frear

Άγγελοι πάνω απ’ την πόλη – της Ρένας Λασπίτη

Με το κεφάλι σκυφτό ανεβαίνει τα λευκά μαρμάρινα σκαλιά, τα μετράει, ένα, δύο, τρία, μέχρι να φτάσει έντεκα, ανοίγει την γυάλινη πόρτα και μπαίνει σε ένα μεγάλο χώρο που είναι γεμάτος από κόσμο. Σε τέτοιους χώρους συνήθως βρίσκονται πολλοί άνθρωποι. Σαστίζεις, ρωτάς για να πας στον προορισμό σου. Εκείνη όμως προχωράει προς τη ρεσεψιόν, ξέρει πού είναι, ξέρει σχεδόν τα πάντα εκεί μέσα. Χαιρετάει τη γνωστή υπάλληλο. Δεν είναι η πρώτη φορά που τη βλέπει, έχουν μιλήσει και άλλες φορές. Η υπάλληλος σηκώνεται απ΄ το γραφείο της, της χαϊδεύει τον ώμο, την κοιτάζει με ζεστό ύφος, κάτι της λέει και ύστερα σκύβει το κεφάλι. Την χαιρετάει με ένα νεύμα του κεφαλιού της και κατευθύνεται προς το ασανσέρ. Περιμένει υπομονετικά να μπει μαζί με άλλους. Μπαίνει πρώτη, πατάει το κουμπί που γράφει δύο, και ακουμπάει τον εαυτό της πίσω στον καθρέφτη της καμπίνας. Σκύβει ξανά το κεφάλι, κοιτάει τα παπούτσια της και παίρνει βαθιές ανάσες. Μία, δύο, τρεις, δεν τις φτάνουν. Αρχίζει να ιδρώνει, κοιτάει το κουμπί του στοπ, θέλει να το πατήσει, να βγει από κει μέσα, να τρέξει με όλη της τη δύναμη, να το σκάσει. Παραμένει στο ίδιο σημείο ακούνητη, ακούει τον ήχο που κάνει το ασανσέρ όταν φτάνει, ύστερα τη μαγνητοφωνημένη φωνή: «Δεύτερος όροφος», δεν αντέχει, δεν μπορεί να συμβαίνει, τα ακούει στις ειδήσεις, στη δουλειά, στη γειτονιά που συμβαίνουν σε άλλους, δεν είναι δυνατόν να ζει κάτι τέτοιο εκείνη, η δική της οικογένεια. Ψέματα είναι, βλέπει εφιάλτη, σε λίγο θα ξυπνήσει. Δεν ξυπνάει και θέλει να ουρλιάξει.

Είναι η μόνη που βγαίνει σε αυτόν τον όροφο. Με το που την αντικρίζουν την αγκαλιάζουν στοργικά διάφοροι άνθρωποι. Εκείνη καρφώνει το βλέμμα της σε δύο από αυτούς. Όταν οι αγκαλιές τελειώνουν, αυτοί οι δύο άνθρωποι σηκώνονται βαδίζουν μαζί προς εκείνη και γίνονται μια αγκαλιά και οι τρεις τους. Η πιο σφιχτή από όλες, έχει πολύ αγάπη μέσα της, μαζί και ασύλληπτο πόνο. Τρεις σπασμένοι άνθρωποι στέκονται όρθιοι λες και κάποιος κόλλησε τα κομμάτια τους. Έτσι θα ζουν από δω και πέρα, γεμάτοι από κρυμμένες ρωγμές. Παλεύουν, κάνουν κουράγιο ο ένας για τον άλλο. Το πρόσωπο της μάνας της άσπρο σαν το χαρτί, ξαφνικά γεμάτο ρυτίδες, τσαλακωμένο άσχημα, ο πατέρας της κρατάει το χέρι της σφιχτά, την κοιτάει στα μάτια και βλέπει τα χείλη του να προφέρουν χωρίς ήχο τη λέξη «φεύγει». Δεν βλέπει, θόλωσε, δεν θέλει να δει τη συνέχεια. ‘Ένα λεπτό μετά ακούγεται μια αντρική φωνή από το μεγάφωνο: «Παρακαλώ ο κος Χρυσός να μεταβεί άμεσα στην μονάδα εντατικής θεραπείας».

Γύρω στα είκοσι άτομα, άλλα καθιστά άλλα όρθια, τώρα σκύβουν το κεφάλι, ένα μαύρο σύννεφο πάνω τους, μορφάζουν από τον πόνο, κάποιοι κλαίνε. Δύο γιατροί έρχονται στο χώρο, φαίνεται να πονάνε και εκείνοι, και ας είναι ξένοι και ας είναι εξοικειωμένοι με τέτοιες καταστάσεις.

Κλοιός γύρω από την οικογένειά τους, ένας κλοιός που μάλλον θα ξεχάσει γρήγορα, δεν φταίνε, έτσι είναι αυτά τα πράγματα. Ο πατέρας της βαστάει τη μητέρα της, βγαίνουν από τον κλοιό και αρχίζουν να περπατάνε. Η μητέρα της είναι έτοιμη να σωριαστεί κάτω. Τι παράξενο όμως, στέκεται. Τα πόδια της σέρνονται αλλά είναι καρφωμένα στη γη, σαν κάτι να τα κρατάει, ίσως να πρέπει να μείνουν όρθια, κάποιοι έχουν ανάγκη τα πόδια της, εκείνη ολόκληρη. Τους βλέπει να περνάνε μαζί την πόρτα της εντατικής. Εκείνη δεν την αφήνουν να πάει, της λένε ότι δεν κάνει να πάει, δεν πρέπει. «Θέλω να δω την αδελφή μου», φωνάζει. Δεν την αφήνουν, συγγενείς και φίλοι μια ασπίδα αγάπης. Περιμένει έξω τελικά μέχρι να τελειώσουν όλα και ας ξέρει ότι αυτά δεν τελειώνουν ποτέ.

Δέκα μήνες βασανιζόταν στην εντατική η Χριστίνα. Είχε πρόβλημα με την καρδιά της, πέντε χρόνια πηγαινοερχόντουσαν στα νοσοκομεία. Στην εντατική μπήκε ένα βράδυ μετά από ανακοπή καρδιάς. Οι γιατροί έκαναν τα πάντα για να την επαναφέρουν. Ένα κατακόκκινο ρόδο μέσα στο νοσοκομείο ήταν. Της έκαναν ανάνηψη μισή ώρα σχεδόν, και ας έπρεπε κανονικά μόνο δέκα πέντε λεπτά, έκαναν υπεράνθρωπες προσπάθειες, κανένας γιατρός δεν άντεχε να φύγει μια κοπέλα τριάντα τριών ετών. Τα κατάφεραν, έζησε, αλλά το μυαλό της είχε ήδη φύγει, δεν είχε καμία επαφή με το περιβάλλον. Εκείνη όμως της μίλαγε, φώναζε δυνατά το όνομά της, της έλεγε ότι την αγαπάει, ότι σύντομα θα ξυπνήσει, όλα της τα νέα, τις θύμιζε παιδικές τους αναμνήσεις. Την τελευταία φορά που την είδε μέσα στην εντατική τής είπε το μυστικό της. Ήταν η πρώτη που το μάθαινε, παρέμεινε ανέκφραστη μέσα στη σιωπή της αλλά ένα δάκρυ κύλησε απ’ το μάγουλό της. Έκλαψε και εκείνη, την κοίταζε και ήταν σαν να κοίταζε μέσα σε καθρέφτη.

Η αδελφή της πέταξε, τα αιθέρια πλάσματα δεν πεθαίνουν, πάνε μακριά σε άγνωστα μέρη, αλλά όσο μακριά και αν είναι η αγάπη τους δεν παύει να σε τυλίγει. Την είχε ξαναχάσει άλλη μία φορά, ίσως και να θυμόταν ακόμα εκείνη την πρώτη φορά. Τότε που ο γιατρός στη γέννα την τράβηξε πρώτη και έμεινε μόνη της για έξι μαρτυρικά λεπτά μέχρι να την τραβήξουν και εκείνη από την κοιλιά της μάνας τους. Ίσως από τότε να την έψαχνε πάντα με τα μάτια ή να ‘τρέχε από πίσω της σαν την ουρά της φοβούμενη μήπως την ξαναχάσει. Της είχε αδυναμία, όπως και εκείνη. Ακόμα και όταν μεγάλωσαν πάντα την προστάτευε, ήταν κοντά της, ο άγγελός της που την παρηγορούσε, που της έλεγε τι να κάνει όταν είχε κάποιο πρόβλημα. Και σήμερα, όταν όλα τελείωσαν, της είπε τι να κάνει. Σχεδόν άκουσε τη φωνή της, αισθάνθηκε το χέρι της πάνω στο δικό της: «Φύγε τώρα, πήγαινε, σε χρειάζεται». Έτσι και έκανε, πήγε σπίτι, ανέβηκε τα σκαλιά δίχως να τα μετρήσει, τρέχοντας. Σαράντα μέρες πριν είχε γίνει μαμά, είχε γεννήσει ένα κοριτσάκι που τώρα την περίμενε, την είχε ανάγκη.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του δεύτερου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly