frear

Τίποτα δεν χάνεται όταν υπάρχει κάποιος που θυμάται – γράφει η Χρύσα Ευστ. Αλεξοπούλου

Ανθούλα Δανιήλ, Οι αξέχαστοι φίλοι μου, εκδ. Νίκας, Αθήνα 2023.

Αρκετές δεκαετίες η Ανθούλα Δανιήλ υπηρετεί με γνώση και πάθος τον λόγο δημοσιεύοντας σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά κριτική βιβλίου, θεάτρου, μουσικής, εικαστικών τεχνών, χορού, κινηματογράφου, δοκίμια ή υπογράφοντας έργα, όπως τα πιο πρόσφατα Ψηφιδωτό προ πάντων (εκδ. Νίκας, 2021) και Δεκαετίες τερματίζουν όλες μαζί στο νήμα (εκδ. Βακχικόν, 2020). Καρπός αυτής της γόνιμης και αδιάλειπτης πνευματικής δραστηριότητας είναι και το τελευταίο βιβλίο της με τον τίτλο Οι αξέχαστοι φίλοι μου.

Στο «ομιλούν» εξώφυλλο (από τον Σταύρο Δάλκο) ο τίτλος περικλείει τη γενναιόδωρη αγάπη της συγγραφέως –τόσο γνωστή σε όσους γνωρίζουν την Ανθούλα Δανιήλ– ενώ η εικόνα υπομνηματίζει τον τίτλο. Οι φίλοι πρέπει να ήταν ωραίοι σαν τον εικονιζόμενο, ήταν δρομείς στις λεωφόρους του βίου και ως «αξέχαστοι» ανήκουν πια στη μνήμη, συνορεύοντας πλέον μόνο με τον ουρανό, που όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του βιβλίου, ήταν η έμπνευσή τους. Τώρα είναι οι άποικοι του επέκεινα.

Όπως συμβαίνει σε όλα της τα κείμενά της, έτσι και σε αυτό το βιβλίο η συγγραφέας παραμένει αφοσιωμένη στη μεγάλη αγάπη της, τη Λογοτεχνία, η οποία παντοιοτρόπως συμπλέκεται με τη βιωματική αφήγηση και αφήνει αποτυπώματα ευαισθησίας και ενδότερου προβληματισμού. Η επιλογή των σεφερικών στίχων, ως προμετωπίδα, από το Μυθιστόρημα ΙΘ΄, Κι αν ο αγέρας δεν μας δροσίζει/κι ο ίσκιος μένει στενός κάτω από τα κυπαρίσσια/κι όλο τριγύρω ανήφοροι στα βουνά·/μας βαραίνουν/οι φίλοι που δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν, μαζί με πολλές άλλες αναφορές εντός του βιβλίου, που ξεκινούν από τον Όμηρο και φθάνουν στον Κάλβο, τον Καβάφη, τον Σικελιανό και άλλους Έλληνες και ξένους καταξιωμένους δημιουργούς, πιστοποιούν την οργανική σχέση της Ανθούλας Δανιήλ με την ελληνική και διεθνή τέχνη του λόγου.

Μελετώντας το βιβλίο μάλλον κατέληξα ότι τη Δανιήλ δεν την βαραίνουν οι φίλοι και η θύμησή τους, γι’ αυτό κατάφερε με την αγαπητική της στάση απέναντί τους και την αφιερωματική γραφή της να ελευθερωθεί από το συναισθηματικό βάρος που κάθε απώλεια προσθέτει. Άλλωστε, στον Πρόλογο η συγγραφέας μάς ενημερώνει ότι «το βιβλίο δεν είναι πένθιμο. Είναι βιβλίο της ψυχής, της μνήμης, της αγάπης και της νοσταλγίας» και αυτό όντως μένει στον αναγνώστη σαν τελικό απόσταγμα.

Στα τέσσερα μέρη, στα οποία διαρθρώνεται το βιβλίο, θα βρουν τη θέση τους πρόσωπα αγαπημένα, θα παρασταθούν ξεχωριστές στιγμές με κινηματογραφική ενάργεια, θα κατατεθούν ιδέες, οράματα, εμβληματικές δράσεις αλλά και απλές καθημερινές στιγμές που οι «αξέχαστοι φίλοι» τις μπόλιασαν ο καθένας με τον δικό του τρόπο κι έτσι τις ανέθεσαν στην Ανθούλα να τις βγάλει από την πλήξη του συνηθισμένου και τη ρουτίνα του καθημερινού, να τις κάνει στιγμές-αφιερώματα που διαλέγονται με την ποίηση και συνομιλούν με τη φιλοσοφία για θέματα πανανθρώπινα και διαχρονικά.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου, περιορισμένο στην έκταση μόλις τριών σελίδων, περιορισμένο και σε τόπο, ένα σχολείο σε μια γειτονιά, το Ζ΄ Γυμνάσιο Παγκρατίου, εκτείνεται στον χρόνο, συμφύρεται ιδιότυπα με θάνατο και γίνεται το πρώτο σκηνικό εντός του οποίου βρέθηκαν οι άνθρωποι «διορισμένοι» εκεί, για να οικοδομήσουν σχέσεις ζωής, να νικήσουν τον χρόνο κατακτώντας μια μικρή αθανασία, να γίνουν «οι αξέχαστοι φίλοι».

Στο δεύτερο μέρος η συγγραφέας αφήνει τον συντοπίτη με το σχολείο, τον Παγκρατιώτη Μάνο Χατζιδάκι, να μας δώσει τον μίτο, ο οποίος θα μας συνδέσει με τα πρόσωπα που η Δανιήλ γνώρισε, εκτίμησε και βαθιά αγάπησε εκεί «στους πρόποδες του Υμηττού και στις όχθες του Ιλισσού», τόπο περπατημένο από τον Σωκράτη και όχι μόνο. Εδώ η «σχολαστική, καλή Φιλόλογος Βιβή» να υποστασιοποιεί την αγάπη της με την εξαιρετική μαγειρική της, η Νέλη κι ο Μιλτιάδης, ο Θόδωρος που αποκτούσε φτερά όταν χόρευε, ο Δημήτρης της Λευκάδας με την αστραφτερή παρουσία του στη ζωή και στα Γράμματα, ο Θεοδόσης με τα «σκοτεινά κι απαισιόδοξα» ποιήματά του, ο Γιάννης, ο Γιώργος, η Ειρήνη, ο Παναγιώτης. Συνάδελφοι όλοι και κυρίως φίλοι της Ανθούλας, ο καθένας με το χάρισμά του και την προσωπικότητά του περνούν στην ιδιότυπη αθανασία που εξασφαλίζει η γραφή και συγχρόνως γίνονται τόσο οικείοι στον αναγνώστη, επειδή ακουμπούν δικούς του «αξέχαστους φίλους» και ανακαλούν ανάλογα βιώματα. Με περισσή ευαισθησία και τέχνη αποδίδει η συγγραφέας στιγμές ανόθευτης επικοινωνίας ανθρώπων που ήξεραν να συζητούν, να γλεντούν να γεύονται τα αγαθά κοινής τράπεζας, με το φαγητό γι’ αυτούς να μην είναι σκοπός αλλά το μέσον γόνιμης επικοινωνίας.

Το τρίτο μέρος, με τον τίτλο «Οι άλλοι φίλοι μου», αφιερώνεται σε λογοτέχνες και άλλους καλλιτέχνες, των οποίων η προσωπικότητα και το έργο συγκίνησαν τη Δανιήλ, όπως η ίδια δηλώνει. Δώδεκα προσωπογραφίες (Μ. Βρατσάλης, Γ. Βαρβέρης, Ν. Γρηγοριάδης, Κ. Πανιάρας, Χρ. Μηλιώνης, Ν. Κούνδουρος, Ν. Βαλαωρίτης, Γ. Δάλλας, Κ. Παπαγεωργίου, Αντ. Ζέρβας, Κ. Μπαλάσκας, Ολ. Καράγεωργα) με ιδιαίτερη έμφαση στο έργο τους και σε εκείνα τα γνωρίσματα της προσωπικότητάς τους που μοιάζει να το ερμηνεύουν, να το επεξηγούν. Πρόκειται για κείμενα εμβάθυνσης και κριτικής που προσφέρουν στον αναγνώστη τη δυνατότητα σπουδής του έργου των σημαντικών αυτών διανοητών, τους οποίους η συγγραφέας προσέγγισε με οξυδέρκεια, σεβασμό, αγάπη και θαυμασμό. Ολόκληρο το βιβλίο αλλά ιδιαίτερα αυτό το μέρος του δεν μπορεί να περιοριστεί σε μία ανάγνωση· προκαλεί για περισσότερες, γιατί καθεμιά σού αποκαλύπτει και νέα διάσταση.

Στο τέταρτο μέρος το ανακάλεμα αφορά συγγενείς: ο θείος Τάκης, «ιππότης της ασφάλτου, καβαλάρης», συνδέεται πιο άμεσα με την εικόνα του εξωφύλλου κι ακόμα περισσότερο ο Χρήστος «κάτι σαν Τζέιμς Ντιν… με το ένα πόδι στο έδαφος και το άλλο στο πεντάλ». Άνθρωποι γενναιόδωροι με «πλεόνασμα ψυχής», απόντες αρκετές δεκαετίες από τη ζωή αλλά πάντοτε παρόντες στη σκέψη και το θυμικό της Ανθούλας Δανιήλ για να την συνδέουν αρμονικά κι αυτήν σαν έναν κρίκο με την οικογένεια. Το τελευταίο τμήμα αυτής της ενότητας, με τον τίτλο «Ηλιαχτίδες», για τις «ωραίες μικρούλες Έρσι και Ίφι», επιβεβαιώνει ότι ο τροχός του χρόνου θα συνεχίσει να γυρίζει «σαν να ξετυλίγει ένα ατελείωτο σπιράλ, τη σερπαντίνα του Χρόνου», αφού σύμφωνα με τον Ηράκλειτο «ἄνω και κάτω οδός μία». Η μελέτη του βιβλίου, συνολικά, κοινολογεί, ότι δεν πρόκειται για βιβλίο θρήνου, αλλά για βιβλίο μνήμης και τιμής στη ζωή και σε όσους την έζησαν με αξιοπρέπεια, λεβεντιά και δημιουργικό πάθος.

Ανθρώπους και Χρόνο ήρμοσε η Ανθ. Δανιήλ και μας έδωσε την ευκαιρία συμφιλίωσης με το «γεγονός», εφόσον η ζωή ανανεώνεται και δεν τελειώνει, αλλά και οι άνθρωποι που γνωρίσαμε, θαυμάσαμε, αγαπήσαμε παραμένουν αναντικατάστατοι και το ζήτημα που εν τέλει τίθεται είναι Άμα πεθαίνεις/έως πού πεθαίνεις; (Ν. Καρούζος).

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Marcel Rebro. Δείτε τα περιεχόμενα του ένατου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη