frear

Τα λαγούμια της Ιστορίας – της Φένιας Αδαμίδη

Εκείνο το κρύο πρωινό του Νοεμβρίου, το φως το ήλιου, φιλτραρισμένο από το χοντρό γυαλί του παράθυρου της βιβλιοθήκης, έπεφτε με όλη του τη διαύγεια πάνω στο παλαιό χειρόγραφο που είχε μπροστά του και εξαφάνιζε τις κιτρινίλες και τις φθορές δύο σχεδόν αιώνων ζωής. Πώς δεν φαγώθηκε από τα δόντια του χρόνου, πώς δεν σάπισε, πώς το μελάνι του δεν ξεθώριασε τελείως, ήταν θαύμα. Τώρα, όμως, απολάμβανε τη φιλοξενία της Γενναδείου, στην αίθουσα σπάνιων χειρογράφων, σε ιδανικές συνθήκες φωτός και υγρασίας, καθαρισμένο και φροντισμένο. Το είχαν τοποθετήσει σε μια προθήκη μαζί με άλλα πολύτιμα ιστορικά έγγραφα το Αγώνα. Μακριά από δημόσια χρήση. Φυλαγμένο μόνο για ερευνητές με ειδίκευση στην ιστορία, όπως αυτός. 

Πόσες ώρες μελέτης για τη διατριβή του είχε περάσει σε αυτή τη βιβλιοθήκη! Γνώριζε πια απ’ έξω κι ανακατωτά πού ακριβώς βρισκόταν κάθε ιστορικό βιβλίο ή έγγραφο χρήσιμο για την εργασία του. Έψαχνε λαίμαργα, κάθε φορά που την επισκεπτόταν, για πιθανές νέες εισαγωγές. Ξεψάχνιζε ξανά και ξανά την πιο πρόσφατη βιβλιογραφία μήπως και του είχε διαφύγει κάτι που θα μπορούσε να προσδώσει κύρος στο πόνημά του αλλά και να τον διασώσει από εκείνον τον στριφνό καθηγητή που, κατά την υποστήριξή της σε λίγους μήνες, θα γκρέμιζε όλη του την προσπάθεια λέγοντας: «Πείτε μας κύριε Αβορίτη, έχετε λάβει υπόψη σας το προσφάτως ανακαλυφθέν χειρόγραφο του Μ. που αναφέρεται στην περίοδο 1826-1827;».

Και τότε εκείνος θα ξεροκατάπινε, θα έβλεπε να περνούν μπροστά από τα μάτια του τέσσερα χρόνια σκληρής δουλειάς, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Θα έφερνε στη σκέψη του κάθε ράφι, κάθε γωνιά της βιβλιοθήκης, που μέσα της κυριολεκτικά ζούσε αυτά τα χρόνια. Θα διέτρεχε κάθε βιβλιογραφικό κατάλογο. Θα αναπαριστούσε όλες τις κινήσεις του από την αναζήτηση μέχρι την πολυπόθητη εύρεση κάθε σχετικού με τη μελέτη του, βιβλίου ή χειρογράφου, επιχειρώντας, ματαίως, να καταλάβει πώς είναι δυνατόν να του έχει διαφύγει αυτή η σημαντική ιστορική πηγή. Και τότε πιασμένος στο αγκίστρι της σχολαστικότητας του σοφού Δασκάλου θα παραδινόταν στο έλεος της κρίσης του.

Ήταν θαύμα, λοιπόν, ότι διασώθηκε αυτό το πολύτιμο χειρόγραφο και ακόμη μεγαλύτερο θαύμα ότι το κρατούσε στα χέρια του τώρα, λίγους μήνες προτού υποβάλει τη διατριβή του για κρίση. Επτά σελίδες recto – verso. Εξαιρετικά δυσανάγνωστες. Επτά σελίδες, μόνον, αλλά η παραπομπή σε αυτές, ή ανάλυση και ο συσχετισμός τους με το δικό του ερευνητικό αντικείμενο θα προσέδιδαν άλλη αίγλη στη διατριβή του. Είχε ενθουσιαστεί και σκεφτόταν ακόμη και να προσθέσει ένα αυτοτελές σχετικό κεφάλαιο, αν και κάτι τέτοιο θα παρέτεινε την πολυπόθητη ολοκλήρωσή της. Βέβαια, το αντικείμενο αυτού του κεφαλαίου θα συνιστούσε, κατά κάποιο τρόπο, παρέκβαση από την κύρια εξιστόρηση και την ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων αυτών καθαυτά, από τη σημασία της πολιορκίας της Ακρόπολης για την Ελληνική Επανάσταση, στην οποία επικεντρωνόταν η έρευνά του. Αλλά ένα μικρό κεφάλαιο, σκεφτόταν, δεν θα αλλοίωνε την ιστορική της φύση, δεν θα ζημίωνε την ιστορική αλήθεια που ήταν ο βασικός του στόχος, όπως κάθε ιστορικού. Απεναντίας, θα την ωφελούσε. Θα ήταν μέρος της δικής του ελάχιστης συμβολής στην επιστήμη του και κυρίως, στον «εντολέα» του, γιατί έτσι τον έβλεπε, τον συγγραφέα αυτού του πολύτιμου χειρογράφου που κοίταζε πάλι με συγκίνηση πάνω στο δρύινο τραπέζι της μελέτης του, κάτω από το δυνατό πρωινό φως.

Ωστόσο, τα εύσημα για τον εντοπισμό του, δυστυχώς, δεν ανήκαν στον ίδιο. Παρά τη σκληρή και ενδελεχή έρευνά του σε αυτή τη μικρή αίθουσα της βιβλιοθήκης που την ένιωθε πια σαν χώρο δικό του προσωπικό, δικαιωματικά κατακτημένο μετά από τόσα χρόνια μελέτης εκεί μέσα. Τόσο μάλιστα «δικό» του που, αν ερχόταν εκεί κάποιος άλλος ερευνητής να αναζητήσει κάποιο σπάνιο βιβλίο ή χειρόγραφο, τον κοίταζε με έκδηλη δυσφορία, σχεδόν με θυμό, σαν να έβλεπε έναν αδιάκριτο επισκέπτη ή εισβολέα. Έτσι, ο δύσμοιρος συνάδελφός του όχι μόνον δεν τολμούσε να καθίσει κοντά του αλλά ούτε καν να παραμείνει στην αίθουσα για να διαβάσει. Έπαιρνε, όσο πιο βιαστικά γινόταν, αυτό που έψαχνε και έφευγε απορημένος και τρομοκρατημένος. Είχε καταφέρει να διώξει έτσι πολλούς συναδέλφους του και, στο τέλος, αυτή η κατάσταση είχε αρχίσει να γίνεται πια αποδεκτή, ακόμη και από τους υπαλλήλους της βιβλιοθήκης που τον έβλεπαν με συμπάθεια να μελετά με πάθος τόσα χρόνια. Αν κάποιος αδαής και περιστασιακός αναγνώστης τύχαινε κάποτε να καθίσει στο τραπέζι «του», στη γωνιά «του», τον απομάκρυναν ευγενικά, με τη δικαιολογία ότι εκείνος ο χώρος δεν προορίζεται για ανάγνωση και μελέτη. «Η είσοδος εδώ επιτρέπεται μόνον στο προσωπικό της βιβλιοθήκης. Θα σας φέρουμε αυτό που ζητάτε στη μεγάλη, κεντρική αίθουσα», ήταν η συνήθης επωδός.

Πώς βρέθηκε, λοιπόν, ο «ευεργέτης» του στη «δική» του αίθουσα δεν μπορούσε να καταλάβει. Απλώς, τον βρήκε εκεί να διαβάζει, πριν από μια βδομάδα περίπου. Ήταν ένας αδύνατος άνδρας, γύρω στα σαράντα, σαράντα πέντε αλλά φαινόταν πολύ μεγαλύτερος και ταλαιπωρημένος. Τα μάγουλά του ήταν ρουφηγμένα και αυτό έκανε τα ζυγωματικά του να διαγράφονται εντονότερα. Τα μάτια του έμοιαζαν με βαθιές σπηλιές και σκεπάζονταν από πυκνά φρύδια. Η μεγάλη και γαμψή του μύτη κατέληγε σε ένα παχύ μαύρο μουστάκι που κάλυπτε σχεδόν το στόμα του. Τα αυτιά του ήταν πεταχτά και του έκαναν εντύπωση, καθώς με έκπληξη τον αντίκρισε μπαίνοντας στην αίθουσά του. Εξείχαν από το περίγραμμα του φαλακρού σχεδόν κεφαλιού του, καθώς τον φώτιζαν λοξά οι πρωινές ακτίνες του ήλιου στην αριστερή γωνία της αίθουσας, σχεδόν ολόκληρο γερμένο πάνω στο τραπέζι με το αντικείμενο της μελέτης του ανάμεσα στα χέρια του, σαν να ήταν κάτι που έπρεπε να κρύψει ή μάλλον να προστατέψει.

Η διάθεσή του χάλασε. Άρχισε, αμέσως, να σκέφτεται τρόπους να τον ξεφορτωθεί. Περπάτησε κάνοντας όσο περισσότερο θόρυβο μπορούσε. Οι σανίδες έτριξαν και το τρίξιμο τους ακούστηκε μεγεθυμένο από την απόλυτη ησυχία του χώρου. Κάθισε απέναντι και στα δεξιά του, δύο θέσεις πιο μακριά. Τράβηξε άγαρμπα την καρέκλα και την έσυρε με δύναμη στο πάτωμα, προτού καθίσει. Έβγαλε τα βιβλία και τις σημειώσεις του και τα πέταξε πάνω στο τραπέζι, ευελπιστώντας να προκαλέσει τον εκνευρισμό του. Ο άντρας δεν σήκωσε καν το κεφάλι του. Αυτή η απρόβλεπτη αντίδραση τον ταρακούνησε. Είχε να κάνει με έναν ισχυρό «αντίπαλο». Ίσως έπρεπε να τον προσεγγίσει διαφορετικά. Τουλάχιστον να μάθει τι δουλειά είχε εκεί και για πόσο θα έπρεπε να τον ανεχθεί.

«Συγγνώμη για τον θόρυβο». Του είπε με προσποιητή ευγένεια. «Άθελά μου, σας ενόχλησα». Ο άντρας σήκωσε το κεφάλι του, έκανε έναν ανεπαίσθητο μορφασμό σαν χαμόγελο και βυθίστηκε ξανά στο χειρόγραφο που είχε μπροστά του. Τώρα, του είχε προκαλέσει πραγματικά την περιέργεια. Προσπάθησε να ασχοληθεί με τη διατριβή του αλλά ήταν αδύνατον να συγκεντρωθεί. Μετά από μία σχεδόν ώρα σηκώθηκε, κάνοντας μια κίνηση που έδειχνε ότι είχε πιαστεί και παρατήρησε με ανάλαφρη διάθεση, προσπαθώντας να ξεκινήσει μια συζήτηση και να δημιουργήσει ένα κλίμα οικειότητας: «Είναι κουραστικές αυτές οι καρέκλες. Δεν είναι για πολλή ώρα. Έχω σακατευθεί πάνω τους τόσο καιρό! Αλήθεια, δεν σας έχω ξαναδεί κι είμαι τακτικός θαμώνας. Είστε κι εσείς ιστορικός;». Ο άντρας ίσιωσε την πλάτη του, χάιδεψε αμήχανα το μουστάκι του και είπε: «Κατά κάποιο τρόπο, ναι. Θα μπορούσα να πω ότι έχω μια καλή σχέση με την ιστορία». «Οπότε να υποθέσω ότι είμαστε συνάδελφοι; Να σας συστηθώ. Φώτης Αβορίτης. Υποψήφιος διδάκτωρ Ιστορίας. Στο τέλος της διατριβής μου! Λίγοι μήνες μού απομένουν εδώ μέσα. Γράφω, επιτέλους, τη βιβλιογραφία μου. Ελέγχω ξανά τη βιβλιογραφία μου, αν και είμαι σχεδόν βέβαιος ότι, τουλάχιστον σε αυτή την αίθουσα, είναι μάλλον απίθανο να ανακαλύψω καινούργιες πηγές. Σας ζάλισα όμως. Εσείς; Σε ποια περίοδο ανήκετε; Ερευνητικά εννοώ». Ο άντρας, καθισμένος τώρα απέναντι του, τον κοίταξε με διαπεραστικό βλέμμα που τον έκανε να παρατηρήσει για πρώτη φορά πόσο τεράστια και βαθιά ήταν τα μάτια του. «Κι εγώ…». Του είπε με μια μικρή παύση πριν συνεχίσει. «Κι εγώ ανήκω, κατά κάποιο τρόπο, στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά όχι αποκλειστικά. Με ενδιαφέρει αρκετά αυτή η περίοδος κυρίως, όμως, πώς συνδέονται οι πρωταγωνιστές της με άλλους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Ποιες υπόγειες διαδρομές δένουν το παρελθόν με το παρόν. Χαίρομαι κι εγώ για τη γνωριμία. Κώστας Λυριτζής».

Τουλάχιστον, υπήρχε κάτι κοινό μεταξύ τους, σκέφτηκε ο Φώτης. Και επιπλέον, αυτός ο αινιγματικός τύπος δεν του έδωσε την εντύπωση ότι ήταν ιδιαίτερα ομιλητικός και εξωστρεφής, οπότε δεν θα του διατάρασσε και πολύ τη γαλήνη του, καθώς θα συνυπήρχαν, όπως φαινόταν, κάποιο διάστημα στον ίδιο χώρο της βιβλιοθήκης. Αυτό, όμως, που κυρίως τον έκανε να αισθανθεί λιγότερο ενοχλητική την παρουσία του Λυριτζή στη δική του «επικράτεια» ήταν μια ιδιοτελής σκέψη. Αν και δεν γνώριζε ακόμη την ακριβή ιδιότητά του, πιθανώς να είχε υπόψη του, μιας και «ανήκε» στη δική του ιστορική περίοδο, κάποιο βιβλίο ή έγγραφο που ίσως του είχε διαφύγει. Δεν έχανε και τίποτε να τον ανεχθεί λίγες μέρες. Να τον προσεγγίσει κι έτσι, ίσως, να μάθαινε τι ήταν αυτό που διάβαζε με τόση μυστικοπάθεια. Το πιθανότερο, βέβαια, να το γνώριζε και να το είχε ήδη συμπεριλάβει στη βιβλιογραφία του. Αλλά και πάλι ποτέ δεν ξέρεις, σκέφτηκε. Πάντα θα υπάρχει μια γνώση που διαφεύγει. Ένα αδιάβαστο βιβλίο, στην ατέρμονη παραγωγή της επιστήμης και της λογοτεχνίας που να ερμηνεύει αλλιώς την πραγματικότητα.

«Χαίρω πολύ!». Του απάντησε. «Κι ακόμη περισσότερο που έχουμε κοινά ενδιαφέροντα. Αν χρειαστείτε κάτι από εμένα, μη διστάσετε. Αγνοώ πολλά για το ΄21, αλλά για την πολιορκία της Ακρόπολης από τους Τούρκους θέλω να πιστεύω ότι οι γνώσεις μου είναι, το λιγότερο, επαρκείς!». Η προσφορά του, βέβαια, δεν ήταν παρά ένας εύσχημος τρόπος να αναγκάσει τον Λυριτζή να του την ανταποδώσει από ευγένεια και φιλοτιμία, ευελπιστώντας ότι, ίσως, θα του έδειχνε τι διάβαζε. Ο Λυριτζής τον κοίταξε με συμπάθεια και του απάντησε: «Ευχαριστώ. Δεν αμφιβάλλω ότι η έρευνά σας είναι ενδελεχής. Ίσως, όμως, θα σας ενδιέφερε και το χειρόγραφο του Μ. που έχω μπροστά μου τώρα. Δεν ξέρω, βέβαια, αν εμπίπτει ακριβώς στα ερευνητικά σας ενδιαφέροντα. Αλλά, αν θέλετε, ρίξτε του μια ματιά». Είπε και ταυτόχρονα έσπρωξε το χειρόγραφο προς το μέρος του.

Στην αρχή, υπέθεσε ότι θα ήταν ένα από εκείνα τα χειρόγραφα του Μ. που είχε εξονυχιστικά μελετήσει αλλά, όταν το παρατήρησε προσεκτικότερα, αναζήτησε ταραγμένος με το χέρι του την καρέκλα του για να καθίσει. Του ήταν εντελώς άγνωστο! «Μα… μα πού το βρήκατε; Αποκλείεται να ήταν εδώ, σε αυτήν την αίθουσα! Είναι απίστευτο! Ξέρετε αν υπάρχει και σχολιασμένη έκδοση; Σχετική βιβλιογραφία;» Άρχισε να τον κατακλύζει με ερωτήματα. Ο Λυριτζής του απάντησε χαμηλόφωνα και καθησυχαστικά: «Είμαι σίγουρος ότι είστε ο πρώτος που το κρατάει στα χέρια του εδώ μέσα. Ξέρετε, πρόσφατα το δώρισα στη βιβλιοθήκη. Ήταν, ας πούμε, οικογενειακό κειμήλιο. Βλέπετε, όμως; Δεν μπορώ να το αποχωριστώ. Όλο έρχομαι και το επισκέπτομαι. Να βεβαιωθώ ότι του φέρονται καλά. Αλήθεια δεν με έχετε ξαναδεί; Περίεργο. Αυτές τις μέρες, κυριολεκτικά έχω «στοιχειώσει» την αίθουσα! Παρακολουθώ ποιος μπαίνει ποιος βγαίνει. Οπότε μπορείτε να πείτε ότι, κατά κάποιο τρόπο, σας «επέλεξα!»». Είπε με ενθουσιασμό. Ο Φώτης έμεινε άφωνος γι’ αυτό το αναπάντεχο δώρο. Όχι μόνον θα ενσωμάτωνε στη διατριβή του ένα ανέγγιχτο επιστημονικά ιστορικό χειρόγραφο αλλά θα είχε αρωγό στη μελέτη του τον ίδιο τον ιδιοκτήτη του!

Τα πράγματα άρχισαν να παίρνουν άλλη τροπή. Τώρα, δεν επιθυμούσε πια να διώξει τον Λυριτζή. Αντίθετα, θα έκανε και ό,τι μπορούσε για να παρατείνει την επαφή τους, αφού ο άνθρωπος αυτός, ως πρώην κάτοχος του πολύτιμου χειρογράφου, ήταν μέρος της ιστορίας του. Πόσες πληροφορίες θα μπορούσε να του δώσει όχι μόνον για το ίδιο το κείμενο αλλά και για την «προσωπική» του σχέση με αυτό. Τον κατέκλυζαν οι σκέψεις για την προοπτική της γνωριμίας τους. «Ειλικρινά, έχω μείνει άναυδος. Δεν φανταζόμουν, όταν σας πρωτοαντίκρισα, ότι είστε … είστε όντως κομμάτι της ιστορίας! Η αλήθεια είναι ότι δεν σας παρατήρησα, μέχρι σήμερα το πρωί. Και οφείλω να σας ζητήσω συγγνώμη για τον τρόπο με τον οποίο σας φέρθηκα, από την πρώτη κιόλας μέρα της γνωριμίας μας. Ομολογώ ότι σας είδα σαν παρείσακτο! Και σας υποτίμησα. Δυστυχώς, ούτε εγώ μπόρεσα να αποφύγω την οίηση των νέων ερευνητών. Κάνουμε μια διατριβή και νομίζουμε ότι ξέρουμε τα πάντα. Τελικά, όπως φαίνεται, ο παρείσακτος και ο αδαής μάλλον είμαι εγώ. Εκτιμώ ότι με «επιλέξατε» αλλά πολύ φοβάμαι ότι, ίσως, δεν είμαι άξιος αυτής της «επιλογής». Μου είναι αδύνατον να κατανοήσω τη γραφή του χειρογράφου, να το μελετήσω, καθώς μάλιστα δεν υπάρχει ακόμη καμία μεταγραφή του κειμένου, καμία ερμηνευτική έκδοσή του, όπως λέτε…». Πρόσθεσε ο Φώτης, απογοητευμένος από την ανεπάρκειά του. «Αυτό μη σας απασχολεί». Απάντησε ο Λυριτζής. «Για μένα είναι σαν να το έχει γράψει ο άλλος μου εαυτός ή ένας επιστήθιος φίλος. Θα έρθω ξανά στην αρχή της επόμενης εβδομάδας. Οπότε αν είστε κι εσείς εδώ… Σας λέω, απλώς, για να σας εξάψω ακόμη περισσότερο την περιέργεια, μέχρι την επόμενη συνάντησή μας, ότι ο Μ. εκθέτει εδώ τον σκοπό της συγγραφής του για την περίοδο που μελετάτε και το κυριότερο, απευθύνεται σε σας. Σε σας συγκεκριμένα». Είπε, ενώ έφευγε, τονίζοντας περισσότερο την τελευταία λέξη.

Την επόμενη βδομάδα, πήγε στη βιβλιοθήκη μόλις άνοιξε. Δεν μπόρεσε να κοιμηθεί καθόλου το προηγούμενο βράδυ από την υπερένταση και την αγωνία. «Σε μένα συγκεκριμένα…». Μονολογούσε ξανά και ξανά, καθώς κατευθυνόταν προς την προθήκη που του είχε υποδείξει ο Λυριτζής. Και τα έβαζε, για άλλη μια φορά, με τον εαυτό του που δεν το είχε εντοπίσει εκεί όπου είχε ανατρέξει τόσες και τόσες φορές. Το κρατούσε, λοιπόν, τώρα στα χέρια του το χειρόγραφο, αυτό το κρύο, ηλιόλουστο πρωινό του Νοεμβρίου. Φθαρμένο αλλά παραδόξως λαμπρό, χάρη σε αυτόν τον από μηχανής «συνάδελφό» του. Τον περίμενε από στιγμή σε στιγμή. Θα τον βοηθούσε, όπως είχαν συνεννοηθεί. Δεν μπορεί. Θα ήταν ειδικός στη αποκρυπτογράφηση της γραφής του Μ., σκέφτηκε. Είχε πολλή αγωνία να διαβάσει το περιεχόμενό του κειμένου και να το εντάξει στη διατριβή του. Θα του διασφάλιζε σίγουρα το «Άριστα».

Την ώρα που έκανε αυτές τις σκέψεις, μπήκε βιαστικά στην αίθουσα ο Λυριτζής, τρίβοντας τα χέρια του, για να ζεσταθεί από το κρύο. «Καλημέρα! Ελπίζω δεν άργησα. Βλέπω είστε ετοιμοπόλεμος ήδη!». «Ετοιμοπόλεμος αλλά χωρίς τα κατάλληλα όπλα. Φοβάμαι ότι, χωρίς τη βοήθειά σας, δεν θα καταφέρω να διαβάσω ούτε λέξη…». Απάντησε με αδημονία ο Φώτης. «Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν! Θα σας το διαβάσω και μετά, αν δείτε ότι σας ενδιαφέρει, μπορούμε να κάνουμε μια συζήτηση». Απάντησε ο Λυριτζής και άρχισε να διαβάζει το χειρόγραφο με εκπληκτική άνεση, ενώ η φωνή του έμοιαζε να έρχεται βαθιά μέσα από τον χρόνο:

«Mε το μάτι του μυαλού, σε γλέπω τώρα ριγμένον εις τα λαγούμια της γραφής μου να πολεμάς κι εσύ να εννοήσης τι, απ’ όσα έκλεισα σ’ αυτείνη, συνέβη αληθινά στα χρόνια τα δικά μου που εσύ δεν τά’χεις ζήσει. Και ξέρω πως για ιστορίες οπού ο χρόνος, μ’ αέρα δυνατό μοιάζοντας, της θάλασσας της κρασάτης το κύμα καθώς σηκώνει, μακριά τις παίρνει και ξεθωριάζει το μελάνι τους, καμμιά ασφάλεια δεν νιώθεις πως έτσι γίνανε. Κι ας γραφτήκανε παλιά με χρώμα βαθυκόκκινο σαν αίμα. Κι ας είναι ιστορίες βαριές κι ασήκωτες, όταν συμβαίνουνε, ύστερα, όμως, το βάρος τους ο χρόνος λιγοστεύει κι ανάλαφρες σαν φύλλα τις στροβιλίζει και χάνονται.

Μα εγώ ένα ζήτησα, την αλήθεια γυμνή να βγάλω. Ετούτος ο σκοπός και χρέος ιερό κι ισάξιο με τον γενναίο θάνατο για χάρη της πατρίδος. Ίσα εγώ τα λογαριάζω. Ειδάλλως, τι πεινούσαμε και πληγιάζαμε και πεθαίναμε, για να βαστήσουμε τον ιερό τον βράχο και τους ναούς του; Αν, στο διάβα του καιρού, η αλήθεια θολώνει και μοιάζει παραμύθι γλυκώτερο οπού λέγεται για να χαρούνε αυτείνοι οπού τ’ ακούνε, χωρίς να το πιστεύουνε, κάλλιο να σκάψω τώρα ένα βαθύ λαγούμι, να πηδήσω μέσα και ν’ ανάψω μοναχός μου το φυτίλι. Ετούτα οπού θ’ αφηγηθώ θάματα τρομερά κι απίστευτα οράματα θα φανούνε. Ότι στο δράμα μας συντρέξανε θεοί πολλοί κι Άγιοι, κι είναι πέρα για πέρα αληθινό και θα το ιστορήσω, κατά πως τό ’ζησα.

Η αλήθεια του είναι πράγμα κρυφό και θαμμένο βαθιά στ’ αρχαία χώματα ετούτου του κάστρου, σαν τα σπασμένα μάρμαρα κι αγάλματα οπού μέσα εις τα λαγούμια βρίσκαμε σκάβοντας ολημερίς κι ολονυχτίς κι όσα μπορούσαμε, σώζαμε απ’ το μπαρούτι. Κόπος πολύς, τη μια να σκάβης για τη μάχη, κόπος και έγνοια, την άλλη, να τα σώζης, ντροπή και πόνος άθελά σου να τα χαλνάς, την ώρα του κινδύνου που οι γενναίγοι και φιλόπατροι νοικοκυραίοι και αγωνισταί ξεψυχούν πλάι σου. Ότι κι ετούτα, τα καμωμένα από μάρμαρο, σαν να’ ναι ζωντανά μοιάζουνε και συγκαιρινά και λάμπουνε όταν εις φως τα βγάλης. Έτσι και τα γραφόμενά μου, κόπος πολύς να τα σκαλίζω και μέσα μου λαγούμια βαθιά να σκάβω, τις λέξεις τις σωστές να βρω κι ύστερα αναμετάξυ τους να δέσω. Μα έχουν μέσα τους κι αυτείνες μια λάμψη, σαν της φλόγας απ’ το μπαρούτι της αλήθειας.

Κι αν δεν τα καταφέρω, με λιγοστά τα γράμματα, τοιούτο χρέος βαρύ να υπηρετήσω, βαρύ όπως τα μάρμαρα και οι κολόνες του ναού που αιώνες μας γλέπει να σκοτωνόμαστε, να αδικούμαστε και ν’ αδικούμε ο ένας τον άλλο, ζητώ συγχώρεση από τώρα τι άθελά μου θα το κάμω. Θα προσπαθήσω τα θάματα οπού γίνανε, σε λέξεις και σε φράσες να χωρέσω, χωρίς να τα στενέψω, να γίνουν πιστευτά. Κι όλα θα τα σημειώσω με κάθε μια λεπτομέρεια σαν νά’ ναι ζωγραφιά που ζωντανεύει. Ότι κυλάμε εις τον γκρεμνόν και μήπως τα γραφόμενά μου γίνουνε δίχτυ και μας σώσουνε από την κατρακύλα. Όπως μας σώσανε κι εμάς οι παλαιοί που ζωντανέψανε εις το κάστρο και πολεμήσανε πλάι μας. Τους το ζητήσαμε με σεβασμό και πίστη. Ειδάλλως, βαριά θά πεφτε πάνω μας κατάρα και τότε πηγαίναμε όλοι εις τον χαμόν.

Έτσι και τα μνημεία και τα γραφτά τα τίμια, τα ενάρετα κι αληθινά χρέος να τα τιμάμε και να τα βαστάμε τις ώρες τις δύσκολες οπού το έθνος κιντυνεύει. Και την ώρα αυτείνη οπού γράφω, είναι πάνω από την κεφαλή μου την πληγωμένη και μ´ επιβλέπουνε γράμμα – γράμμα, λέξη – λέξη, όλοι οι αρχαίοι θεοί κι οι Άγιοι συμπολεμιστές του κάστρου μας, μη και στα αιματοτσακισμένα μου γραφτά ξεφύγει κάτι λάθος. Ότι όλοι, στη μάχη οπού θα περιγράψω, συντρέξανε και τους αξίζει αυτείνη η τιμή όλα να τα σημειώσω κατά πως αρμόζει στο μεγαλείο, στα λόγια και στα έργα τους. Κι αν θελήσης στα χρόνια τα δικά σου το δράμα μας ν’ αντιγράψης και να το παραστήσης, σου δίνω από εδώ την έγκρισιν και την ευκή μου, κι ας μην τη ζήτησες, ότι αγέννητος για μένα είσαι. Δικός μου όμως συγγενής, ότι κι εσύ θετός πατέρας της ιστορίας μου θα γίνης. Παράλλαξέ την εσύ, κατά πώς θες, μα την αληθινή ουσία της να τη βαστήσης».

Ο Φώτης είχε μείνει αποσβολωμένος. «Μα είναι δυνατόν; Πώς… πώς το διαβάζετε με τέτοια ευκολία;». «Ας πούμε ότι γνωρίζω τον Μ. πολύ καλά, από πρώτο χέρι». Απάντησε ο Λυριτζής. «Λοιπόν; Πώς σας φαίνεται; Συνδέεται με το αντικείμενο της έρευνάς σας;». «Απολύτως! Ειλικρινά, δεν ξέρω πώς να σας εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου! Αφορά ακριβώς την περίοδο που μελετώ. Και αυτή η εμμονή του Μ. για την αλήθεια, πόσο με εκφράζει! Όλους τους ιστορικούς επιστήμονες, βέβαια, όχι μόνον εμένα. Σκέφτομαι, μάλιστα, ήδη και τον τίτλο του σχετικού νέου μου κεφαλαίου: «Συγγραφικά αυτοσχόλια του Μ. στην πολιορκία της Ακρόπολης 1826-1827» ή κάπως έτσι. Ας καθυστερήσω λίγο ακόμη. Ένας μήνας το πολύ, όπως υπολογίζω, δεν είναι τίποτε μπροστά στο κέρδος από αυτή τη νέα προσθήκη: την εξακρίβωση των κινήτρων, της βαθύτερης σημασίας της «ξυγγραφής», όπως θα έλεγε κι ο Θουκυδίδης. Τι λέτε;». Ρώτησε τον Λυριτζή, γεμάτος έξαψη και ενθουσιασμό.

«Εσείς γνωρίζετε καλύτερα τη λογική και τον σκοπό του κειμένου σας. Αν θέλετε τη γνώμη μου, κάθε κείμενο είναι μια μάχη. Θέλει σχέδιο, στρατηγική και μιαν ιδέα που να την υπερασπίζεσαι με πάθος. Ίσως χρειαστεί και τη ζωή του να αφιερώσει κανείς, αν μάλιστα είναι να γράψει κάτι ουσιώδες ή κάτι διαφορετικό, επαναστατικό. Να, εσείς για παράδειγμα, ήδη πολεμάτε τέσσερα ολόκληρα χρόνια για τη διατριβή σας και, χωρίς συμμάχους, αυτό θα πρέπει να είναι πολύ δύσκολο. Ας πούμε ότι εγώ είμαι ένας τέτοιος «σύμμαχος» για σας. Χαίρομαι, λοιπόν, που σας αφορά το χειρόγραφό μου. Το ζήτημα της αλήθειας που θίγει είναι, βέβαια, σημαντικό αλλά δεν νομίζω ότι ο Μ. μιλά «γενικά». Δεν ξέρω αν προσέξατε ότι σας απευθύνεται στο τέλος του κειμένου με αρκετή σαφήνεια». Πρόσθεσε ο Λυριτζής. «Είστε όντως ένας πολύτιμος και απρόσμενος σύμμαχος! Και διαβάσατε με τόση ζωντάνια και αισθαντικότητα το κείμενο! Όμως, για να είμαι ειλικρινής, δεν πρόσεξα αυτό που λέτε». Απάντησε ο Φώτης. «Είμαι τόσο ενθουσιασμένος, που σίγουρα μου έχουν διαφύγει πολλά σημεία από την πρώτη ανάγνωση. Συγχωρήστε με. Υπό κανονικές συνθήκες, είμαι πολύ προσεκτικός!». Απολογήθηκε. «Αν και δεν είμαι και τόσο σίγουρος ότι αντιλαμβάνομαι το πνεύμα σας, όταν λέτε ότι «μου απευθύνεται». Εννοείτε, υποθέτω, ότι οι παλαιότεροι συγγραφείς απευθύνονται στους νεότερους ρητά ή υπαινικτικά, ή ότι οι νεότεροι δημιουργούν κάτω από τη «σκιά» των παλαιότερων. Αν και εγώ δεν είμαι συγγραφέας με την ειδικότερη έννοια του όρου. Ερευνητής είμαι. Οι πρώτοι αναζητούν μιαν άλλη αλήθεια από αυτήν που αναζητώ εγώ, έτσι τουλάχιστον νομίζω». Πρόσθεσε ο Φώτης, χωρίς να σηκώσει, όλη αυτήν την ώρα που μιλούσε, το βλέμμα του από το χειρόγραφο. Δεν πήρε όμως καμία απάντηση, οπότε κατάλαβε ότι ο Λυριτζής είχε ήδη φύγει. Ήταν μόνος του με το κείμενο. Πρόσεξε ότι τού είχε αφήσει κάποια φύλλα με τη μεταγραφή του κειμένου και ένα σημείωμα που έλεγε: «Θα συναντηθούμε σύντομα, εφόσον το επιθυμείτε». Τον παραξένεψε που ο Λυριτζής έφυγε έτσι απότομα, χωρίς καν να τον χαιρετίσει. Ήταν, όμως, τόσο ευτυχής, μιας και τώρα είχε στη διάθεσή του και τη μεταγραφή, ώστε δεν έδωσε περισσότερη σημασία. «Θα ήταν βιαστικός φαίνεται. Ποιος ξέρει…». Σκέφτηκε κι άρχισε τώρα να τη διαβάζει με απόλυτη προσήλωση.

Διάβαζε ξανά και ξανά την τελευταία παράγραφο. Εκεί που έλεγε ο Λυριτζής ότι ο Μ. απευθυνόταν σ´ αυτόν «συγκεκριμένα». «Τον μελλοντικό, θετό πατέρα της ιστορίας του». Γέλασε με την έννοια της «πατρότητας» ενός κειμένου διακοσίων ετών μεγαλύτερού του. Άσε πόσο ετεροβαρής ήταν η σύγκριση ανάμεσα στον ίδιο και στον Μ.! Πώς μπορούσε, λοιπόν, αυτός να «υιοθετήσει» την ιστορική μαρτυρία του Μ.; Κι έπειτα, του ήταν ακόμη πιο δύσκολο να κατανοήσει την άλλη εντολή: «να παραλλάξει το δράμα της πολιορκίας» αλλά να κρατήσει την αλήθεια του. Οι δύο αυτές προτάσεις τού φαίνονταν αντιφατικές και σίγουρα ολωσδιόλου αντίθετες με την αποστολή ενός ιστορικού επιστήμονα, τουλάχιστον όπως την αντιλαμβανόταν ο ίδιος. Πώς να παραλλάξει κανείς τα ιστορικά γεγονότα, χωρίς να διαστρεβλώσει την αλήθεια τους; Ήταν ευγνώμων στον Λυριτζή για το χειρόγραφο αλλά αποφάσισε να αγνοήσει την ερμηνεία του. Και ξεκίνησε να γράφει το νέο του κεφάλαιο. «Οι δηλώσεις του Μ. σχετικά με τον σκοπό συγγραφής του συνολικού έργου του έχουν κατά καιρούς εξετασθεί και αναλυθεί εκτενώς από τη βιβλιογραφία, είναι όμως η πρώτη φορά, απ´ όσο γνωρίζουμε, που ο Μ. αναφέρεται τόσο ξεκάθαρα στο σκοπό της καταγραφής ενός συγκεκριμένου επεισοδίου της ελληνικής επανάστασης, εν προκειμένω την πολιορκία της Ακρόπολης από τον Κιουταχή το 1826-1827. Ειδικότερα, στο προσφάτως ανακαλυφθέν χειρόγραφο του Μ. με αριθμό …. της Γενναδίου….».

 

«Ξέρετε, σας θαυμάζω εσάς τους νέους ερευνητές. Είστε τόσο βέβαιοι για την αλήθεια των ερευνών σας. Εγώ, όσο «σκάβω» μέσα στα γεγονότα, τόσο περισσότερο ανακαλύπτω πως είναι αδύνατον να τα ερμηνεύσω με «έναν» τρόπο και γι’ αυτό δεν είμαι ποτέ σίγουρος για τίποτε. Ούτε καν ότι είμαι τώρα εδώ και σας μιλάω!». Είπε ο Λυριτζής με έναν περιπαικτικό τόνο στη φωνή του, χωρίς να τον κοιτάζει, καθισμένος σε μια καρέκλα, δίπλα ακριβώς στην προθήκη με τα παλαιά χειρόγραφα. Μόλις που φαινόταν σε εκείνη τη σκοτεινή γωνία όπου καθόταν. Πώς έβλεπε να διαβάζει; Αναρωτήθηκε ο Φώτης. Ο φωτισμός εκεί ήταν πολύ κακός. Ο ίδιος, αντίθετα, καθόταν πάντα σε κεντρικό σημείο της αίθουσας, με τον φωτισμό άπλετο πάνω από το κεφάλι του και με το παράθυρο ακριβώς απέναντί του, για να μπορεί να μελετά προσεκτικά τα ιστορικά έγγραφα και τα παλαιά χειρόγραφα, ώστε να μην του διαφεύγει τίποτε, να μην κάνει το παραμικρό λάθος που θα αλλοίωνε τη αλήθεια των των πηγών του. Εξάλλου, ο φωτισμός των γεγονότων με ακρίβεια, η αναζήτηση «των αιτίων των πραγμάτων» ήταν αυτό που τον γοήτευε πάντα και τον οδήγησε να γίνει ιστορικός και όχι συγγραφέας, παρά τα νεανικά λογοτεχνικά του ενδιαφέροντα και μια κάποια κλίση στη λογοτεχνία που, όμως, δεν πρόλαβε να καλλιεργήσει.

Ο Λυριτζής ερχόταν στην αίθουσα τόσο αθόρυβα που ούτε τον καταλάβαινε. Το ίδιο αθόρυβα έφευγε. Έτσι και σήμερα, σχεδόν τρεις μέρες μετά από την πρώτη ανάγνωση του χειρογράφου, ούτε που είχε παρατηρήσει ότι ήταν εκεί. Μπορεί να καθόταν και ώρες και να μην τον έχει αντιληφθεί. Μόνον τώρα που έκανε αυτήν την παρατήρηση αντιλήφθηκε την παρουσία του. Ενοχλήθηκε κάπως, καθώς του ακούστηκε σαν μια ανεπαίσθητη μομφή επιπολαιότητας εναντίον του. «Θέλετε να έρθετε εδώ κοντά μου; Έχει καλύτερο φωτισμό. Δεν σας βλέπω πολύ καλά εκεί που κάθεστε». Τον παρότρυνε ο Φώτης. «Προτιμώ το χαμηλό φως. Ξέρετε, έχω μια ευαισθησία στα μάτια. Έχω συνηθίσει, βλέπετε, από τη δουλειά μου σε συνθήκες ελάχιστου φωτισμού. Λοιπόν; Πώς προχωράει η μελέτη σας;». Τον ρώτησε ο Λυριτζής. «Ικανοποιητικά». Του απάντησε. «Το χειρόγραφό σας συνδέεται σε πολλά σημεία με την ιστορική μου ανάλυση. Ξέρετε εξετάζω, μεταξύ άλλων, και τον ρόλο της αρχαιότητας του χώρου σε σχέση με τον τρόπο διεξαγωγής της πολιορκίας. Πώς δηλαδή τα μνημεία επηρέασαν την έκβασή της».

«Αρκετά πρωτότυπο και ενδιαφέρον το θέμα σας. Ελπίζω να έχω τη χαρά να διαβάσω τη διατριβή σας, όταν την εκδώσετε. Με ενδιαφέρει πολύ και, ακόμη περισσότερο, που θα επιβιώσει μέσα σε αυτή το χειρόγραφό μου. Σαν τα αρχαία μάρμαρα που επιβίωσαν, παρά τις μάχες και τις λεηλασίες, ενίοτε χτισμένα στην τοιχοποιία των εκκλησιών». Παρατήρησε ο Λυριτζής και η φωνή του είχε ένα ηχόχρωμα θλίψης μαζί με νοσταλγία. «Σας ευχαριστώ. Δεν σταματάτε να με εκπλήσσετε. Μα τέτοια ταύτιση ενδιαφερόντων! Ωστόσο, μείνετε ήσυχος. Και εγώ να μην το συμπεριλάβω στη διατριβή μου, το χειρόγραφό σας θα διασωθεί για πάντα, αφού θα το συντηρούν και θα το προσέχουν εδώ στη βιβλιοθήκη». Απάντησε καθησυχαστικά ο Φώτης. «Επιτρέψτε μου να διαφωνήσω. Τα κείμενα διασώζονται μόνον όταν εισχωρήσουν μέσα σε άλλα κείμενα, όταν «δεθούν» με αυτά. Αυτή είναι η αληθινή επιβίωση και διάσωσή τους». Είπε ο Λυριτζής. «Ναι, βέβαια. Ωστόσο, νομίζω πως αυτό συμβαίνει κυρίως στη λογοτεχνία. Δεν συμφωνείτε; Ξέρετε, κι εγώ είχα εκδώσει μια μικρή συλλογή διηγημάτων, πάνε κάποια χρόνια, μα όταν ξεκίνησα τη διατριβή μου, πού καιρός… Αφήστε που τώρα έχω αλλάξει και «ιδεολογία». Το αληθινό κέρδισε μέσα μου το πλασματικό». Είπε γελώντας, σε μια προσπάθεια να ελαφρύνει την αντιπαράθεση μεταξύ τους.

«Πολύ χαίρομαι που έχετε θέσει τόσο ξεκάθαρα όρια γι’ αυτές τις έννοιες, για το τι ακριβώς θέλετε να κάνετε. Κι εγώ με άλλα ήθελα να ασχοληθώ στα νιάτα μου. Η ζωή, βλέπετε, σε πάει καμία φορά αλλού από εκεί που επιδιώκεις να φτάσεις. Και το βάρος των προγόνων είναι συχνά ασήκωτο. Τις περισσότερες φορές καταλήγεις να κάνεις αυτό που εκείνοι θέλουν κι όχι αυτό που θέλεις εσύ. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ιστορίες. Μπορεί να σκοπεύεις να μιλήσεις για ένα πράγμα και τελικά να μιλάς για ένα άλλο…».

Ο Φώτης άρπαξε την ευκαιρία να μάθει, επιτέλους, την ειδικότητα του συνομιλητή του. «Αν δεν γίνομαι αδιάκριτος και με το θάρρος της ολιγοήμερης γνωριμίας μας, ποια είναι ακριβώς τα ερευνητικά ενδιαφέροντά σας;». «Ασχολούμαι με τη στατικότητα των μνημείων της Ακρόπολης. Όλη μου η δουλειά γίνεται μέσα στις σπηλιές και στους υπονόμους, κάτω από τον Ιερό Βράχο. Ξέρετε ότι υπάρχει ένα ολόκληρο δίκτυο εκεί κάτω; Από τα χρόνια της πολιορκίας. Γι’ αυτό στο σκοτάδι ή έστω στη σκιά, νιώθω πιο άνετα απ’ ό,τι στο δυνατό φως». «Να, είδατε που πάλι «ξανασυναντιόμαστε»; Όπως φαίνεται η ιστορία επέλεξε να μας φέρει κοντά, αφού και οι δύο μελετάμε, κατά μια έννοια, το ίδιο πράγμα. Εσείς τους υπονόμους της Ακρόπολης εγώ την ιστορία της στα χρόνια της πολιορκίας!», είπε ο Φώτης και γέλασαν κι οι δύο τρανταχτά. «Κι αν μου επιτρέπετε ακόμη μια ερώτηση, πώς βρέθηκε στα χέρια σας αυτό το πολύτιμο χειρόγραφο;». «Κάποιος μακρινός συγγενής μού το κληροδότησε. Σίγουρα γνωρίζετε, ως ερευνητής της περιόδου εκείνης, ότι κατά τη διάρκεια της πολιορκίας δεν «γραφόταν η ιστορία», όπως λέμε μεταφορικά, μόνον από τους πρωταγωνιστές του αγώνα αλλά και κυριολεκτικά, από ορισμένους από αυτούς, και δεν εννοώ, βέβαια, τη γνωστή περίπτωση. Υπήρχαν, μάλιστα, για τα ίδια ακριβώς γεγονότα, διαφορετικές παραλλαγές. Οπότε, αγαπητέ μου», πρόσθεσε ο Λυριτζής, «ούτε εσείς ούτε εγώ ξέρουμε «πραγματικά» τι έγινε τότε εκεί. Παρά τις διαβεβαιώσεις των συγγραφέων ότι η «δική τους» ιστορία είναι η αληθινή, ο καθένας την έβλεπε μέσα από τα δικά του μάτια. Και όταν τα μάτια είναι υπερβολικά ανοιχτά, μπαίνει πολύ φως και τυφλώνει. Καμία φορά, πιστεύω, με μισάνοιχτα μάτια βλέπει κανείς καλύτερα. Ακόμη και με κλειστά, όταν ονειρεύεται…».

«Κύριε Αβορίτη, κλείνουμε. Έχετε μείνει τελευταίος. Κι αύριο μέρα είναι». Άκουσε ξαφνικά τη φωνή της βιβλιοθηκονόμου στο αυτί του, σαν να ξυπνούσε από όνειρο. «Ναι σωστά, συγγνώμη». Ψέλλισε μπερδεμένος και βγήκε στη λεωφόρο να τον φυσήξει ο παγωμένος αέρας.

«Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου φώτισαν τις μετόπες του Παρθενώνα. Σήκωσαν το κεφάλι κι αντίκρισαν τους χλωμούς θεούς που άρχιζαν τώρα να ζωντανεύουν κάτω από το χρυσό φως. Ξημερώθηκαν πάλι. Λιγοστός ο ύπνος τους κάτω από του δωρικούς κίονες. Δυο-τρεις ώρες το πολύ. Είχαν μέρες να σηκώσουν το βλέμμα στον ναό. Δεν έμενε χρόνος μέσα σε τόσο μπαρούτι και ντουφέκι. Οι Τούρκοι τους είχαν ζώσει ένα γύρο. Απέναντι από του Φιλοπάππου, από τον λόφο των Νυμφών, από τον Άρειο Πάγο και το χειρότερο, κάτω από τα πόδια τους, έσκαβαν κι έσκαβαν να φτάσουν μέχρι την καρδιά του βράχου και να τους τινάξουν όλους στον αέρα. Έπρεπε να τους προλαβαίνει ο λαγουμιτζής, αχώριστος σύντροφος του στρατηγού στη μάχη. Λαγούμια οι Τούρκοι, αντιλαγούμια αυτός. Έτσι πήγαινε το πράγμα. Από την προηγούμενη πολιορκία, όταν οι Έλληνες ήταν έξω κι οι Τούρκοι μέσα.

Δεν τον άφηνε ο στρατηγός από τα μάτια του τον λαγουμιτζή. Ούτε κι εκείνος τον στρατηγό, προπάντων, όταν βαστούσε με νύχια και με δόντια τον προμαχώνα του, τον Σερπεντζέ με τα παλικάρια του, τους πεινασμένους και γυμνούς Αθηναίους. Τους είχε ρημάξει από τους φόρους ο Γκούρας, ο φρούραρχος. Εκείνος, όμως, είχε φυλάξει τους δικούς του στο Ερέχθειο. Έβαλε και χώμα στη σκεπή για ν’ αντέχει στις τουρκικές μπάλες. Τρώγαν και πίναν. Κι έξω σφάζονταν και ρίχνονταν στα χαντάκια οι Αθηναίοι. Πεινασμένοι κι εξαντλημένοι. Κι αν δεν ήταν ο στρατηγός να τους ταΐζει που και που, αν δεν τους πότιζε καμιά ρακή να τους ζαλίσει και να κάνει κανένα κόλπο, τάχα σακιά με άσπρα που άφηναν στα χαντάκια οι διωγμένοι Τούρκοι, και πάνω απ’ όλα αν δεν ήταν ο ακάματος λαγουμιτζής να σκάβει, δεν θα ρίχνονταν σαν λιοντάρια στα λαγούμια και το κάστρο θα είχε πέσει στα χέρια των εχθρών από τον πρώτο μήνα της πολιορκίας.

Αυτά σκεφτόταν ο στρατηγός, καθώς ξημέρωνε και κοιτούσαν κι οι δύο, ξαπλωμένοι ακόμη, τα μάρμαρα και τους ακρωτηριασμένους θεούς. Τον άκουγε τον λαγουμιτζή να τους μιλά τις ώρες τις δύσκολες. «Άντε βάλτε κανα χεράκι κι εσείς. Κι εσείς ρημαγμένοι κι εμείς. Πιο καλά σας πάει η φουστανέλα από την τουρκική βράκα!». Μονολογούσε, όταν έδενε τα αντιλαγούμια του με τα τουρκικά για να τα ξεθυμάνει, πριν γίνει το κακό.

Και σκούπιζε τον ιδρώτα του στα λιαγκόλια της φουστανέλας που είχε χάσει πια τη λευκότητά της, από το χώμα και το μπαρούτι. Καπνισμένη και ταλαιπωρημένη κι αυτή σαν τις καπνισμένες απ’ τις εκρήξεις ραβδώσεις των δωρικών κιόνων που φαγωμένοι από τις μπάλες και τα βόλια είχαν χάσει την αλλοτινή μαρμαρυγή τους. Αλλά κι έτσι άντεχαν, και ο πληγωμένος ναός και η φθαρμένη φορεσιά με τη σκαλισμένη Αθήνα στις μπαλάσκες που κρέμονταν από το χρυσοκέντητο σελλάχι, πίσω στη μέση των παλικαριών. Ίσως κι αυτή με τη σοφία της, με την αγάπη για την πόλη της, αν φυλούσε μαζί τους τις ντάπιες, να ξεμπέρδευαν από τον Κιουταχή μιαν ώρα αρχύτερα.

Ήταν παρηγοριά ο ναός. Οι μετόπες κι οι πανύψηλοι κίονες, τους έδιναν κουράγιο με την αντίστασή τους στη φθορά και στον θάνατο. Επέμεναν να στέκουν, κι ας είχαν χτυπηθεί ανελέητα από δικούς και ξένους. Δυτικούς κι Ανατολίτες. Άλλοτε οι πολιορκημένοι, στην απελπισία τους, έριχναν στους πρόποδες του λόφου σφονδύλους από τους κίονες που έσκαγαν στα κεφάλια των Τούρκων σαν βόμβες. Άλλοτε έπεφταν στα δικά τους κεφάλια, θραύσματα μαρμάρων χτυπημένων από τα τούρκικα κανόνια. Συμμετείχε, ήθελε δεν ήθελε, κι ο ναός στον πόλεμο. Αν ήταν, λοιπόν, γραφτό να πεθάνει ο λαγουμιτζής μέσα στο κάστρο, τουλάχιστον καλύτερα να πέθαινε από αυτά τα μάρμαρα, παρά από τουρκικό βόλι. Δύσκολο, βέβαια, νά’ χε τον θάνατο που ευχόταν έτσι που χωνόταν κάθε μέρα μες τα πηγάδια και τα χαντάκια του κάτω κόσμου. Μα πάλι μήπως δεν σώθηκε ανέλπιστα κι από την άλλη μεγάλη Έξοδο, λίγους μήνες νωρίτερα, στο Μεσολόγγι;

Τώρα είχε και τους πάνω θεούς με το μέρος του. Έτσι αισθανόταν ο λαγουμιτζής. Και πάνω πόλεμος και κάτω, σκεφτόταν, το ξημέρωμα, κοιτώντας τις μετόπες με τους γίγαντες και τους κενταύρους, όσοι είχαν απομείνει από τις λεηλασίες και τους πολέμους. Κι οι πάνω θεοί πολεμούσαν με θεριά, άγρια και βάρβαρα κι οι δικοί του κάτω μάχονταν να δαμάσουν τα τουρκικά θεριά που λυσσούσαν να πάρουν την Αθήνα και το κάστρο της και να ρημάξουν τον ναό που, σε πείσμα των καιρών, ήταν ακόμη στη θέση του. «Πολεμάτε εσείς επάνω», έλεγε στους θεούς, σκάβοντας όλη μέρα. «Κι αν νικάτε εσείς, νικάμε κι εμείς. Έχουμε την Αθηνά και την Παναγιά Στρατηγούς, τον Αι-Γιώργη και τον Αι-Νικόλα και τους Αποστόλους και την Υπαπαντή συμμάχους ένα γύρω να μας συντρέξουνε. Ο Κιουταχής μόνον βόλια και μπάλες». Ειδάλλως, θυμόταν τα λόγια του στρατηγού: «Πάμε κι εμείς και τα μάρμαρα στον αέρα, αν είναι να πέσουμε στα χέρια τους». Μα αυτό δεν τό ’θελε.

Τον βράχο και τον Παρθενώνα δεν τον χαλούσε. Τον είχε γλιτώσει ήδη δυο μήνες πριν, που ένωσε τα τρία τουρκικά λαγούμια σε ένα και τό’ χωσε στο δικό τους. Κάτω από τον Σερπεντζέ. Έξω ακριβώς, το στέκι των εχθρών. Πίναν τον καφέ τους και βρίζονταν με τους Έλληνες. Τους πιάσανε και πάλι την κουβέντα, ενώ από κάτω εκείνος έσκαβε το λαγούμι. Έτσι και τώρα. Το όνειρο που είδε το προηγούμενο βράδυ ήταν ξεκάθαρο. Ένας άντρας γιγαντόσωμος στεκόταν στην Εκκλησία της Υπαπαντής σταυροκοπιόταν διαρκώς και μετά γύρισε σε αυτόν που βρισκόταν πάνω στον βράχο, έβαλε το χέρι του πλάι στο στόμα, για ν’ ακουστεί δυνατά και του φώναξε: «οι Τούρκοι σκάβουν λαγούμι στην Υπαπαντήηη! Δώδεκα θα χρειαστούν! Δώδεκα! Ξεκίνα να σκάβεις!». Το είπε το όνειρο στον στρατηγό. Θα έσκαβε, λοιπόν, ολημερίς κι ολονυχτίς δώδεκα πηγάδια. Τόσοι οι παλαιοί θεοί, τόσοι κι οι Απόστολοι. Λίγη βοήθεια, και θα τον ξεθύμανε κι αυτόν τον τουρκικό δράκο που ήθελε να συρθεί μέχρι την ντάπια του ’Δυσσέα να πιει από το νερό της αρχαίας κλεψύδρας, να φτάσει κάτω από τα θεμέλια του αρχαίου ναού και να τον κάψει. Ένας θεός κι ένας Άγιος σε κάθε πηγάδι να στεκόταν. Αυτό, τίποτε άλλο δεν χρειαζόταν. Τέτοια συμφωνία έπρεπε να κάνουν. Θα τό ´λεγε σήμερα κιόλας στον στρατηγό. Δεν έμενε καιρός. Να μαζευτούν οι πάνω και οι κάτω. Να βάλουν μπρος το μεγάλο σχέδιο. Να σώσουν την πόλη και τα μάρμαρα. Ας άφηναν τις διαφορές. Ποιος παλιός, ποιος νέος θεός. Ο σκοπός κοινός. Αθήνα και μνημεία μην πέσουν σε τουρκικά χέρια.

Λυσσούσε ο Κιουταχής από τις πολλές αποτυχίες και τώρα πια δεν βαστιόταν, αν δεν γκρέμιζε τον Παρθενώνα. Άχρηστοι οι δικοί του λαγουμιτζήδες. Τό ’ξερε. Αυτόν τον μισαδιακό σκαφτιά χρειαζόταν, για να πάρει το κάστρο. Του μήνυσε κιόλας ότι θα τον αγόραζε με τόσο χρυσάφι όσο το βάρος του. Δεν θα ξόδευε βέβαια και πολύ, αν εκείνος πρόδιδε. Πετσί και κόκαλο ήταν ο λαγουμιτζής, ένα αερικό του βράχου, και τα μάτια του, από την αϋπνία και το σκάψιμο, είχαν γίνει κι αυτά δυο βαθιά λαγούμια που βγάζαν σπίθες κάθε που άναβε το μπαρούτι στα χαντάκια του και τίναζαν τους Τούρκους κι άρπαζαν τα λάφυρα. Τι να το κάνει το χρυσάφι αυτός ο Δαίδαλος των λαγουμιών; άλλο δεν ήξερε από το να σκάβει καλά και ν’ ανάβει τα φυτίλια την κατάλληλη στιγμή. Αυτή η φωτιά ήταν η ευτυχία κι η ζωή του όλη. Και τότε στο Μεσολόγγι και τώρα στο κάστρο της Αθήνας.

Στον αγώνα θα έμπαζε και τα παλικάρια που ξεπρόβαλαν από τα χώματα που έσκαβε. Κι αυτά μαζί στη μάχη με τους Αθηναίους. Κι ας ήταν ήδη τραυματισμένα. Ανέβαζε πάνω στο κάστρο κεφάλια, κορμούς, χέρια, μηρούς, μην τα χαλάσει το μπαρούτι. Αν τους έβαζες φουστανέλα ολόιδιοι ήταν οι παλαιοί κούροι με τους τωρινούς. Οι γενναίοι αγωνιστές που γλίτωναν, μετά από κάθε μάχη, έφερναν μέσα στο κάστρο ένα – δυο κεφάλια των εχθρών μαζί με λάφυρα, όπλα, κοφίνια και κάπες τουρκικές. Αυτός, ανέβαζε τα μαρμάρινα μέλη και τις κεφαλές και τις τοποθετούσε πλάι στις χλωμές των χαμένων παλικαριών που θαρρείς έμοιαζαν τώρα, από την ακινησία του θανάτου, ακόμη περισσότερο μαζί τους. Τους στοίβαζαν στον Σερπεντζέ τους νεκρούς μαζί με τα αγάλματα. Θα ερχόταν όμως η ώρα να βοηθήσουν κι αυτοί ακόμη, έστω και αν τώρα τους κρατούσαν ακίνητους με τα δεσμά τους, το μάρμαρο κι ο θάνατος.

Το είπε, λοιπόν, το σχέδιο στον στρατηγό, το ίδιο βράδυ. Δεν έπαιρνε αναβολή το ζήτημα. Τον βρήκε όμως σε κακή κατάσταση. Είδε κι έπαθε να συνέλθει απ’ τη μάχη που είχε τελειώσει λίγες ώρες πριν. Με το κεφάλι ματωμένο και το φέσι χωμένο μέχρι το μυαλό, ο στρατηγός βάσταξε τους Τούρκους κάτω από τον Σερπεντζέ κι έσωσαν μαζί το κάστρο. Εκείνος από πάνω να πολεμά και ο λαγουμιτζής χωμένος στο χαντάκι να ετοιμάζει να τους ανατινάξει με το λαγούμι του. Τον έσωσε. Πώς αλλιώς; Χωρίς τα λαγούμια του φίλου και συμπολεμιστή του, το κάστρο θα έπεφτε. Όμως στο τέλος, τραυματισμένος και ξεψυχισμένος, λύγισε. Τον χιλιοπάτησαν οι Τούρκοι και, όταν οι Αθηναίοι του τον είδαν έτσι, λυσσάξαν και τους έδιωξαν κακήν κακώς. Στην αγκαλιά τον άρπαξε και τον ανέβασε πάνω στη ντάπια το πρωτοπαλίκαρό του.

Με δεμένο το κεφάλι και με λιγοστή ανάσα, ο στρατηγός τού έδωσε τη συγκατάθεσή του. Λίγο να στέκονταν στα πόδια του και θα συγκαλούσε αμέσως το μέγα συμβούλιο. Είχε και την έγνοια, μην κι από τη ζάλη και τα απανωτά τραύματα, ξεχάσει ή παραλλάξει τίποτε απ’ όσα έμελλε να συμβούν σε αυτό το συμβούλιο και στη μάχη που θ’ ακολουθούσε. Μα ήθελε να τα συγκρατήσει όλα και να τα καταγράψει με κάθε λεπτομέρεια, για να τα διαβάσουν και να κρίνουν οι μελλοντικοί το δίκιο ή το άδικο των αποφάσεων και των έργων. Γι’ αυτό έπρεπε να συνέλθει όσο πιο γρήγορα γινόταν και να’ ναι στα συγκαλά του. Τα καθέκαστα τ’ αληθινά κι όχι τα πλάσματα του νου και των πληγών του ν’ αφήσει στους κατοπινούς κληρονομιά, να λάμπει αιώνια, όπως ο βράχος φωτισμένος από τις φλόγες των εκρήξεων μέσα από τα λαγούμια που διαρκώς τον υπονόμευαν, χωρίς ποτέ να τον γκρεμίζουν».

«Η πολλή εργασία βλάπτει. Πιείτε ένα ζεστό καφέ. Ελάτε, πάμε στον κήπο να ξεθολώσετε λίγο, γιατί δεν σας βλέπω καλά. Τι σας συμβαίνει;» Άκουσε πάλι απρόσμενα τη φωνή του Λυριτζή. «Κοντεύει απόγευμα και δεν έχετε σηκώσει κεφάλι». «Σας ευχαριστώ για τον καφέ. Η αλήθεια είναι ότι τον χρειαζόμουν. Ξέρετε, αλλιώς περίμενα να εξελιχθεί το κείμενό μου κι αλλιώς εξελίσσεται. Νομίζω ότι το μικρό κεφάλαιο δεν θα βγει τελικά τόσο μικρό. Και πάνω που έλεγα ότι θα τελειώσω το πολύ σε ένα μήνα… Ήδη πέρασε ο μήνας κι εγώ δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Νομίζω ότι έχω χάσει τον έλεγχο. Άλλα θέλω να γράψω κι αλλά γράφονται. Φοβάμαι μήπως έχω πάθει υπερκόπωση. Έχω ακούσει, ξέρετε, φοβερές ιστορίες για υποψήφιους διδάκτορες που γράφουν και γράφουν για χρόνια, χάνονται μέσα στον λαβύρινθο της έρευνάς τους και τελικά δεν καταφέρνουν να την υποστηρίξουν ποτέ. Δεν υπάρχει τίποτε πιο φριχτό από το να σε προδίδει η ίδια σου η έρευνα ή να την προδίδεις εσύ». Είπε ο Φώτης φανερά καταβεβλημένος. «Ελάτε, μην απογοητεύεστε. Πάντα έτσι συμβαίνει. Όσο πιο βαθιά σκάβεις, τόσο λιγότερο το φως αλλά τελικά η αλήθεια βρίσκεται εκεί και περιμένει να την ανασκάψεις και να τη βγάλεις στην επιφάνεια. Σαν την ανασκαφή των αρχαίων αγαλμάτων. Είμαι σίγουρος ότι αυτό που γράφετε είναι πέρα για πέρα αληθινό. Πάμε όμως μέσα, γιατί κάνει κρύο και σας βλέπω εξαντλημένο. Μην αρρωστήσετε κιόλας!». Είπε με πατρική στοργή ο Λυριτζής και τον οδήγησε πάλι μέσα στην αίθουσα, κρατώντας τον από τον ώμο. «Θέλω να σας διαβάσω τι έχω γράψει ή μάλλον τι γράφεται από μόνο του. Σας λέω, δεν είμαι εγώ αυτός που γράφει αυτό το κεφάλαιο! Δεν με αναγνωρίζω πια… Φοβάμαι… Φοβάμαι ότι δεν είμαι έτοιμος να υποβάλω τη διατριβή μου για κρίση. Σας παρακαλώ, διαβάστε και θα διαπιστώσετε και μόνος σας ότι έχω ξεφύγει αρκετά, για να μην πω εντελώς, από τον αρχικό μου στόχο…».

«Η καθορισμένη μέρα έφτασε. Μια λευκή αχλή σκέπαζε τον βράχο, εκείνο το παγωμένο χάραμα του Νοεμβρίου του 1826. Έμοιαζε τώρα να αιωρείται πάνω από τη γη, καθώς οι πρόποδές του ήταν τυλιγμένοι μέσα σε ένα γαλακτερό σύννεφο που κατάπινε τους Τούρκους, τα κανόνια και τα λαγούμια τους. Μόνον ο Παρθενώνας ξεπρόβαλλε στην κορυφή, μέσα από την αραχνοΰφαντη πάχνη, σχεδόν εξαϋλωμένος, μοιάζοντας περισσότερο με παλιά αχνή ζωγραφιά παρά με πραγματικό ναό. Θα έλεγες ότι δεν υπήρχε πόλεμος. Ότι ο βράχος αναπαυόταν μέσα στην αιώνια αίγλη του, αδιατάρακτα γαλήνιος, απαράλλακτα επιβλητικός, σαν να μη τον είχαν αλλοιώσει ούτε οι φθορές, ούτε οι ρωγμές, ούτε οι ακρωτηριασμοί των αγαλμάτων του, σαν να μην τον άγγιζε η Ιστορία που τα πάντα μεταβάλλει και υπονομεύει. Και ολόγυρα απλωνόταν μια απόκοσμη ησυχία. Λες και είχε σβηστεί κάθε ήχος από τις εργασίες των εχθρών, που ετοίμαζαν τώρα τα κανόνια και τα ντουφέκια τους για ν´ αρχίσουν πάλι να πέφτουν βροχή οι μπάλες και τα βόλια πάνω στον βράχο και στα μνημεία κι έσκαβαν με μανία το νέο λαγούμι τους, που ήταν πια σχεδόν έτοιμο, από το εκκλησάκι της Υπαπαντής με κατεύθυνση τη ντάπια του ’Δυσσέα, στη θέση της αρχαίας Κλεψύδρας, για ν’ ανατινάξουν μια κι έξω τον βράχο.

Καθώς η ομίχλη άρχισε σιγά σιγά να διαλύεται, όσο ξημέρωνε, ξεπρόβαλαν οι εχθροί την ώρα που ο καθένας εκτελούσε το έργο του και η μάχη μόλις είχε ξεκινήσει. Κανείς όμως δεν κινούνταν. Φαινόταν να έχει σταματήσει ο χρόνος και όλοι ήταν παγωμένοι σαν σε ζωγραφιά. Ούτε μπορούσαν να δουν ούτε να ακούσουν όσα συνέβαιναν μπροστά στα μάτια τους. Τα βόλια έστεκαν ακίνητα στο αέρα, ο καπνός από το μπαρούτι, καθώς έσκαγε, έμοιαζε με γκριζωπό σύννεφο, που δεν διαλυόταν, κι οι μπάλες από τα κανόνια διέγραφαν την καμπύλη τροχιά τους προς τον ναό και τα μνημεία, χωρίς να φτάνουν ποτέ τον στόχο τους. Κι ο Κουταχής σαν τον Ξέρξη στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, βέβαιος για τη νίκη του, είχε διαλέξει ένα σημείο ψηλό, απέναντι στον λόφο των Μουσών, για να βλέπει τον Παρθενώνα και να παρακολουθήσει την έκρηξη που θα τον συνέτριβε. Καθόταν ακίνητος και μαρμαρωμένος, με το βλέμμα άδειο, τυφλωμένος λες από μια λάμψη. Σαν να ήταν μέρος κι αυτός της ζωγραφιάς που ιστορούσε από μακριά όλη τη σκηνή της ανατίναξης.

Την ίδια ώρα όμως, πάνω στον βράχο ένα παράδοξο θέαμα εκτυλισσόταν σαν θεατρική σκηνή. Μαζεύτηκαν όλοι οι εκπρόσωποι του συνεδρίου μπροστά στον Παρθενώνα. Οι ανάγλυφοι θεοί ξεκόλλησαν από τις μετόπες και τα αετώματα και άρχισαν να κατεβαίνουν στο έδαφος, άλλοι πετώντας, άλλοι έφιπποι κι άλλοι γλιστρώντας από τους κίονες. Μαζεύτηκαν μπροστά στη δυτική πύλη. Η Αθηνά και οι υπόλοιποι θεοί τριγύρω της και πλάι της η Παναγία. Έλαμπαν οι δυό τους, παρά τη συννεφιά, με τις ολόχρυσες στολές τους. Ανέβηκαν από την πύλη του Σερπεντζέ κι οι κοκκινοφορεμένοι Άγιοι. Ο Αι-Γιώργης με την καπνισμένη από την ανατίναξη στολή του, ο Αι-Νικόλας από τη Ντάπια του λιονταριού, οι Απόστολοι από τη ντάπια του ‘Δυσσέα. Την πομπή υποδέχτηκε η Παναγία, που προχώρησε λίγα βήματα για να τους προϋπαντήσει. Ανέβηκαν μαζί μέχρι τον ναό και στάθηκαν κοντά στην Αθηνά.

Στα Προπύλαια, βρίσκονταν οι Αθηναίοι με τον στρατηγό και τον λαγουμιτζή που είχαν υποδεχτεί νωρίτερα την πομπή με τους Αγίους. Προτού ανέβουν κι αυτοί προς τον ναό, ο λαγουμιτζής ξεμάκρυνε για λίγο. Κατευθύνθηκε προς τον Σερπεντζέ. Ξεκλείδωσε τη βαριά μεταλλική πόρτα και αμέσως ξεχύθηκαν έξω σαν αχνές σκιές οι σκοτωμένοι Αθηναίοι αγωνιστές. Αρχηγός τους ήταν το είδωλο του Οδυσσέα που πετάχτηκε πρώτο, σκοτεινό και οργισμένο, σαν να πάλευε με μια άλλη σκιά. Ο λαγουμιτζής αναγνώρισε αμέσως τον φρούραρχο Γκούρα. Το είδωλό του στεκόταν μπροστά από τον Παρθενώνα, εκεί ακριβώς που ήταν ο τάφος του. Μα μόλις άνοιξε η πόρτα, όρμησε σαν μαύρο σύννεφο που σκεπάζει τη κορυφή ενός βουνού μέσα στην καταιγίδα, προς τον Σερπεντζέ. Ο στρατηγός τους χώρισε. «Δεν είναι ώρα», τους είπε. «Τώρα, οι διαφορές στην άκρη. Η στιγμή είναι ιερή». Τα είδωλα των παλαιών φίλων και μετέπειτα θανάσιμων εχθρών υπάκουσαν, και τα δύο σώματα των Αθηναίων, των ζωντανών και των ειδώλων, πήραν τη θέση τους μπροστά στο ναό, πλάι στους Αγίους. Προτού όμως προλάβει να κλείσει την πόρτα ο λαγουμιτζής, όρμησαν έξω και οι αρχαίοι κούροι. Διακρίνονταν, βέβαια, οι ρωγμές στο μάρμαρο, μα τώρα τα μέλη τους ήταν συναρμοσμένα, τα χέρια και τα πόδια στη θέση τους. Τα εύγραμμα στήθη άρχισαν να πάλλονται, οι γυμνασμένοι μύες να κινούνται και οι αρχαίοι έφηβοι αναγνώρισαν αμέσως τον σωτήρα τους, τον λαγουμιτζή, και συνάχτηκαν τριγύρω του. Αυτός τους οδήγησε να σταθούν δίπλα στους αρχαίους θεούς. Ακολούθησαν τον στρατηγό κι ο Οδυσσέας με τους δικούς τους και στάθηκαν κοντά στους Αγίους.

Κι ήταν όλοι οι πρωταγωνιστές του δράματος επί σκηνής και πίσω τους ο ναός, όχι ζωγραφιστός, όπως στις παραστάσεις των τραγωδιών, αλλά αληθινός κι επιβλητικός και ήταν αυτός ο πρώτος πρωταγωνιστής του δράματος που εκτυλισσόταν εμπρός του, γιατί από τη λύση του θα κρινόταν, για άλλη μια φορά, η μοίρα του ναού. Τα μέλη του συνεδρίου μπροστά στον Παρθενώνα, ήταν σαν δυο τραγικοί χοροί, από τη μια οι αρχαίοι θεοί και οι μαρμάρινοι κούροι και από την άλλη οι Άγιοι και οι Αθηναίοι, ζωντανοί και είδωλα, και ο λαγουμιτζής. Μπροστά από την κεντρική πύλη του ναού οι υποκριτές του δράματος, ο στρατηγός, η Αθηνά και η Παναγία. Τις προσκύνησε και είπε:

-Σας ικετεύουμε, ιερές Παρθένες. Απλώστε τα χέρια σας πάνω από την πόλη σας. Απλώστε τα χέρια πάνω από τις κολόνες του ναού σας που αντιστέκονται στους εχθρούς αιώνες τώρα, σαν πανύψηλα μαρμάρινα παλικάρια και σώστε τον βράχο σας. Η ζωή μας, τα ιερά μας από εσάς θα σωθούν ή θα πάμε όλοι στον χαμό. Κι ο ναός, κι οι εκκλησίες κι όλο το γενναίο άνθος της Αθήνας παλαιό και νέο. Διατάξτε! Εσείς είστε οι Στρατηγοί της πόλης οι αληθινοί! Εγώ, στρατιώτης σας ταπεινός. Ορίστε το μεγάλο σχέδιο της μάχης! Θα πέσουμε όλοι, μα θα το εκτελέσουμε. Άλλο δρόμο δεν έχουμε.

Οι δυο παρθένες με ένα νεύμα του κεφαλιού έδειξαν να συμφωνούν. Ύστερα στράφηκε η καθεμιά στον στρατός της και κατέστρωσαν το σχέδιο της μάχης. Στη συνέχεια, ανακοίνωσαν στον στρατηγό την απόφασή τους. Μετά, πλησίασαν οι δυο προστάτιδες της πόλης η μια την άλλη τη συμφωνία να επικυρώσουν ανταλλάσσοντας δώρα πολύτιμα και όπλα φοβερά που την ώρα της μάχης θα κρατούσαν. Η Αθηνά τον σταυρό, η Παναγία την αιγίδα που πάνω της είχε τη φοβερή την κεφαλή της Μέδουσας. Κι οι δυο χοροί, σαν πάρθηκε η απόφαση κι έγινε η ανταλλαγή, πλησίασαν και στάθηκαν ο ένας αντίκρυ στον άλλο. Μπροστά από τον χορό των αρχαίων θεών εξάρχων μπήκε ο Απόλλωνας και από τον χορό των Αγίων και των Αθηναίων ο στρατηγός. Ο ένας με τη λύρα του κι ο άλλος με τον ταμπουρά του. Κι αρχίνησαν τραγούδι κοινό σαν να το είχαν τραγουδήσει πολλές φορές παλιότερα κι ας ήταν τώρα η πρώτη φορά. Τα λόγια του τραγουδιού κοινά κι αυτά ήταν και τον ήλιο καλούσαν νά’ ρθει να δει την αδικία να χάνονται τόσα λαμπρά κορμιά ελληνικά και τραγουδιστά του ζητούσαν να προβάλει μέσα από τα σύννεφα τη μέρα της λαμπρής νίκης να φωτίσει, μάρτυρας αυτός χρυσός πάνω στο άρμα του.

Μόλις το τραγούδι τελείωσε, αμέσως τα γκριζωπά τα σύννεφα διαλυθήκαν. Και μέσα στη σκηνή του δράματος εισέβαλαν ορμητικά, πετώντας από τα ανατολικά μάρμαρα, τα δυο μυώδη άλογα του Ήλιου, το άρμα του σέρνοντας και χτυπώντας δυνατά τις οπλές του στο έδαφος. Κι ακούστηκε η απόκριση του Ήλιου που αντήχησε σε όλο τον ναό:

Εψές οπού βασίλεψα πίσω από μια ραχούλα,
Άκ’σα γυναίκεια κλάματα κι αντρών τα μυργιολόγια
Γι’ αυτά τα ’ρωικά κορμιά στον κάμπο ξαπλωμένα,
και μέσ’ το αίμα το πολύ είν’ όλα βουτημένα.
Για την πατρίδα πήγαινε ’ς τον Άδη τα καιμένα.

Η μέρα της μάχης είχε ανατείλει. Το τουρκικό λαγούμι είχε φτάσει είκοσι σχεδόν μέτρα από τη ντάπια της κλεψύδρας. Οι Τούρκοι δεν μπόρεσαν να σκάψουν περισσότερο. Τους σταμάτησαν ο στρατηγός με τους Αθηναίους του που έδωσαν μάχη σθεναρή. Κι έτσι όμως ο Κιουταχής πίστεψε πως τον ναό θα τον γκρεμίσει γεμίζοντας το λαγούμι του με χιλιάδες οκάδες μπαρούτι. Διέταξε να σταματήσουν το σκάψιμο. Αρκούσε μέχρι εκεί. Ο λαγουμιτζής σαν σκιά, κάτω από τα πόδια των εχθρών, έσκαψε μαζί με τον Ήφαιστο δώδεκα πηγάδια και τα έδεσε με το τουρκικό λαγούμι. Τώρα όλα ήταν έτοιμα.

Κατέβηκαν όλοι οι θεοί κι οι Άγιοι από τον βράχο και πήραν τις θέσεις τους, κατά το σχέδιο. Ψυχωμένοι από το κρασί του Διονύσου και το παρακλητικό τραγούδι και οι Αθηναίοι. Έβλεπαν ήδη και τον Εριχθόνιο κουλουριασμένο μέσα στο λαγούμι περιμένοντας τη στιγμή της επίθεσης κι είχαν γι αυτό καλύτερες ελπίδες. Η Υπαπαντή έγινε ο προμαχώνας της Παναγίας. Πήρε μαζί της τον Αι – Γιώργη και τον Αι – Νικόλα. Στον Προμαχώνα της κλεψύδρας πήρε τη θέση της η Αθηνά μαζί με τον Ποσειδώνα, παλαιοί ανταγωνιστές μα τώρα συμπολεμιστές για χάρη της αγαπημένης πόλης. Από κοντά και τα φιλιωμένα είδωλα του Οδυσσέα και του Γκούρα που τον έχτισαν. Σπρώχνονταν ποιος θα καταλάβει την καλύτερη θέση. Είχαν κι αυτοί τα δικαιώματά τους εκεί. Σε κάθε πηγάδι στήθηκε από ένας θεός κι ένας Απόστολος, όπως είχε συμφωνηθεί. Κι ήταν θέαμα παράδοξο και μεγαλειώδες να βλέπεις αγκαλιασμένους συμπολεμιστές τους στιβαρούς, μελιχρούς θεούς με τα γυμνά τους μέλη να αναδύονται μέσα από τις πτυχώσεις των μαρμάρινων χιτώνων τους και πλάι τους τις λιπόσαρκες σχεδόν εξαϋλωμένες μορφές των Αγίων μέσα στα πορφυρά και χρυσοποίκιλτα ιμάτιά τους. Στο λαγούμι παρατάχτηκαν ο λαγουμιτζής που τώρα είχε πλάι του για βοηθούς τον Ήφαιστο και τα αγάλματα. Εκεί κοντά του, όπως σε κάθε μάχη, κι ο στρατηγός με τα δύο σώματα των Αθηναίων. Αυτοί είχαν παραταχθεί σε ζεύγη, ένας ζωντανός κι ένα είδωλο, διαλέγοντας το καθένα τον αγαπημένο του φίλο που πλάι του πολεμούσε, όσο ζούσε.

Όλοι πλέον περίμεναν το σύνθημα. Η Παναγία και η Αθήνα κοίταξαν πάνω, στο δυτικό αέτωμα του Παρθενώνα. Είδαν τον Δία να υψώνει το σκήπτρο του. Σήκωσαν τότε κι αυτές ψηλά, η Παναγία την αιγίδα κι η Αθηνά τον σταυρό, που έλαμψαν στον φως του Ηλίου και τύφλωσαν με τη λάμψη τους τούς εχθρούς και τον Κιουταχή που έμειναν αποσβολωμένοι σαν να τους χτύπησε κεραυνός. Από το λαγούμι, ο λαγουμιτζής με τον Ήφαιστο σήκωσαν κι αυτοί κρατώντας μαζί μια πύρινη δάδα, σημάδι ότι είχαν δει το σύνθημα να ξεκινήσει η μάχη. Και τότε ξαφνικά ακούστηκε ο παιάνας του Απόλλωνα. Τα αγάλματα έψαλλαν με φωνή τόσο δυνατή που σείστηκε η γη: ὡπόλλων οὐ παντὶ φαείνεται, ἀλλ᾽ ὅτις ἐσθλός! ὡπόλλων οὐ παντὶ φαείνεται, ἀλλ᾽ ὅτις ἐσθλός!

Και τότε οι ζωγραφισμένοι Τούρκοι που σφυροκοπούσαν τον Παρθενώνα με βόμβες και βόλια χωρίς να τον πετυχαίνουν κι ο Κιουταχής που στεκόταν ακίνητος και με διεσταλμένα τα μάτια από το φως των Παρθένων που καταύγαζε όλη τη σκηνή, άρχισαν να ζωντανεύουν. Σαν να τους ξύπνησε το στεντόρειο πολεμικό άσμα των αγαλμάτων ή ίσως επειδή η ιστορία έπρεπε να προχωρήσει και η θεία Πρόνοια που είχε σκηνοθετήσει όλο τα δράμα της Ακρόπολης τους χρειαζόταν τώρα για να το οδηγήσει στη λύση του. Το ήξερε ο στρατηγός το έλεός της για την αιματοκυλισμένη πατρίδα. Κάθε φορά που το κακό πλησίαζε το έθνος, ευθύς παρενέβαινε και τους έσωζε από την καταστροφή την τελευταία στιγμή.

Τα κανόνια άρχισαν πάλι να τραντάζουν τη γη με τον κρότο τους. Τα βόλια και οι βόμβες άρχισαν να σκάνε πάνω στον βράχο και στα μνημεία. Κι ο Κιουταχής, σαν να ξυπνούσε από λήθαργο, έδωσε το σύνθημα κι αυτός στους δικούς του να ορμήσουν προς το λαγούμι. Το μπαρούτι μαύριζε σαν τη θράκα της κολάσεως αλλά αν κοιτούσες προσεχτικά θα έβλεπες μέσα να σαλεύει ο φιδίσιος κορμός του Εριχθόνιου. Καθώς οι Τούρκοι πλησίαζαν, αντίκρισαν τον λαγουμιτζή και τον στρατηγό με τους Αθηναίους και αναθάρρησαν. Μικρό εμπόδιο τους φάνηκαν τόσοι λίγοι που ήταν. Σαν ξεκίνησε όμως ή μάχη, άρχισαν να δέχονται χτυπήματα από τους αόρατους εχθρούς τους, θεούς κι Αγίους, αγάλματα και είδωλα, που τους χτυπούσαν με βόλια, ακόντια, δόρατα και σπαθιά που όμως δεν τα βλέπαν. Όσοι εχθροί παραπατούσαν ζαλισμένοι και πληγωμένοι απ’ τα βαριά χτυπήματα έπεφταν μέσα στο τουρκικό λαγούμι κι έβρισκαν τέλος φριχτό, γιατί στα χώματά του τα αυτόχθονα ο φιδίσιος βασιλιάς ήταν αδύνατον να δεχτεί να θαφτούν τα σώματά τους κι έτσι γύρω τους ελισσόταν, τους έπνιγε σφίγγοντάς τους και με δύναμη τους εκσφενδόνιζε μακριά, απέναντι στον λόφο των Μουσών. Κι έσκαγαν στα κεφάλια του Κιουταχή και της συνοδείας του που έντρομοι εγκατέλειπαν τις θέσεις τους κι από θεατές που πίστευαν πως θα γινόντουσαν της τραγωδίας της Ακρόπολης ήταν τώρα αυτοί οι πρωταγωνιστές της δικής τους τραγωδίας.

Βλέποντας ο Κιουταχής πως η μάχη, όσο άρχιζε να βραδιάζει, γινόταν απρόβλεπτα όλο και πιο σφοδρή κι ολέθρια για κείνον, αποφάσισε να στείλει τα χαράματα δικούς του να μηνύσουν στους κάτω να ανάψουν το γρηγορότερο το φυτίλι και να πάρει έτσι τέλος αυτό το αναπάντεχο και ντροπιαστικό θέαμα που η Θεία Πρόνοια είχε σκηνοθετήσει εις βάρος του.

Ο Δίας όμως που καθόταν σε θέση υψηλότερη και κατάλαβε τι θα ακολουθούσε, σήκωσε πάλι το σκήπτρο του και έδωσε έτσι το σύνθημα οι Αθηναίοι να τραβηχτούν από την μάχη. Στην τελευταία σκηνή θα πρωταγωνιστούσαν μόνον οι αόρατοι φρουροί των πηγαδιών. Ο στρατηγός υπάκουσε στην εντολή που έλαβε από την Παναγία και ανέβασε τους Αθηναίους στον προμαχώνα του Σερπεντζέ. Οι Τούρκοι πανηγύρισαν, γιατί είδαν την αναπάντεχη απομάκρυνση των Αθηναίων σαν υποχώρηση από φόβο ή από κούραση. Κι οι Αθηναίοι έπιασαν μια θέση υψηλή πάνω στον βράχο, κοντά στα Προπύλαια και στον Σερπεντζέ για να γίνουν τώρα θεατές του τελευταίου επεισοδίου της μάχης. Η Αθηνά έγνεψε στους θεούς και η Παναγία στους Αγίους που φύλαγαν κάθε πηγάδι. Σαν να τους έλεγαν ότι αυτοί τώρα θα ήταν οι πρωταγωνιστές του δράματος κι έπρεπε να πάρουν τις θέσεις τους επί σκηνής. Βγήκε κι ο Εριχθόνιος από το λαγούμι και ανέβηκε στο Ερέχθειο, το παλαιό του ενδιαίτημα για να απολαύσει από εκεί το θέαμα. Κι ήταν ο βράχος της Ακρόπολης, από όλες τις πλευρές πλήρης θεών, ένα θέατρο ολόκληρος με θεατές τους Αθηναίους τους πριν λίγο υποκριτές του δράματός του αλλά και τις επόμενες γενιές που έμελλε στη θέση τους να βρεθούν.

Ο λαγουμιτζής, πριν ανέβη στον Σερπεντζέ, πήρε την άδεια από τις δύο Στρατηγούς να κάνει την τελευταία επιθεώρηση των πηγαδιών του. Τον πήρε αγκαλιά ο Ήφαιστος να μην τον δουν οι Τούρκοι και πετώντας αστραπιαία πάνω από κάθε πηγάδι, έλεγξαν το δέσιμο τους με το τουρκικό λαγούμι, μη κι απ’ τη μάχη χώματα είχαν φράξει τη σύνδεσή τους με αυτό. Βρήκαν και τα ζεύγη των θεών και των Αγίων στα πόστα τους. Οι αρχαίοι θεοί είχαν σταθεί στον πάτο κάθε πηγαδιού, σε βάθος δηλαδή δεκαέξι μέτρων. Και στο στόμιό τους επάνω είχε σταθεί κι από ένας Απόστολος. Τα μάτια του λαγουμιτζή έλαμψαν μόλις είδε από κοντά ποιοι και πώς φυλούσαν τα πηγάδια του. Το χρέος του το εκτέλεσε και ήταν υπερήφανος για τον εαυτό του, που επινόησε αυτό το σχέδιο και για τον φίλο του που το πραγματοποίησε. Ένιωθε τώρα πως μπορούσε να αντικρίσει με άλλο βλέμμα τον ναό. Σαν να είχε ξεπληρώσει μια οφειλή. Σαν να είχε εξαργυρώσει τον ύπνο κάτω από τους κίονες του. Και έλπιζε να σταματήσουν τώρα κι εκείνα τα ανήσυχα όνειρα που έβλεπαν οι δυο τους. Έτσι με αγαθές ελπίδες πέταξαν με μιας προς τα Προπύλαια. Ο θεός τον άφησε κοντά στον στρατηγό και όρμησε πάλι κάτω στο τουρκικό λαγούμι. Οι δύο φίλοι κοιτάχτηκαν με στοργή και συγκίνηση. Λίγο ακόμη και ο κοινός τους αγώνας θα γινόταν η φωτεινή λαμπάδα του δράματος που ζούσαν τόσους μήνες μέσα στις κακουχίες, την πείνα, τις πληγές και τον θάνατο.

Το βαθύ σκοτάδι του όρθρου φώτισε λαμπάδα που άναψε ο Κιουταχής από τον λόφο των Μουσών. Την απόλυτη ησυχία τάραξαν δυο πυροβολισμοί. Το σύνθημα για τους δικούς του στην Υπαπαντή ν’ ανάψουν το φυτίλι είχε δοθεί. Από εκεί θα ορμούσαν στο κάστρο να το καταλάβουν μετά την έκρηξη. Έτσι πίστευαν. Αλλά οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν. Γιατί μόλις πήρε φωτιά το λαγούμι κάηκε όλο το μπαρούτι και οι φλόγες ξεπήδησαν από τα δώδεκα πηγάδια. Οι θεοί που ήταν στον πάτο πήραν τη φωτιά με τα άφθαρτα χέρια τους και την κατηύθυνα ο καθένας στο δικό του πηγάδι. Οι φλόγες υψώθηκαν στον σκοτεινό ουρανό σαν πύρινες γλώσσες και στο πάνω μέρος τους στεκόταν κι από ένας Άγιος. Κι ήταν ένα θέαμα παράδοξο σαν αντεστραμμένη βυζαντινή εικόνα της Πεντηκοστής, αφού οι φλόγες ήταν στα πόδια και όχι στα κεφάλια των Αγίων αλλά πάνω από τα κεφάλια των αρχαίων θεών που πρόβαλλαν τώρα κι αυτοί στην έξοδο του κάθε πηγαδιού.

Οι θεατές από την Ακρόπολη με δυσκολία μπορούσαν να διακρίνουν τι συνέβη, αν το σχέδιο πέτυχε, καθώς από την ανατίναξη σείστηκε δυνατά όλος ο βράχος και έπεφταν πάνω τους στάχτη και πέτρες, ενώ κουρνιαχτός και καπνός κάλυπταν τις πρώτες ακτίνες του ηλίου. Παρά το δυνατό τράνταγμα που ταρακούνησε όλη την Ακρόπολη, ο ναός έστεκε ακόμη και ο βράχος παρέμεινε απόρθητος. Αυτό ήταν βέβαιο. Οι δυο Παρθένες κοιτάχτηκαν με ικανοποίηση. Ο στρατηγός τίναξε από πάνω του τα χώματα και τη σκόνη και τις κοίταξε με αγωνία για να του επιβεβαιώσουν τη νίκη. Στάθηκαν πάνω από το κεφάλι του, έτσι πεσμένος όπως ήταν στο έδαφος από τον σεισμό, και του είπαν με μια φωνή: «πάρε τον σταυρό και την αιγίδα και βάλ’ τα μέσα σε μια χρυσή κασέλα και φύλαξέ τα μέσα στο ναό. Κι εμείς θα τα φυλάμε έτσι που κανείς εχθρός ούτε τωρινός ούτε μελλοντικός να μην τ’ αρπάξει». Έτσι του μίλησαν και χάθηκαν από τα μάτια του.

Γύρισε πίσω του αναζητώντας με το βλέμμα τους δικούς του. Δεν είδε κανένα. Ένιωσε πάλι τις πληγές από το κεφάλι του να τον πονούν. Ίσως έφταιγε ο εκκωφαντικός θόρυβος από την έκρηξη, ίσως και η πτώση του, μπροστά στους κίονες του ναού, καθώς σείστηκε η γη κάτω από τα πόδια του με την έκρηξη. Άκουγε πάλι τα βόλια και τα κανόνια να λυσσομανούν κι αναρωτήθηκε γιατί δεν έπαψε για λίγο έστω η μάχη μετά από αυτή τη μεγάλη αποτυχία των εχθρών. Γύρισε ξαπλωμένος, όπως ήταν, από την άλλη μεριά και είδε τον λαγουμιτζή να κοιμάται ακόμη πλάι του.

Σήκωσε το βλέμμα ψηλά στις μετόπες του Παρθενώνα. Κάτω από τις πρώτες ακτίνες του ηλίου οι θεοί ακέραιοι και λαμπεροί μαζί με τους Αγίους πολεμούσαν τους Γίγαντες και τους Κενταύρους. Στον αγώνα τους και οι Αθηναίοι του Σερπεντζέ. Ανάγλυφες προεξείχαν οι μαρμάρινες φουστανέλες, καθώς ορμούσαν στα θηρία. Και πάνω από την πύλη του ναού στο αέτωμα, όπου η Αθήνα κέρδιζε την πόλη από τον Ποσειδώνα, είδε τον εαυτό του καθισμένο σε μια κόχη με το τετράδιο και την πένα του να καταγράφει την ιστορία. Αναγνώρισε και τον λαγουμιτζή πάνω από το κεφάλι του. Ο γλύπτης είχε αποδώσει τέλεια κάθε λεπτομέρεια του προσώπου του, ακόμη και τα πεταχτά αυτιά του. Εκεί, λοιπόν, πλάι του στεκόταν και του εξηγούσε σχέδιό του».

«Λοιπόν; Τι λέτε; Είναι δυνατόν να είναι ιστορικό κείμενο αυτό; Ποιος θα πιστέψει ότι τα γεγονότα του Νοεμβρίου του 1826 έγιναν όντως έτσι; Το χειρόγραφό σας φταίει. Αν δεν το είχα διαβάσει, αν δεν είχα ακολουθήσει την εντολή, τώρα θα ήμουν έτοιμος…». Ο Λυριτζής τον κοίταξε αυστηρά και του είπε με έντονο ύφος: «Δεν σας αρμόζει αυτή η δειλία. Προδίδετε τον εαυτό σας. Την αποστολή σας. Εγκαταλείπετε τη μάχη τη στιγμή που λίγο θέλετε να την κερδίσετε». «Σταματήστε πια! Η φωνή σας μέσα στα αυτιά μου τόσο καιρό δεν με αφήνει στιγμή ήσυχο! Δεν ήθελα… Δεν θέλω να πω «αυτή» την ιστορία, τη δική σας δηλ. εκδοχή που τόσο ύπουλα μού υποβάλλατε. Δήθεν τυχαία βρεθήκατε εδώ. Δήθεν με «επιλέξατε». Και μετά, να με κάνετε να πιστέψω ότι εγώ είμαι «ο εκλεκτός»! Ας γελάσω! Για να γράψω αυτό που εσείς από την αρχή σχεδιάσατε! Σκάψατε κάτω από τα πόδια μου ένα λαγούμι και ανατινάξατε κι εμένα και τη διατριβή μου! Αυτό, λοιπόν, ήταν εξαρχής το σχέδιό σας! Ποιος είστε; Τι θέλετε τέλος πάντων από εμένα;». Ο Λυριτζής τον κοίταξε και τα μάτια έμοιαζαν να βγάζουν φωτιές. «Ένας συναγωνιστής, ένας σύμμαχός σας είμαι που απλώς ήθελε να σας βοηθήσει να πείτε τη δική σας ιστορία. Τη δική σας αλήθεια. Και την είπατε». Απάντησε ο Λυριτζής και ύστερα προχώρησε στο βάθος της αίθουσας, προς το μέρος της προθήκης με τα σπάνια χειρόγραφα και στάθηκε στο ημίφως ακίνητος και ανέκφραστος σαν προτομή.

Η βιβλιοθηκονόμος άκουσε φωνές κι έτρεξε προς το μέρος του Φώτη. Τον βρήκε μόνο του να παραμιλάει και να κλαίει με λυγμούς πάνω στο τραπέζι. Ελάτε, κύριε Αβορίτη. Έχετε κουραστεί πολύ. Φτάνει για σήμερα. Βράδιασε πια. «Ακόμη ένας αγχωμένος υποψήφιος διδάκτορας…». Eίπε χαμηλόφωνα στη νεαρή συνάδελφο της που τον κοίταξε με απορία αλλά και ενδιαφέρον. Tου φώναξε ένα ταξί και τον έβαλε μέσα. «Φοβάμαι ότι θα καταρρεύσει». Πρόσθεσε, ενώ ετοιμάζονταν να φύγουν. «Τον άκουγα συχνά, τον τελευταίο καιρό να μιλάει μόνος του. Τι κρίμα μετά από τόση μελέτη, τόση έρευνα… Τι τραβάνε κι αυτά τα παιδιά, στη μάχη για την επιστημονική αλήθεια…». Είπε τυλίγοντας το κασκόλ γύρω από τον λαιμό της. Ύστερα, κλείδωσαν την αίθουσα και έφυγαν. Την επόμενη μέρα, ο Φώτης δεν πήγε στη βιβλιοθήκη. Ούτε και καμία άλλη μέρα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του δεύτερου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly
%d bloggers like this: