frear

Καλοκαιρινή μπόρα – της Ξένιας Παπαδημητρίου

Κρρρρρ… έκανε κι έσβησε. Δεν ξαναπήρε μπρος με τίποτα. Κρρρρ, κρρρρ, τίποτα. Ξεκόλλησα απ’ το κάθισμα και βγήκα έξω, η άσφαλτος ήταν μαλακή σαν πλαστελίνη και ζεμάταγε. Στο βάθος του δρόμου οι υδρατμοί θόλωναν τον ορίζοντα κάνοντας την εικόνα να μοιάζει με κάδρο που βράχηκε. Κι απ΄ τις δύο πλευρές της ασφάλτου, η γη. Παρθένα, καμπυλωτή, χρυσαφένια, με τα πιο ψηλά στάχυα να λικνίζονται στο πεντάγραμμο του αέρα. Μύριζε θέρμη και το τοπίο ήταν βαμμένο σε τόνους του κίτρινου και του πορτοκαλί, με κάποιες πινελιές παπαρούνας δω κι εκεί. Οι καμπυλωτές κοιλάδες μετέφεραν ένα ανεπαίσθητο αεράκι που τις χάιδευε απαλά, σαν ένα πελώριο χέρι που αγγίζει ένα χαλί και κάθε τόσο αλλάζει φορά στο πέλος του. Μύριζε θυμάρι και ρίγανη, μια οσμή καλοκαιριού έντονη και συνάμα γλυκόξινη. Στις παρυφές της ασφάλτου τα στάχυα ταλαντεύονταν παραγεμισμένα, λες και το βαρύ τους κεφάλι τα παρέσυρε όπου γούσταρε, όμοια με Αρλεκίνο στο κουτί. Μύρισα. Έκλεισα τα μάτια κι έβγαλα τον αέρα απ’ το στόμα. Τα χείλη μου από λάστιχο κι η γλώσσα σκέτη βούρτσα. Τίποτα δεν φαινόταν να υπάρχει τριγύρω, τουλάχιστον ως εκεί όπου έφτανε το μάτι. Λίγο νερό κι ένα τηλέφωνο, μονάχα για αυτά όλο το χρυσάφι μου… Άρχισα ν’ ανηφορίζω την άσφαλτο που έμοιαζε με γκρίζα σκάλα σε πίνακα του Νταλί. Τα μάτια μου στενά, σαν χαραμάδες ανάμεσα σε δυο σανίδες και το φως να σπρώχνει τα βλέφαρα για να περάσει. Τα τζιτζίκια μετρούσαν φωναχτά τα δευτερόλεπτα –κάπου κάπου έχαναν ένα κι έπειτα άρχιζαν πάλι με την ίδια μονότονη βραχνάδα. Μια στρατιά από μέρμηγκες περπατούσε πλάι μου, έχοντας τα μπαγκάλια τους στους ώμους, καστανοκόκκινη στολή και βήμα ταχύ. Το χώμα έκανε ρωγμές από την αναβροχιά, έμοιαζε με γερασμένο πετσί σε οστέινο πρόσωπο. Η ζέστη με τύλιγε αόρατη κι μου έγλυφε τ’ αυτιά με ’κείνο τον υπόκωφο ήχο της που σε κάνει να νιώθεις πως σ’ εξατμίζει αργά αργά. Άφησα το μυαλό μου να σεργιανίσει ως τη θάλασσα και νοερά έκανα να βρέξω το κεφάλι μου στα παγωμένα νερά του σμαραγδένιου όρμου. Κι έπειτα μια βουτιά, αααχ, το νερό να τσιμπάει τα καιγόμενα μέλη μου, με την καρδιά να χτυπά δυνατά σηκώνοντας παράστημα στο κρύο… Ο δρόμος ήτανε μακρύς ακόμα. Το σάλιο μου στέρευε και το στόμα μου είχε γίνει τώρα ξύλινο, με πολλές μικρές ακίδες να μου τρυπάνε τη γλώσσα. Ξάφνου το φως άλλαξε. Η έκρηξη του κίτρινου χρωματιζόταν σταδιακά ανοιχτό καφετί κι η άσφαλτος έδειχνε τώρα πιο σκούρη. Κοίταξα ψηλά, ένα αγκυλωτό σύννεφο έστεφε το τοπίο και ξερόβηχε αλαζονικά τη γριζάδα του. Κι έτσι απότομα, ένα ξέσπασμα κι ένας μεταλλικός κρότος και να, τούτες οι κωνικές στάλες με σημάδευαν στο μέτωπο και μού ’ριχναν με ορμή. Άνοιξα τις παλάμες κι έστρεψα το πρόσωπο στους ουρανούς. Ζεστές και πληθωρικές οι στάλες με χτύπαγαν με φόρα κι έπειτα έρεαν ήρεμα στο πλάι σαν δάκρυα χαράς. Άνοιξα το στόμα, ήπια. Η γη αφουγκραζόταν με ένα “τσσσσς” κι άνοιγε να δεχτεί το νερό σαν ταξιδιώτη ναυτικό που έλειπε μακριά για χρόνια. Τα στάχυα έγερναν ακόμη περισσότερο το λαιμό τους κι ο δρόμος πιτσιλιά προς πιτσιλιά μαύρισε ολόκληρος. Έφτασα σε μια κορυφή κι είδα, να εκεί στο βάθος ένα λευκό τετράγωνο σπιτάκι, με μια πράσινη τέντα να χορεύει στη βροχή, έμοιαζε με γλυκάκι από λευκό γλάσο. Θα ‘ταν καμιά εξακοσαριά μέτρα ακόμα. Μια βροντή ακόμα φτερνίστηκε. Σκούπισα το μούτρο μου και τράβηξα για ‘κείνο το μικρό ζαχαρένιο σπίτι.

Ιταλία, Ιούνιος 2009

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Ξένια Παπαδημητρίου. Δείτε τα περιεχόμενα του τρίτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly