frear

To παράξενο μπόξερ στο κομοδίνο – του Ντίνο Μπουτζάτι

Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος

Στα δεκατέσσερά μου –περίπου πριν από μισό αιώνα– δεν έμπαινα στον κόπο να καταγγέλλω στον κόσμο τον εγωισμό, την ανοησία και την κοινωνική αναλγησία των γονιών μου, αλλά είχα τρία πάθη: την Αιγυπτιολογία, την οποία ασκούσα με αρκετή αφέλεια μέσω των εγχειριδίων του Hoepli και των κειμένων του Maspero (των εκδόσεων abregée)· τα βιβλία που είχε εικονογραφήσει ο Άρθουρ Ράκχαμ, Άγγλος υδατογράφος με εξαιρετικό ταλέντο, που μια μέρα θα χρειαστεί πάντως να ανακαλύψουμε και πάλι· και τα πορσελάνινα ή μαγιόλικα κεραμικά ζωάκια.

Αυτή η τρίτη προτίμηση θα φαινόταν πολύ παράξενη για ένα αγόρι του σήμερα, οι γονείς θα τρομοκρατούνταν και θα συμβουλεύονταν έναν ψυχίατρο. Εκείνους τους καιρούς, όμως, δεν προκαλούσε καμία ανησυχία. Τα πιο αξιαγάπητα ζωάκια, τα οποία ωστόσο κόστιζαν μια περιουσία και δεν τολμούσα να φανταστώ ότι θα τα αποκτήσω, ήταν εκείνα που κατασκευάζονταν σε εργαστήρια της Κοπεγχάγης. Μια συλλογή από αυτά ήταν πάντα εκτεθειμένη στο υπέροχο (για μένα) κατάστημα του Guglianetti στο Μιλάνο («Είδη δώρων»), στη συμβολή της οδού Manzoni, αν θυμάμαι καλά, με την οδό Romagnosi, όπου βρίσκεται τώρα η Ιταλο-Ισραηλινή Τράπεζα. Από τα ζωάκια της Κοπεγχάγης υπήρχε στο σπίτι μας μόνο ένα σαλιγκάρι, με πολύ λεπτά χρώματα, αλλά με τέσσερα σπασμένα κέρατα. Παρά τον αξιοθρήνητο τραυματισμό του, το σαλιγκάρι επέζησε μέχρι σήμερα αναλλοίωτο. Στα δεκατέσσερά μου χρόνια ήμουν τρομακτικά αφελής (είχα την υποψία ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στην παλιά ιστορία του χωραφιού με τα λάχανα από τα οποία ξεπρόβαλλαν τα παιδιά, αλλά δεν είχα καταλάβει ακόμη πλήρως πώς ερχόντουσαν τα πλάσματα στον κόσμο), ωστόσο είχα πάψει από καιρό να πιστεύω στο Βρέφος Ιησού.

Αυτό, φυσικά, δεν είχε κλονίσει την παράδοση του χριστουγεννιάτικου δώρου από τους γονείς. Θυμάμαι τώρα… εκείνη τη χρονιά ο πατέρας μου είχε πεθάνει, και παρ’ όλο που η δική μας ήταν, για εκείνη την εποχή, μια ευκατάστατη οικογένεια –στο βαθμό που τα τέσσερα αδέρφια μπορέσαμε, πράγμα για το οποίο ντρέπομαι πολύ, να συνεχίσουμε τις σπουδές μας μέχρι το τέλος, χωρίς να αναγκαστούμε να στρατολογηθούμε ως μούτσοι ή σαν βοηθοί εργατών ανθρακωρυχείων ή να κάνουμε τη λάντζα στο γωνιακό μπαρ ή να κουβαλάμε τα καφάσια του μανάβη– είναι σαφές ότι η μητέρα, αληθινά πολύ θαρραλέα γυναίκα, αγωνιζόταν να μην αλλάξουν οι συνήθειες της οικογένειας, αν και οι πόροι της είχαν περιοριστεί πολύ.

Παρ’ όλα αυτά, η μητέρα μού έδωσε να καταλάβω ότι για τα Χριστούγεννα θα μου δώριζε ένα σκυλάκι, από πορσελάνη ή κεραμικό, και αυτό ακριβώς ήταν, ας γελάτε, εκείνο που περισσότερο από όλα επιθυμούσα για δώρο.

Ήταν θλιβερά εκείνα τα Χριστούγεννα για εμάς. Δεν υπήρχε δέντρο με ασημένιες μπάλες και φωτεινά φανάρια. Ούτε υπήρχε το εορταστικό μεσημεριανό γεύμα της παραμονής των Χριστουγέννων, ελαφρύ και άπαχο, σύμφωνα με το βενετσιάνικο έθιμο, που συνήθως κατέληγε σε ένα γιγάντιο λαβράκι και μετά στο εξαιρετικό παγωτό των αδερφών Pirovini (εκείνων στην οδό Fiori Chiari, που τώρα έχουν, στην ίδια διεύθυνση, ένα εστιατόριο, αλλά δεν φτιάχνουν πια εκείνα τα υπέροχα σορμπέ που, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, αντάξιά τους δεν βρίσκονται πουθενά στον κόσμο, ούτε στη Νάπολη ούτε στο Παλέρμο.

Πήγαμε για ύπνο τη συνηθισμένη ώρα και τη συνηθισμένη ώρα με πήρε ο ύπνος, γιατί η ιδέα του δώρου μού χαμογελούσε, αλλά δυστυχώς δεν αποτελούσε πια, όπως κάποτε, ένα πάθημα ψυχής ικανό να μου αφαιρέσει τον ύπνο.

Και έτσι το πρωί, όταν ξύπνησα, βρήκα έναν σκύλο στο κομοδίνο μου να με κοιτάζει με ιδιαίτερο τρόπο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ όσο ζω το συναίσθημα που με κατέλαβε: πικρή απογοήτευση και ανείπωτη τρυφερότητα μαζί.

Ο σκύλος, καθισμένος στα οπίσθια του, στεκόταν ευθυτενής στα μπροστινά του πόδια. Ήταν ασπρόμαυρος, με μεγάλα μπαλώματα στη ράχη. Η μουσούδα του έμοιαζε αόριστα με πυγμάχου, αλλά χωρίς έντονα χαρακτηριστικά. Θα μπορούσε να τον περάσει κανείς για μπάσταρδο. Όσο για το μέγεθος, απείχε πολύ από το να το πεις εντυπωσιακό. Το ύψος του θα ήταν τουλάχιστον τριάντα εκατοστά. Κοντολογίς, ένας διακριτικός κορμός. Και αναμφίβολα με μια φυσιογνωμία συμπαθητική. Αλλά γενικά ένα κακότεχνο πράγμα. Τραχύ κεραμικό με θολή επιφάνεια και όλο με ακανόνιστες προεξοχές. Ένα φτηνό αγαλματάκι.

Αλλά ακριβώς από αυτό πήγαζε η συγκίνησή μου, στη σκέψη δηλαδή της μητέρας μου, των μυστικών στρατηγικών της να με δει ευτυχισμένο χωρίς να χρειαστεί να ξοδέψει πολλά. Και αυτός, ο σκύλος, ήταν ο πρώτος που το αντιλήφθηκε.

«Μη μου πεις όχι», ήταν η πρώτη του κουβέντα, «μη μου πεις όχι, δεν θα σε πίστευα έτσι κι αλλιώς. Περίμενες κάτι καλύτερο».

Ντροπιασμένος και αμήχανος, δεν απάντησα.

«Είμαι άσχημος, το ξέρω», συνέχισε το άθλιο σκυλάκι, «αλλά θα σε αγαπώ το ίδιο».

«Κι εγώ», του είπα χωρίς δισταγμό.

«Και ξέρεις πώς να με φωνάζεις;»

«Το ξέρω. Θα σε φωνάξω Nibu.» (Ήταν το όνομα ενός σκύλου που απαντάται σε ένα κείμενο αρχαίας αιγυπτιακής τέχνης).

Έτσι –όμως το κατάλαβα μόνο αργότερα– εκείνα τα Χριστούγεννα ήμουν πραγματικά χαρούμενος. Και από την αρχή αγάπησα απέραντα αυτό το φτωχό ζωάκι, που σίγουρα δεν θα μπορούσα να αγαπήσω αν ήταν καθαρόαιμο σκυλί, γεννημένο από τα εργαστήρια της Κοπεγχάγης.

Στο κομοδίνο του δωματίου μου ο Nibu ήταν πάντοτε σε περίοπτη θέση. Από εκεί τα μάλλον ανέκφραστα μικρά του μάτια με κοίταζαν επίμονα, με ευγνωμοσύνη.

Ήταν καλοσύνη προς τη μητέρα μου, εκείνο που ένιωθα; Ή απλά λύπη για το άθλιο σκυλάκι; Ή, χειρότερα, αγάπη για τον εαυτό μου, για να πιστεύω ότι είμαι άνθρωπος ευγενικής ψυχής και γενναιόδωρος;

Γεγονός είναι ότι το μικρό σκυλίσιο ομοίωμα ήταν ένας από τους πιο αγαπημένους μου συντρόφους (μυστικά). Και δεν μπορώ να καταλάβω πώς κατόρθωσα να το ξεχάσω όταν αποκολλήθηκα για πάντα από αυτό.

Έγινε όταν, μεγάλος πια, έφυγα για το εξωτερικό και απουσίασα από το σπίτι περισσότερο από ένα χρόνο; Ή μήπως κάποιος άθελά του τον έσπασε, πέταξε τα συντρίμμια του και δεν παρατήρησα την εξαφάνιση; Ή απλά τον λησμόνησα και το ζωάκι κατέληξε, άδοξα τυλιγμένο με παλιά εφημερίδα, σε κάποιο παλιό μπαούλο κάτω στο κελάρι; Ή σε μετακομίσεις, σε μετατοπίσεις, κατά τις μετακινήσεις μου από σπίτι σε σπίτι, χάθηκε ή χαρίστηκε ή κομματιάστηκε; Τώρα για μένα είναι ένα αόριστο φάντασμα κάποιας μικροσκοπικής ύπαρξης μιας πολύ μακρινής εποχής, θαμμένης βαθιά για πάντα. Είναι ήδη πολύ αν κρατάω ακόμα μιαν ισχνή ανάμνηση από αυτόν και σκέφτομαι πόσο τον αγαπούσα.

Και αυτός, αν υπάρχει ακόμα, θα με θυμάται;

⸙⸙⸙

[Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Arianna, τον Δεκέμβριο του 1971. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Το Πανετόνε δεν ήταν αρκετό: συλλογή χριστουγεννιάτικων διηγημάτων και παραμυθιών. Πρώτη δημοσίευση της μετάφρασης στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του τέταρτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: