frear

Λογοτεχνία στην επικράτεια της φιλοσοφίας (ή και το αντίστροφο) – γράφει ο Λάμπρος Παπαδήμας

Σημειώσεις αναφορικά με τη Διαλεκτική των Χρήστου Κολτσίδα και Γιώτας Τεμπρίδου

Γράφοντας τις επόμενες λέξεις θα επιχειρήσω την περιγραφή μιας αμοιβαίας αλληλοπεριχώρησης ή αν θέλετε ενός αμοιβαίου συγκερασμού. Τοποθετώντας τις σκέψεις μου σε μία σειρά, δεν διεκδικώ δάφνες κριτικής αρτιότητας, αλλά μάλλον το «ενδέχεται» και το «πιθανώς» της προοπτικής μου και των εντυπώσεων που γεννήθηκαν διαβάζοντας το βιβλίο Διαλεκτική των Χρήστου Κολτσίδα και Γιώτας Τεμπρίδου (Ακυβέρνητες Πολιτείες, 2022).

Η ώσμωση φιλοσοφίας και λογοτεχνίας είναι μάλλον τόσο παλιά όσο και η ύπαρξη των δύο εννοιών. Ο δρόμος που διανύει αυτή η σχέση είναι διάσπαρτος από προσπάθειες αμοιβαίου εποικισμού. Από τη μία πλευρά συναντούμε φιλοσόφους που αξιοποιούν τη λογοτεχνία ως ένδυμα της γραφής τους, όσο και άλλους για τους οποίους η λογοτεχνική γραφή αποτελεί ζήτημα ουσίας, μέθοδος και εργαλείο, λόγου χάρη ο Πλάτων ή ο Νίτσε. Από την άλλη πλευρά, λογοτέχνες όπως ο Ντοστογιέφσκι, ο Κάφκα ή ο Τζόυς, άλλοτε συγκροτούν έργα τα οποία αποτελούν στον πυρήνα τους έναν φιλοσοφικό στοχασμό και άλλοτε έργα τα οποία πυροδοτούν νέους, εξωκειμενικούς στοχασμούς, οι οποίοι πολλές φορές ξεφεύγουν κι από τις αρχικές προθέσεις των συγγραφέων.

Στον αντίποδα, υπάρχει και η παραδοσιακή κριτική που υποστηρίζει την περιχαράκωση και τη μη-νόθευση των εννοιών και των μεθόδων. Για αυτή την οπτική της απομάγευσης και του ορθολογισμού, τα όρια μεταξύ λογοτεχνίας και φιλοσοφίας είναι και οφείλουν να είναι διακριτά.

Η Διαλεκτική του Χρήστου Κολτσίδα και της Γιώτας Τεμπρίδου είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αμοιβαίου συγκερασμού φιλοσοφίας και λογοτεχνίας. Μιλώντας πρώτα για τη διαλεκτική ως έννοια, θα μπορούσαμε να την παρομοιάσουμε με ένα διανοητικό σύννεφο, που παίρνει κάθε φορά το σχήμα του καιρού της. Το σχήμα που της δίνουν οι λογικές μέθοδοι, τα διαλεκτικά εργαλεία, τα εξηγητικά μοντέλα, η αναλυτική μανιέρα που εξηγεί τον κόσμο κάθε φορά στην εποχή του. Από τον Ζήνωνα, στον Πλάτωνα, από εκεί στον Καντ και τελικά στον Χέγκελ, η διαλεκτική υφίσταται τις μεταμορφώσεις που επιφέρουν στο σώμα και στη μέθοδό της οι εκάστοτε φιλόσοφοι που καταπιάστηκαν μαζί της, σαν κακοί ξεναγοί (για να δανειστώ μια μικρή αναφορά από το ποίημα του Χρήστου Κολτσίδα ‘φιλοσοφία και λογοτεχνία’), προσπαθώντας να κάνουν το άρρητο, ρητό.

Στις σελίδες του βιβλίου συναντιέται ο Ρεμπώ με τον Βέρνερ Χάιζενμπεργκ, ο Καντ με τον Νίτσε και τον Βίτγκενσταϊν, ο Καμύ με τον Πλάτωνα ή ακόμη και με τη Μαριανίνα Κριεζή. Πού τοποθετούμε, ωστόσο, τη Διαλεκτική; Είναι ένα δοκίμιο πάνω σε φιλοσοφικές έννοιες; Είναι μήπως ένα παιγνιώδες φιλοσοφικό λεξικό (άλλωστε ακολουθεί και μια αλφαβητική δομή); Ή είναι τελικά ένα τολμηρό λογοτεχνικό παίγνιο, που κάνει τις φιλοσοφικές έννοιες ταληράκια και τις αποδίδει στον αναγνώστη, απογυμνωμένες απ’ τον βερμπαλισμό και την πειθαρχία των ακαδημαϊκών τους ειδώλων; Καμία κατάφαση και καμία άρνηση δεν μπορεί να είναι απόλυτη στα παραπάνω ερωτήματα.

Η Διαλεκτική δίνει την αίσθηση ενός βιβλίου με υβριδικό χαρακτήρα. Από τη μία μιμείται τη δομή ενός ακαδημαϊκού, φιλοσοφικού δοκιμίου: έχουμε λόγου χάρη Εισαγωγή ή κεφάλαια (ποιήματα ή μικροδιηγήματα) που αναφέρονται σε διαφορετικές φιλοσοφικές έννοιες, ενώ παράλληλα, ειρωνεύεται κι αποδομεί ακριβώς αυτή την πειθαρχία των αυστηρών εγχειριδίων.

Το βιβλίο αποτελεί ένα φιλοσοφικό-λογοτεχνικό παιχνίδι, το οποίο οικοδομείται πάνω σε μια διαλογική διαδοχή ποιημάτων και πεζών, όπου οι συγγραφείς μεταχειρίζονται τα εξής σχήματα: αφαίρεση, πύκνωση, σύνθεση. Άλλοτε τον ρόλο της αφαίρεσης τον έχουν τα ποιήματα, άλλοτε τα πεζά και ούτω καθεξής, ενώ και τα δύο λογοτεχνικά παραδείγματα συναρτούν μαζί μια σύνθεση για κάθε φιλοσοφική έννοια που πραγματεύονται. Συνήθως, ο Κολτσίδας απογυμνώνει, παράγει ελλειπτικές εικόνες, ανατέμνει, ενώ η Τεμπρίδου συσσωρεύει, συγκολλά και χτίζει. Επιπλέον, μεταχειρίζονται συχνά την ειρωνεία ως εργαλείο και ως υφολογική επιλογή, με σκοπό την αποδόμηση και τη διακωμώδηση, κατορθώνοντας παράλληλα να καταργήσουν την απόστασή τους από το αναγνωστικό υποκείμενο.

Οι δύο συγγραφείς διαλέγονται με φιλοσοφικές έννοιες, ταυτόχρονα όμως τις εξηγούν, τις ερμηνεύουν, τις ανασυνθέτουν και τις αποδίδουν στον αναγνώστη, πολλές φορές σχεδόν παραβολικά. Τα πεζά και τα ποιήματα, έχουν την αμεσότητα της λαϊκής σοφίας, η οποία διαισθητικά και καίρια χτυπάει φλέβα, χωρίς πολλές περιστροφές. Ίσως η πιο σημαντική κατάκτηση του βιβλίου να εντοπίζεται ακριβώς σε αυτό το σημείο, στο ότι κατορθώνει, χωρίς επιστημονισμούς, να παραβιάσει τις κλειδαριές του λογοτεχνο-φιλοσοφικού ελιτισμού και να τις αφήσει ορθάνοιχτες για όλα εκείνα τα υποκείμενα, τα οποία το πολιτισμικό κατεστημένο επιμένει να κρατά πεισματικά έξω από την επικράτειά του, χαρακτηρίζοντάς τα ανάξια ή και αδύναμα να κατανοήσουν τους καρπούς της διανοητικής εργασίας.

Ο Κολτσίδας κι η Τεμπρίδου τελικά, εργάζονται για την επαναμάγευση του κόσμου, καθώς κλέβουν απ’ το μεδούλι και της φιλοσοφίας και της λογοτεχνίας και αποδίδουν τα κλοπιμαία στο αναγνωστικό κοινό, χωρίς να απαιτούν προϋποθέσεις για να μπει κανείς σε αυτόν τον λογοτεχνο-φιλοσοφικό χορό. Εδώ η ουσία δεν κρύβεται σε υποσημειώσεις και βιβλιογραφικές αναφορές. Φύση και ουσία είναι το ένα και το αυτό.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Glen Mckenna. Δείτε τα περιεχόμενα του όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη