frear

Για το «Ουμάμι» του Δώρου Γεωργίου – γράφει η Αντωνίνη Σμυρίλλη

Η γεύση του «σκανδαλίζειν»: Ουμάμι

Δώρος Γεωργίου, Ουμάμι, Τεχνοδρόμιον, Λεμεσός 2020.

Ο Δώρος Γεωργίου, μας φιλοξενεί στην πρώτη του ποιητική συλλογή [1], κάνοντάς μας να αντιληφθούμε ότι, τελικά, «taste matters». Το να γεύεσαι, είναι μάλλον πιο περίπλοκο από την απλή απόδοση των πέντε ιδιοτήτων: γλυκό, πικρό, ξινό, αλμυρό, ουμάμι.

Η φιλοξενία του Γεωργίου δεν είναι παραδοσιακή, δεν προσφέρεται υπό όρους και δεν καθίσταται δυνατή μόνο μέσω της ύπαρξης ενός «οίκου-τόπου», ο οποίος την ίδια στιγμή που την καθιστά δυνατή, την περιορίζει ή ακόμα και την απαγορεύει. Αντιθέτως, στοχεύει στην απροϋπόθετη φιλοξενία του Derrida, στην εκ νέου μετατόπιση και επανα-νοηματοδότηση της γλώσσας, στην προσφορά της φιλοξενίας με όσο το δυνατόν λιγότερες προϋποθέσεις:

Στο μέσο του θανάτου μας είναι η ζωή.
Όσο καλύτερη και άνετη είναι,
τόσο αυτός γίνεται φορτικός γνωστός,
απ’ αυτούς που σιχαινόμαστε άμα
μένουν πολλή ώρα.

(Αν με πηκτή λεμονάδα τον λιγώσουμε,
λες να φύγει από ζάχαρο;) [2]

Ο Γεωργίου, μας ε-μπάζει στην εξερεύνηση της πολιτικής του σώματος και στην ανταπόκρισή του στη γεύση. Η γεύση συνεπάγεται τους τρόπους με τους οποίους το φαγητό μπορεί να γίνει εργαλείο ερμηνείας, δημιουργίας οικειότητας, σύνθεσης αναμνήσεων, εμπειριών και απολαύσεων που συναντιούνται και ανακαλούνται μέσω του συνεχούς της.

Η γεύση δεν περιορίζεται σε μια στιγμή. Συμβαίνει –γίνεται– κατά τη δράση· δηλαδή, καθ’ όλη την ενεργή διαδικασία του φαγητού. Για παράδειγμα, η αντίληψη του «Ουμάμι», τόσο γευστικά, όσο και αναγνωστικά, μπορεί να εκτείνεται από την ατομική αίσθηση της γλώσσας και του ουρανίσκου, καθαρά υποκειμενική και φευγαλέα, κάτι που απλώς σημαίνει την αισθητηριακή αξιολόγηση του τι είναι καλό ή κακό, έως και, το πώς ορίζονται, οριοθετούνται και πολιτικοποιούνται οι «ταυτότητες» ή αλλιώς αυτό που η Δύση γιόρταζε –και εξακολουθεί να γιορτάζει– τη «διαδικασία εκ-πολιτισμού», ως δικό της αξίωμα.

Ο πολιτισμός μετα-φέρει εκδοχές, ιδιαίτερα γνωστές και κληροδοτημένες από την αποικιοκρατία. Τα σώματα που τρώνε εκπαιδεύονται στη «γεύση» και κατακτούν τις «διατροφικές τεχνικές», καταπίνοντας κυρίαρχα πρότυπα –από τη γέννησή τους– ανάλογα με τον πολιτισμό της εκάστοτε κοινωνίας.

Μέσα από μια [βιο]πολιτική του «στόματος», η επιτέλεση του φαγητού διέπεται από συγκεκριμένους κανόνες. Καθόμαστε γύρω από ένα τραπέζι, σ’ έναν [συνήθως] φιλικό και γεμάτο θαλπωρή χώρο, προϊδεάζοντας την πολιτική δράση του σώματος [προς τα έξω]. Το ρυθμιζόμενο σώμα πειθαρχεί στον ενδεδειγμένο τρόπο «του να τρως»· σιωπηλά, με ευσέβεια, εκλεπτυσμένα. Ανέκαθεν, οι διατροφικές συνήθειες ή/και προτιμήσεις είναι συνυφασμένες με υπαγορεύσεις και απαγορεύσεις που αναπαράγουν τις αρχές της καθαρότητας, της τάξης και της ερμητικής σεξουαλικότητας:

«Δε θα φας ογκρατέν σήμερα
μ’ αυτές τις χαζομάρες που κάνεις»,
φώναζε η μητέρα μου. [3]

Και αλλού:

Θα ‘χει μπουφέ και καφέδες στην κηδεία;
Τώρα, να κλάψω ή να φάω σουφλέ σοκολάτας
πριν σταματήσει η αναπνοή μου; [4]

Το φαγητό γίνεται το πρόσχημα για την ηθική του υποκειμένου. Εξάλλου, είναι πιο «συνετό» οι «απολαύσεις», τόσο οι διατροφικές, όσο και οι σεξουαλικές, να περιορίζονται στο «ιδιωτικό». Το ζητούμενο, κατά τον Φουκώ, δεν είναι οι απαγορεύσεις αυτές καθαυτές, αλλά το στυλιζάρισμα που ασκείται στην «ελευθερία» του ανθρώπου. Δηλαδή, οι πρακτικές και οι τρόποι με τους οποίους, το σώμα παράγεται και αρθρώνεται: πώς τρώει, πώς κοιμάται, πώς γράφει, πώς γαμά[ει].

Η ανησυχία έγκειται κυρίως στα χέρια. Στα δάχτυλα. Δάχτυλα που –επιδέξια ή αδέξια– προετοιμάζουν το δάγκωμα και μεταφέρουν τη μπουκιά στο στόμα. Δάχτυλα που εμπλέκονται με ζεστασιά, υφή, σχήματα. Δάχτυλα που γλείφονται:

[απαλά τα χέρια μας,
απαλή και η γενιά μας,
γλείφουμε τα ζουμιά απ’ το κεμπάπ
δαγκώνοντας τα δάκτυλά μας
αφού πάντα τα συγχέουμε
με το αφράτο ψωμί] [5]

Ω, ναι, «όταν τρώμε με τα δάχτυλα, το φαγητό έχει καλύτερη γεύση». Οι απολαύσεις και οι αμφιθυμίες που προκαλούνται δεν έχουν να κάνουν απλώς με τους κοινωνικούς κανόνες που κάποιος συμμορφώνεται ή παραβαίνει. Η διαδικασία δεν είναι γραμμική, γίνεται σαρκική. Δεν υπάρχει «απόσταση» μεταξύ του φαγητού και του σώματος. Δεν υπάρχει –gap– όπως με το κουτάλι ή το πιρούνι. Μπερδεύεσαι με το φαγητό.

Η επαφή με τα δάχτυλα, την τροφή, τα χείλη, τη γλώσσα, τα δόντια και το στόμα προκαλεί αισθησιακές και ερωτικές διαθέσεις:

Τι να τα κάνουμε
τα φινετσάτα γεύματα
μες στο κατακαλόκαιρο;
Το πολυτελές μαρμάρινο
τραπέζι μας κάνει
για άλλα πράγματα. [6]

Ενώ, το φαγητό είναι απαραίτητο για την επιβίωση, στην πραγματικότητα η απόλαυση είναι αυτή που κάνει το φαγητό ν’ αξίζει τον κόπο. Η ηδονή που προκαλεί το φαγητό είναι δύσκολο να κατασταλεί και να ρυθμίσει τη συμπεριφορά. Η γλώσσα σε όλες τις δράσεις της στέκεται ανίσχυρη όταν πρόκειται για την ανάκληση των αισθητηριακών διαδρομών προς την απόλαυση.

Ο Γεωργίου, επιδίδεται σ’ ένα «food playing», φτάνοντας στα άκρα το ρήμα «γεύομαι». Το τεντώνει με αμεσότητα. Χρησιμοποιώντας κώδικες αποπλάνησης, μας βυθίζει στο φαντασιακό του φαγητού, μακριά από τον αναμενόμενο καθωσπρεπισμό –κάτι το οποίο, κατά τη γνώμη μου, συγκαταλέγεται στα υπέρ του. Ωστόσο, αν θα μπορούσα να εκφράσω κάποιους μικρούς ενδοιασμούς, αυτοί ενυπάρχουν σε σχέση με την έκταση της συλλογής, τον πλεονασμό στη χρήση λατινικών εκφράσεων και τους αστερίσκους/υποσημειώσεις, στοιχεία που ξεβολεύουν την ανάγνωση και θολώνουν τις εντάσεις μιας ήδη ζωντανής και ορμητικής γραφής.

Διαβεβαιώνω ότι, ο Γεωργίου, δεν είναι: «ο μοναδικός / άνθρωπος στη γη που / είναι αλλεργικός σ’ ό,τι μπορεί / να συνοδεύει ένα [τυπικό] κυρίως γεύμα» [7]. Κάποιοι, είμαστε εγγενώς πιο «neophilic» από άλλους, δηλαδή, είμαστε πιο ανοιχτοί και πρόθυμοι να δοκιμάσουμε νέες γαστρονομικές [ή/και αναγνωστικές] εμπειρίες. Αν δοκιμάσουμε ν’ αντιστρέψουμε τους στίχους του ιδίου: [8]

Ου, μάμι, μι! [απαγόρευση] Ου, μάμι, μα… [αμφιβολία] Απομένει το: Ου, μάμι! [ως αναπόφευκτο επιφώνημα ευχαρίστησης]

Στα «γευστικά σκάνδαλα» του Δώρου Γεωργίου, λοιπόν, κάθε μπουκιά [κάθε ανάγνωση] αφήνει περιθώρια για πιθανότητες απόλαυσης. Το μόνο που χρειάζεται, είναι ένα «δάγκωμα».

Σημειώσεις

1. Δ. Γεωργίου, Ουμάμι, Τεχνοδρόμιον, Λεμεσός 2020.

2. Ό.π., σ. 20.

3. Ό.π., σ. 34.

4. Ό.π., σ. 22.

5. Ό.π., σ. 63.

6. Ό.π., σ. 61.

7. Ό.π., σ. 34.

8. Ό.π., σ. 64.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Mark Kostabi, A matter of taste, 2017. Δείτε τα περιεχόμενα του τέταρτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: