frear

Για τη συλλογή «Ο χρόνος και το φέγγος» της Κάρλα Σαρατσίνο – γράφει η Φωτεινή Καπελλάκη

Carla Saracino, Ο χρόνος και το φέγγος, μτφρ. Μαρία Φραγκούλη, Ενύπνιο, Αθήνα 2023.

Ο χρόνος, ένα αίνιγμα που προκαλεί την θλίψη των ανθρώπινων πλασμάτων καθώς ξεπερνά την υπόσταση και τα σχέδιά τους. «Αιών παις εστί παίζων πεσσεύων, παιδός η βασιλείη». Σύμφωνα με τον Ηράκλειτο ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει, ρίχνοντας ζάρια, ενός παιδιού η βασιλεία. Επομένως αν η δύναμη του χρόνου παρ’ ότι βασιλική, παραμένει δύναμη στα χέρια ενός παιδιού, τότε γίνεται ξεκάθαρη η ειρωνεία της παντοδυναμίας του, που ως συνέπεια, έχει την ενεργοποίηση της σκέψης ή αφύπνισης της συνείδησης και ακολούθως της δράσης. Τη στιγμή εκείνη που γεννιέται η απορία, το ερώτημα, ανοίγεται μια σχέση διαλεκτική ανάμεσα στις στιγμές του χρόνου και τον άνθρωπο. Ο βιωμένος χρόνος και η σκέψη δεν είναι ετεροχρονισμένες, με τη σκέψη κάποιες φορές να αποκτά το φέγγος, το προφητικό φως που ρίχνεται στο βάθος του χρόνου. Τότε ίσως και να δύναται να συλληφθεί η ποιητική διάσταση του κόσμου.

Υπό αυτήν την έννοια διαβάζεται η ποιητική ανθολογία με τον τίτλο Ο χρόνος και το φέγγος της Carla Saracino σε μετάφραση της Μαρίας Φραγκούλη (Αθήνα 2023), με την οποία οι εκδόσεις Ενύπνιο συστήνουν την Ιταλίδα ποιήτρια στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Δηλαδή υπό την έννοια μιας διευρυμένης αντίληψης σημασιολογικά, που προσπερνά τη σύμβαση του χρόνου που τηρεί την ακολουθία παρελθόν- παρόν- μέλλον. Πρόκειται για μια ποίηση ανεπίκαιρη, μεστή, με ιδιαίτερο χρώμα, μεγαλοπρεπής χρησιμοποιώντας τα λόγια του Antonio Moresco που βρίσκονται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Η ποίηση της Saracino φαίνεται ότι έχει αφομοιώσει την πλούσια ποιητική παράδοση της Ιταλίας, με τις διακριτές καταγωγικές σχέσεις της να εφάπτονται στον ερμητισμό του Giuseppe Ungaretti, στον συγκρατημένο λυρισμό του Vittorio Sereni, στην neo-avanguardia του Antonio Porta, ενώ έχει κατορθώσει να διαμορφώσει ένα ιδιότυπο προσωπικό ύφος.

Ποιήματα ολιγόστιχα, επιγραμματικά, άτιτλα και πεζόμορφα, με συναισθητική δύναμη χαρακτηρίζουν σιβυλλική τη γραφή της ποιήτριας και ταυτόχρονα αποκαλυπτική, αφού μέσα από αφηρημένα νοήματα που δεν επιθυμούν να καθοδηγήσουν τη σκέψη σε κλειστά σχήματα συμπερασμάτων και με τον τρόπο της λεκτικής αφαίρεσης, προσφέρει στον αναγνώστη τη δυνατότητα της συμπερίληψής του στον ποιητικό της κόσμο, με την ποιότητα μιας συνάντησης, που επισυμβαίνει έπειτα από την καταβύθιση και των δύο στη βαθιά κοίτη του ασύνειδου, που είναι απόλυτα συνδεδεμένο με την ύλη των ονείρων, τη φαντασία. Η Saracino επιβεβαιώνει τον Χάιντερλιν, ότι ο άνθρωπος υπάρχει στη γη ποιητικά, με την ίδια να στέκεται αποστασιοποιημένη απέναντι στην πραγματικότητα, παρατηρώντας με ευαισθησία την ολότητα με την οποία περιβάλλεται ο κόσμος και έπειτα να συμμετέχει σ’ αυτήν μόνο με τις λέξεις της, και σε διαφορετικούς χρόνους από τα συμβαινόμενα και τα συμβεβηκότα. Η πρόθεση αυτή διαφαίνεται στους στίχους:

σε αυτό το πλαίσιο όπου ζω
ακουμπισμένη μαζί σου σε ένα νήμα
που η ζωή μόλις ύφανε,
απελευθερώνουμε ό,τι στιγμιαία βρίσκουμε μακριά μας.

Η μορφή και η φύση των πραγμάτων υπό το βλέμμα της ποιήτριας πολλαπλασιάζονται σ’ έναν κόσμο μεταβαλλόμενο, οι ίριδες του οποίου, πάλλονται πάνω σε στίχους που λειτουργούν ως κάτοπτρα:

απελευθερώνουμε ό,τι βρίσκεται μακριά μας, όταν τρώμε ή πίνουμε,
τη φανέρωση του θαύματος
χωρίς συνέχεια, τη θέα
του άλλου πιθανού προσώπου σε ένα πρόσωπο,
την ύπαρξη στη φύση ενός νεκρού πράγματος
που η φύση έχει ξεπεράσει

ή ακολούθως στους στίχους:

Με είδε σε γυάλινα σπαράγματα, αντανακλώμενη σε οβάλ καθρέφτες πάνω σε
μακρινούς τοίχους./ Ήταν η οδύνη.

Σε αυτό το σημείο η λέξη «οδύνη» μπορεί να συνδεθεί με το ψυχικό άλγος που φέρνει η αίσθηση μιας άσκοπης περιπλάνησης και που είναι πιθανόν ο άνθρωπος να νιώσει σε περιόδους υπαρξιακών κρίσεων κατά την πορεία του βίου του.
Γεφυρώνεται νοηματικά με τον στίχο:

Μην κλαις, πεισματική μου κομψότητα.
Πες μου σοβαρά: η περιπλάνησή σου ήταν μια αποτυχία;

επισημαίνοντας εδώ η Saracino, αυτό το αδιέξοδο της σκέψης, συνομιλώντας με τον W.B. Yeats στους τελευταίους στίχους του ποιήματος «Ψυχοσάββατο»:

Δε θέλω τίποτ’ άλλο,/ Στου νου την περιπλάνηση πια τυλιγμένος/
Όπως τυλίγονται οι μούμιες μες στη γάζα. (μτφ. Σπ. Ηλιόπουλος).

Σε μια άλλη εξήγηση, διαστέλλοντας τη σημασία αυτών των στίχων της Carla Saracino, και προσανατολίζοντάς την στο πεδίο της ποιητικής τέχνης, ίσως και να θέτει τον προβληματισμό η Ιταλίδα ποιήτρια, αν η ποίηση εκφρασμένη με τον τρόπο της γλωσσική ευγένειας, που χαρακτηρίζει την ίδια, μπορεί να εξακολουθήσει να αποτελεί ένα ισχυρό πρότυπο ποιητικής και διανοητικής στάσης απέναντι στα νέα γλωσσικά δεδομένα που εφαρμόζονται στη σύγχρονη ποίηση του 21ου αιώνα, η οποία δεχόμενη τη μετεξέλιξη του ποιητικού λόγου σε έναν λόγο που σε αρκετές περιπτώσεις δεν ενδιαφέρεται να διατηρήσει την ποιητικότητα αλλά να εναρμονιστεί με έναν λόγο πιο καθημερινό και πρόχειρο, ενσωματώνει κάποιες «γλωσσικές συνήθειες», από διάφορους χώρους, προερχόμενων κυρίως από τον ψηφιακό τρόπο επικοινωνίας, σοσιαλ-μίντια, διαφήμιση κ.τ.λ.

Παρακάτω βλέπουμε τη Saracino χρησιμοποιώντας συμβολικά τη λέξη σπίτι, να γράφει:

Κάποιος το έχασε, ξεστρατίζοντας από την πελώρια καρδιά του.

υπονοώντας ότι το σπίτι, μια οντότητα ταυτόσημη με τον εαυτό, χάνεται όταν δεν ακολουθεί τον δρόμο της επιθυμίας, της ηδονής, του ενστίκτου. Έτσι το ποιητικό υποκείμενο έπειτα από την απώλεια των ορίων του περίκοσμου (umwelt) δηλώνει «αλλοιώνω τους τόπους, δεν υπάρχω», αναγκάζεται δηλαδή να μετασχηματίζει τη μορφολογία του ψυχικού γίγνεσθαι σ’ ένα νέο τοπίο, που τελεί υπό το φορτίο μιας εξακολουθητικής ανοικείωσης και η διαρκής προσπάθειά του να εγκλωβιστεί σε νέους συσχετισμούς, κόντρα στην ατομική του αλήθεια που πάντα επιθυμεί να πραγματωθεί, δημιουργεί στρεβλώσεις στο ίδιο, οδηγώντας το στο οδυνηρό αίσθημα της ανυπαρξίας. Πόσο χρόνο όμως καταλαμβάνει το κενό της ανυπαρξίας στην ποίηση της Saracino; Είναι στιγμιαίο, όπως μια κραυγή απόγνωσης ενός συμπιεσμένου και υποτασσόμενου εαυτού στα νέα αιτήματα, ακαριαίο, καθώς ακολούθως το υποκείμενο δηλώνει:

Ευτυχισμένη προχωρούσα στην απώλεια μιας τύχης.
Είχα ζωγραφιστα μάτια και πιγούνι σαν νυχτερινό ράμφος.

Επομένως η απώλεια μιας τύχης εγκιβωτίζεται σε μια νέα κατάσταση ευδαιμονίας που, για να υπάρξει, χρειάζεται έναν καινούργιο μετασχηματισμό, να αποκτήσει δηλαδή το υποκείμενο μια αλλόκοτη μορφή, που θα είναι σε θέση να αιφνιδιάζει τον περίγυρο. Η δύναμη της έκπληξης άλλωστε, πρόκειται για μια ανανεωτική δύναμη αφού προκαλεί την ενεργοποίηση της σκέψης – δράσης του ίδιου, αλλά κυρίως των άλλων, μέσω των οποίων αντικρίζει τον εαυτό του.

Στη θεματική της ποιήτριας η οντολογική αγωνία εκφράζεται και με την ανησυχία για την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος που συντελείται στην εποχή μας. Καθίσταται εμφανής στους παρακάτω στίχους:

Πράγματι υπάρχει
ένα χωριό που μοιάζει στη φωτιά
Το είδαν να ουρλιάζει με φλεγόμενο ράμφος
και από πάνω λόφοι να γίνονται στάχτη
την ώρα του γεύματος, χόρτα κροταλίζουν.

Το τοπίο στην ποίηση της Saracino είναι ένα καθαρό μεσογειακό τοπίο, που ενίοτε χάνει τις γραμμές του μέσα στη διαύγεια του φωτός, όπως υποδηλώνει το εξώφυλλο του βιβλίου, στο οποίο βλέπουμε ένα παράθυρο να ανοίγεται στη θάλασσα μιας ηλιόλουστης μέρας. Έχει ενδιαφέρον ότι η Saracino βλέπει ότι τα πράγματα που την περιβάλλουν, είναι «αλλοιωμένα από κατάχρηση ομορφιάς», ένας περίκοσμος (umwelt) που επιζητά την ενορατική συμμετοχή της ίδιας της ποιήτριας, με τον τρόπο που διαπιστώνεται και στα μελαγχολικά τοπία της σεφερικής ποίησης, όπου η διαισθητική επικοινωνία με το παρελθόν επιτυγχάνεται μέσω μιας ουδέτερης αποστασιοποίησης και όχι μιας υποχρεωτικής επαλήθευσης της ιστορίας.

Στο ποίημα:

Ένα φωτεινό καλοκαιρινό δωμάτιο είπε κάποτε:
ανοίξτε με σαν άγουρο φρούτο
ψάξτε επίμονα τη ματαιότητα
ξηλώστε αυτήν τη φειδωλή ατμόσφαιρα
που κρύβει το νόημα από την αυγή ενός πόνου.
Να γνωρίζετε καλά τα ανώριμα πράγματα.
Συγχωρέστε με που μιλώ.

διαφαίνεται η ικανότητα της ποιήτριας με τον λιτό ποιητικό της λόγο να αναζητά χωρίς παρρησία την αλήθεια, την πληγή ενός εσόμενου κόσμου που αλλοιώνεται μέσα στο σκληρό φως του μεσογειακού ήλιου, σε κείνο το φως που δεν λειτουργεί για να φανερώσει, αλλά για να συγκαλύψει την ασχήμη όψη των πραγμάτων.

Η θάλασσα είναι ένα έρημο τοπίο που το υποκείμενο καλείται να παρεμβάλει τη δική του υπόσταση. Είναι ο χώρος που η ποιήτρια αναζητά και ανακαλεί έναν εαυτό, ενδεχομένως την εκδοχή του εκείνη στην οποία υπερτερεί ο μύθος, η φαντασία έναντι της πεζής πραγματικότητας. Είναι αλήθεια ότι η Saracino έχει περάσει τα παιδικά χρόνια της στην παράκτια επαρχία της Απουλίας και έτσι η θάλασσα, όπως διαφαίνεται κι από τους στίχους της, δεν φαίνεται να αποτελεί μια σύνηθη μεταφορά, αλλά τον βιωμένο ζωτικό της χώρο, όπου αναβιώνοντας μνήμες από αυτήν την ευαίσθητη και μαγική περίοδο, επανεφευρίσκει νέους ορισμούς για τον εαυτό, όταν εκείνος χρειάζεται:

Απ’ τους παφλασμούς της λευκής θάλασσας,
η έρημη παραλία
γιόρταζε κάτι μη αποδεκτό.
Υπήρχε, χωρίς να το βλέπουμε κάτι χαμένο και ανακτημένο

ή άλλοτε η θάλασσα λειτουργεί καταλυτικά, ως ένα προχώρημα για ένα βήμα παραπέρα, από ό,τι διαπιστώθηκε μεθοδικά μέσω της διαδικασίας της αυτοκριτικής:

Έτσι το καταμεσήμερο, εκείνη την ώρα
που σκάβουμε βαθιά στη μνήμη,
το καλοκαίρι καίει στα θερμοκήπια, ολόγυρα θάλασσα,
υπόδειγμα θέλησης που δεν υποχωρεί και διαρκεί
πέρα από την ντροπή και το κλάμα.

Στην παρούσα ανθολογία είναι εύκολο να παρατηρήσει κανείς ότι κάποιες λέξεις όπως η καρδιά, το σπίτι, η μορφή, η θάλασσα, η έρημος λειτουργούν ως σύμβολα, ξεκλειδώνοντας τα εσωτερικά τοπία του αναγνώστη. Η δε επαναληψιμότητά τους παρέχει τη δυνατότητα δημιουργίας ενός μοτίβου αναγνώρισης και διάκρισης αυτών, με τον αναγνώστη έτσι να μπορεί ενδεχομένως με το δικό του έμψυχο υλικό να δημιουργήσει ένα προσωπικό παράλληλο ποίημα, με την έννοια ότι η ποίηση πέρα από την τέχνη της γραφής είναι μια διαφορετική αντίληψη του κόσμου που κατέχουν οι άνθρωποι, με εκείνους να είναι αποσπάσματα του σύμπαντος.

Είναι εντυπωσιακό πως οι στίχοι της Saracino λειτουργούν εξίσου καλά όχι μόνο εντός του ποιήματος στο οποίο έχουν γεννηθεί, αλλά και αποσπασμένοι ξέχωρα αυτού. Αποτελούν στοχαστικά αποστάγματα μιας πολυπρισματικής θέασης του κόσμου, που για να διατυπωθεί ή διακριθεί δεν έχει ανάγκη τις μεγαλόπνοες ποιητικές συνθέσεις ούτε υφολογικά τους υψηλούς τόνους. Είναι φανερό, διαβάζοντας το βιβλίο Ο χρόνος και το φέγγος ότι ο χρόνος βιώνεται ποιητικά, όπως άλλωστε αξίζει να βιωθεί σύμφωνα με τον Μαρσελ Προυστ, από μια ποιήτρια που έρχεται από τον νότο της Ευρώπης, όπως γράφει ο Antonio Moresco, συνενώνοντας έναν ποιητικό και φιλοσοφικό κόσμο, αραβικό-ισπανικό, όπως υποδεικνύει και το επώνυμό της.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημανθεί η πολύ καλή δουλειά της μετάφραστριας Μαρίας Φραγκούλη. Μεταφέρει στον αναγνώστη το ηχόχρωμα, τη γλαφυρότητα του ύφους, τη συνέπεια του νοήματος και τη γλωσσική λεπτότητα των ποιημάτων της Saracino με διαύγεια. Για να ξέρει κανείς τα όρια του κόσμου, πρέπει σύμφωνα με τον Ένγκελς να βρίσκεται ήδη εκτός του, και η Carla Saracino, αναλαμβάνει με ωριμότητα να διερευνήσει τα όρια αυτού του κόσμου-ορατά και αόρατα- υπό το φιλοσοφικό της βλέμμα και την ανεπιτήδευτα γοητευτική γραφή της.

Carla Saracino – Εργογραφία

Ποίηση:

I milioni di luoghi (LietoColle, 2007) Βραβείο Saba Opera
Il chiarore (LietoColle, 2013)
Qualcosa di inabitato, insieme a Stelvio Di Spigno (Edb, 2014)
Paesaggio (Gattili, 2018)

Βιβλία παιδικής λογοτεχνίας:

Gli orologi del paese di Zaulù (Lupo, 2012)
Fiabe lombarde (Pane e Sale, 2018)
Il mare è… (Kurumuny, 2021)
Un giorno come gli altri (Kurumuny, 2021)

Βιβλιογραφία

Κώστας Αξελός – Ο Ηράκλειτος και η φιλοσοφία, εκδ. Εξάντας
Δημήτρης Τζιόβας – Από τον λυρισμό στον μοντερνισμό, εκδ. Νεφέλη

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Moises Levy. Δείτε τα περιεχόμενα του ένατου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

 

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη