frear

Ο σπιτονοικοκύρης, η Τραβιάτα κι ένας μεγάλος έρωτας – της Ρίας Φελεκίδου

Κάποιοι λένε πως ο έρωτας μπορεί να σε βρει παντού. Εγώ πάντως δεν του έδινα πολλές ευκαιρίες. Το σπίτι είναι το βασίλειό μου. Έβγαινα έξω μόνο όταν τέλειωναν οι προμήθειες- αναγκαστικά. Το έξω δε μοιάζει πια με το έξω που ήξερα τότε που το έξω είχε ενδιαφέρον και το σπίτι δε με αφορούσε. Ήμουν ήσυχη μέσα στο παλιό δυάρι κι ας έπεφταν σοβάδες απ’ το ταβάνι κάθε τόσο στο κεφάλι μου. Πήγαινα πάνω κάτω απ’ το υπνοδωμάτιο στο καθιστικό κι από εκεί στην τρύπα που έπαιζε τον ρόλο του μπάνιου –δεν ήταν και μεγάλες οι αποστάσεις. Όταν βαριόμουν άρχιζα τα χασμουρητά και δε σταματούσα μέχρι να αρχίσουν να θυμίζουν τις κορώνες της Τραβιάτας, την ώρα που προσπαθεί να μας πείσει πως η ζωή είναι μια βεγγέρα.

Μια μέρα όμως, ήτανε γύρω στις οκτώ και το θυμάμαι γιατί είχα κάνει κιόλας 1814 φορές τη διαδρομή μου, κάποιος χτύπησε την πόρτα τόσο δυνατά, που προκάλεσε μια ανεπαίσθητη ρωγμή στο φθαρμένο ξύλο και στην ακοή μου.

Άνοιξα από περιέργεια και να’ τον, μετά από τέσσερα ολόκληρα χρόνια, ακουγόταν σαν τρένο να πηγαίνει πέρα δώθε στα όρια της κουρελούς που είχα για πατάκι εισόδου και να μιλάει σαν πολυβόλο βαριανασαίνοντας, βγάζοντας ένα διαπεραστικό σφύριγμα κάθε τόσο. Αυτό δε με πείραξε καθόλου.

Μου αρέσουν οι άνθρωποι που θυμίζουν εκκρεμή που στριγγλίζουν την ώρα της ταλάντωσης. Εκείνοι που ανεβαίνουν στην μπαλαρίνα στο λούνα παρκ, για να σιγουρευτούν πού τερματίζουν οι φωνητικές χορδές τους και να μετρήσουν τις φορές της κορύφωσης. Οι ακατανόητοι πλάνητες που εμφανίζονται από το πουθενά και δε βάζουν γλώσσα μέσα πλάθοντας ένα λεκτικό βασίλειο ασχετοσύνης. Θα’ χουν πολλά να μου πουν αυτά τα τυπάκια, την ώρα που καίω το φαγητό, γιατί μου αρέσει να ξύνω τα καμένα ακούγοντας την Τραβιάτα στη διαπασών.

Του το ’πα έτσι, χωρίς περιστροφές, όταν άρχισε να μου ζητάει το νοίκι για ένα σπίτι που δεν του ανήκε, όχι πια, αφού έλειπε τόσα χρόνια και μάλιστα από το χρονικό εκείνο σημείο που είχε παραδεχτεί πως έμοιαζε να γεννήθηκα εκεί μέσα, σαν έπιπλο έμοιαζα στον χώρο, τόσο ταιριαστή, από τότε που μου το παραχώρησε και αναχώρησε για το άγνωστο, εκείνος έτσι ονόμασε τη φυγή του και ήταν τότε ακριβώς. Που με άφησε στο άθλιο πρώην διαμερισματάκι του να φυλάω καραούλι σαν πιστός σκύλος.

Εκείνος όμως έκανε τον κουφό, συνέχιζε τον μονόλογο για τα λεφτά, αγνοώντας την ανάγκη μου να ξύσω τις κολλημένες μελιτζάνες από τον πάτο της κατσαρόλας και να τον γυαλίσω κι επιπλέον η Τραβιάτα τραβούσε ακόμη και δεν την άφηνα ποτέ ανάκουστη και ματαίως σπαταλημένη.

Όμως μπήκε μέσα κι έκλεισε την εξώπορτα, αυτό ήταν καλό σημάδι σκέφτηκα, τι να κάνεις με έναν αχρείαστο στην είσοδο, στο μεταίχμιο να μπει ή να βγει, να μείνει ή να φύγει, να στα σπάσει ή να σε φουντώσει, από το άλλο το φούντωμα, εκείνο που έρχεται ξαφνικά και αλλάζει τις διαστάσεις στον χώρο. Και στο κεφάλι σου.

Αποφάσισα να δώσω μια ευκαιρία. Στο φούντωμα που θυμόμουν πως με κέρναγε μια γεωμετρία πιο ενδιαφέρουσα. Χωρίς σφηνάκια κι αχρείαστα διεγερτικά μυρίσαμε ο ένας τον άλλο σα σκυλιά και ανοίξαμε την αυλαία σε έναν έρωτα από εκείνους που μεταμορφώνουν τους σοβάδες σε νιφάδες χιονιού και τα μπακίρια σε χρυσάφι.

Έτσι ξεκίνησε ένας μεγάλος έρωτας που τ -έλειωνε το ίδιο μεσημέρι, την ώρα που η πόρτα θρηνούσε για μια καινούρια ρωγμή, ο σπιτονοικοκύρης μου έσφιγγε τα χαρτονομίσματα στις βαριές παλάμες του φεύγοντας και η Τραβιάτα συνέχιζε να μη σηκώνει κουβέντα:

«Η ζωή είναι μια βεγγέρα κυρά μου, ακόμη την κατσαρόλα σου;»

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Λουκάς Βενετούλιας. Δείτε τα περιεχόμενα του έκτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη