδειχτεί στο μέλλον.

Σε παρακολουθώ με προσοχή, σκέφτομαι πως όταν ακόμα η ακινησία μας φαντάζει ως προθυμία να εμπλουτίσουμε τον φόβο της νοοτροπίας μας, το πρώτο μοίρασμα που γυρνοβολάει το δίκαιο της επιλογής μας είναι ο εγωισμός. Ο υπέρτατος αυτός παράγοντας που λειτουργεί επιταχυντικά στις αποφάσεις των περισσότερων συμπλεγματικών νευρώνων που συνήθως αδιαφορούμε να εστιάζουμε. Ο ημιτελής εαυτός μας, που έχει την χάρη να μας καθοδηγεί στο πνευματικό άπειρο μέσα από τους απανταχού κραδασμούς ξορκίζοντας το καλό και το κακό με όρους αχρωματοψίας, άσπρο ή μαύρο, μαύρο ή άσπρο;! Ε λοιπόν είναι αδύνατον να βρισκόμαστε σωματικά σε δύο μέρη ταυτόχρονα. Η ταύτιση του χώρου και του χρόνου με την στιγμιαία συνάντηση των καθημερινών απολαύσεων ενδέχεται να μας επιφέρει την απαραίτητη ισορροπία να επαναπροσδιορίσουμε τις προτεραιότητες μας. Τολμώ να πω με σιγουριά, πως όσο παράξενο φαντάζει να μιλάμε με όρους ευγένειας σε έναν κόσμο που δείχνει να διέπεται πολλάκις από ασέβεια για την ζωή, είναι το ελάχιστο λιθαράκι εναρμόνισης στο ασυλλήπτου μεγέθους ψηφιδωτό που να απολαύσουμε μας κληροδοτήθηκε.

Υπάρχουνε πολλοί τρόποι να προσεγγίσουμε την πραγματικότητα. Όλοι τους έχουνε το ανάλογο ειδικό βάρος της επιλογής αναβίωσης τους κάθε στιγμή. Καμιά προτίμηση δεν υπερτερεί κάποιας άλλης κι ούτε υπολείπεται αυτής. Ο προσανατολισμός που θα ακολουθήσουμε όσο ζούμε αργά ή γρήγορα θα καταλήξει στο μεγάλο χάδι της απώλειας μας. Πώς τότε μπορεί να υπάρξει μέτρο κατανόησης για το εύρος της ευχαρίστησης των επιλογών μας; Είναι δυνατόν ποτέ συμβάλλοντας στην ετεροχρονισμένη αποβίωση μιας άλλης ψυχής να πιστεύουμε πως κάτι καλό θα συμβεί; Κι όμως ναι. Έχοντας απορρυθμιστεί από τον σεβασμό της ζωτικότητας μας ως ολοκληρωτικό κύκλο βιολογικής υπόστασης, άλλος λιγότερο κι άλλος περισσότερο, γινόμαστε επιθετικοί, γινόμαστε ανταγωνιστικοί. Φτάνουμε να δικαιολογούμε όλα εκείνα που επί της ουσίας αντικρούουμε με τις πράξεις μας και τάχα δηλώνουμε πως υπερασπιζόμαστε.

Αγαπημένε μου, η έλλειψη ταπεινοφροσύνης είναι η ασθένεια του είδους μας, μοναδική σε κλίμακα αποδιοργάνωσης των φωτεινότερων προδιαγραφών που συντροφεύουμε μαζί μας σαν γεννιόμαστε. Είναι η υπεροψία της αιωνιότητας. Παραμένει μυστήριο η ταύτιση μαζί της. Θα στέκει για πάντα ανασταλτικός παράγοντας η θύμηση κάθε φοράς που εργαλειοποιήσαμε τον θάνατο, μικρό ή μεγάλο. Ευτυχώς η φύση μας, μας προσκαλεί να ευγνωμονούμε που χανόμαστε στις σκέψεις μας, να ευγνωμονούμε που αποτύχαμε και μας δίνει ξανά και ξανά την ευκαιρία να προσαρμοστούμε με περίσσια ανοιχτότητα ως την τελική διαδικασία αποσύνθεσης μας.

Μακάρι να μάθουμε να συμβιώνουμε. Σίγουρα αδυνατούμε να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω, να διορθώσουμε στο πέρασμα του όσα κατανοήσαμε διαφορετικά. Αλλά είναι υπέροχο σαν νιώθουμε πως είναι εφικτό να τον αποκωδικοποιήσουμε και να τον απολαύσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο. Θέλω να πεθάνω από γηρατειά.

Σε ευχαριστώ για αυτό το υπέροχο μοίρασμα.
Κι εγώ. Κι εγώ θέλω να πεθάνω από γηρατειά.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Βridget Riley, «Σπουδή» (1967). Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη