frear

Τα παλιά είναι αλλιώς, τα νέα είναι ωραία… – κριτική της Νίκης Κώτσιου: Κώστα Καλφόπουλου, Καρέ- Καρέ (διηγήματα), εκδ. Άγρα, Αθήνα 2013

 

Διηγήματα της τελευταίας τριακονταετίας (2012-1980) συγκεντρώνει ο Κώστας Καλφόπουλος στην τελευταία συλλογή του Καρέ Καρέ. Διηγήματα πρόσφατα αλλά και (πολύ) παλαιότερα,που εικονογραφούν άλλες εποχές και διαπνέονται από μια διαφορετική αύρα.

Στα πιο σύγχρονα (Τρία Απρόβλεπτα Διηγήματα), διαπιστώνει κανείς μια μετατόπιση του ενδιαφέροντος με αλλαγή θεματική αλλά και υφολογική. Η ματιά του ώριμου πια Καλφόπουλου πάνω στα πράγματα και τον κόσμο έχει αποκτήσει γλυκύτητα και βάθος, έχει απαλλαγεί από την ακονισμένη επιθετικότητα και την άγρια τραχύτητα του νεανικού του βλέμματος. Στα σχετικά πρόσφατα αφηγήματα,υπάρχει άφθονο χιούμορ και μια τρυφερότητα απέναντι στον δοκιμαζόμενο κάθε φορά πρωταγωνιστή, που ναι μεν διακωμωδείται αλλά με τρόπο καλόβολο κι ευγενικό. Ο συγγραφέας αποδίδει πολύ γλαφυρά διάφορα ξεκαρδιστικά ενσταντανέ από τη ζωή των «ηρώων» του αλλά ποτέ δε σαρκάζει. Ο γκαφατζής μπαλαδόρος στο «Καρέ-Καρέ» αλλά και ο μαλθακός απολίτικος νεαρούλης στο «Τη μέρα που δεν Επέστρεψε ο αστυνόμος Μπέκας» περιγράφουν σε πρώτο πρόσωπο τις σπαρταριστές τους περιπέτειες μ’ ένα μείγμα εκστατικής αθωότητας, αφέλειας και κατάπληξης για όσα τραγικοκωμικά τούς συμβαίνουν,ώστε, άμα τη εμφανίσει τους, καθίστανται συμπαθέστατοι, αν μάλιστα λάβουμε υπόψη και το γεγονός ότι ξέρουν να αφηγούνται με τρόπο καθηλωτικό. Διαρκώς εν εγρηγόρσει γιατί πάντα έτσι η περίσταση το απαιτεί, αν και μάλλον λιγάκι αφηρημένοι και βραδείς εκ φύσεως,οι κωμικοί ήρωες του Καλφόπουλου έχουν κάτι από τη στόφα ενός Τζέρι Λιούις, εκ προοιμίου καλοί αλλά ατζαμήδες,αδέξιοι και βέβαια τρισχαριτωμένοι. Με άλλα λόγια, ανεπανάληπτοι.

Στο δεύτερο μέρος της συλλογής (Ιστορίες τελειωμένες, Ιστορίες χωρίς τελειωμό), το κλίμα αλλάζει άρδην. Τα πρόσωπα κινούνται και συζητούν μέσα σε ντουμανιασμένα αμφιθέατρα και παραπλήσιους χώρους, όντας οι περισσότεροι Έλληνες φοιτητές στην αλλοδαπή και δη και στη Γερμανία, κατά τη θυελλώδη εποχή των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης, όταν το λαϊκό και το φοιτητικό κίνημα γνωρίζουν καινούργιες δόξες και προκαλούν πρωτοφανείς ιδεολογικές και πολιτικές ζυμώσεις, κυρίως στον χώρο της αριστεράς.

Αυτόν ακριβώς τον μαγματώδη και αενάως πυρέσσοντα κόσμο της ανησυχίας κι ενίοτε της αταξίας αποπειράται να χαρτογραφήσει ο συγγραφέας στα νεανικά του αυτά διηγήματα,που ωστόσο δεν στερούνται ούτε τεχνικής ούτε βάθους και καταπλήσσουν με την ενάργεια της γλώσσας και την ευστοχία της ψυχολογικής παρατήρησης. Η γλώσσα του Καλφόπουλου είναι τόσο λαγαρή και ρέουσα που παρασύρει σε απνευστί αναγνώσεις και η οικονομία του λόγου του φτιάχνει μικρά κομψοτεχνήματα .

Πολλά απ’ όσα περιγράφει ,θα μπορούσε να τα έχει ζήσει ο ίδιος ή οι φίλοι του. Οι παρατηρήσεις του, πάντα καίριες και κρίσιμες σε στρατηγικά σημεία της πλοκής, παραπέμπουν πιθανώς σε μία από πρώτο χέρι εμπειρία αλλά,όπως και να’χει,η λογοτεχνική μετάπλαση του βιωματικού του υλικού δείχνει τη στόφα του καλού συγγραφέα,που ξέρει να μετατρέπει τη ζωή σε αισθητικό γεγονός. Η αφήγησή του κυλάει αβίαστα και εύρυθμα, ακολουθώντας ένα γρήγορα τέμπο που δε σκοντάφτει πουθενά.

Στον τρικυμισμένο αυτό κόσμο των νεαρών αριστερών και αριστεριστών, κυριαρχεί ένας πυρετικός ενθουσιασμός, μια λαχτάρα αλλά και μια αγωνία. Διχογνωμίες, έριδες,ενστάσεις, η γνώριμη βαβούρα των νεολαίων που θεωρούν ότι η ύπαρξή τους θα σηματοδοτήσει κάτι ολότελα καινούριο και κοσμοϊστορικό,κάτι που δεν ξανάγινε ποτέ. Ουτοπικά ιδεώδη, αμετροέπεια κι επιπολαιότητα μαζί με άδοξους έρωτες. Μποέμ αποχρώσεις, απόηχοι περιθωρίου, μπλαζέ ματιές και φευγαλέα βλέμματα περιγράφουν έναν μικρόκοσμο ελαφρότητας,όπου όμως όλοι παίρνουν τον εαυτό τους πολύ στα σοβαρά και νιώθουν Άτλαντες που σηκώνουν στους ώμους τους το βάρος όλης της ανθρωπότητας.

Στην έξοχα δουλεμένη «Τελευταία Συνέλευση», που ίσως ξεχωρίζει ως πρώτη τη τάξει ανάμεσα στα παλαιότερα διηγήματα, ο αφηγητής διερωτάται σχετικά με τις προθέσεις ενός μυστηριώδους (συμ)φοιτητή (του) στη Γερμανία, του Μάρκου Μ., που έδρασε στους φοιτητικούς συλλόγους της αριστεράς και εξαφανίστηκε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες προκαλώντας σύγχυση και ποικίλες ερμηνείες στον περίγυρό του.Ο αφηγητής παραθέτει ασχολίαστα μια σειρά από κείμενα που διερευνούν, καθένα από διαφορετική οπτική γωνία, τα έργα και τις ημέρες του Μάρκου στη Γερμανία αλλά και στην Ελλάδα καθώς και προσωπικές σημειώσεις του αγνοούμενου με αυτοκριτική και σχόλια.Παρά την πλειάδα των στοιχείων, ένθεν και ένθεν, η προσωπικότητα του Μάρκου ελάχιστα φωτίζεται τελικά, καθώς για τα πλέον κρίσιμα γεγονότα προτείνονται αντικρουόμενες και αλληλοαποκλειόμενες ερμηνείες,που περισσότερο συσκοτίζουν παρά διαφωτίζουν την υπόθεση. Οικείοι και αντίπαλοι φτιάχνουν κι από ένα τελείως διαφορετικό προφίλ για τον διαφιλονικούμενο, που μένει μέχρι τέλους αινιγματικός και άπιαστος. Οι εκτιμήσεις των εχθρών από τη μια, και των φίλων από την άλλη, επηρεασμένες ενδεχομένως και από επιμέρους παραταξιακές ιδιοτέλειες και συμφέροντα μοιάζουν να απέχουν εξίσου από τον αληθινό Μάρκο(ή μήπως όχι..),που έχει αφήσει πίσω του ένα δυσερμήνευτο ίχνος.Ο Μάρκος γίνεται άφαντος,τα ίχνη του παραμένουν γριφώδη,ο αφηγητής επιμένει να διερωτάται πάνω στο ζήτημα μιας αλήθειας που είναι προορισμένη να διαφεύγει και να μη δίνει καμία απάντηση.

Πολύ δυνατή στιγμή της συλλογής, η «Τελευταία Συνέλευση» καταπιάνεται με την αλήθεια του προσώπου και πώς αυτή προσλαμβάνεται ή δεν προσλαμβάνεται από τους άλλους ή πώς παραμένει απροσπέλαστη και από το ίδιο το πρόσωπο, όταν αυτό αδυνατεί να φτάσει στον πυρήνα των κινήτρων του και να κατανοήσει τον εαυτό του. Η ανασύσταση τού επαναστατικού ιδιόλεκτου και η προσομοίωση, μέχρι κεραίας, της ξύλινης γλώσσας μιας τυπικά αριστερής ρητορικής, αναπλάθουν τη φορτισμένη πολιτική ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής και δίνουν ανάγλυφα τους προβληματισμούς και τις ανησυχίες του καιρού εκείνου.

[Πρώτη δημοσίευση.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη