frear

Το πάρτι – του Γιώργου Παπαθανασόπουλου

Η Λιλή είχε το κομμωτήριο κοντά στην πλατεία, από τότε που μετακόμισα εγώ στην πόλη εκεί πήγαινα για κούρεμα. Εντελώς τυχαία το διάλεξα, απλά βρέθηκε στον δρόμο μου τη στιγμή που το είχα ανάγκη, μετά συνέχισα εκεί, γιατί δεν είχα κανένα παράπονο, αλλά μου άρεσε και η Λιλή, για να μην κρυβόμαστε. Μου άρεσε η Λιλή, έτσι όπως μου αρέσουν τα λαϊκά τραγούδια, γιατί ωραία είναι και τ’ άλλα, τα άνευ, που άκουγαν και μεγάλωσαν μ’ αυτά τα παιδιά μας, αλλά μόλις έρχεται το μπουζουκάκι αναπτερώνεται η καρδιά μας. Το γενικεύω, αλλά εγώ έτσι αισθάνομαι, μπορεί κι εσείς, ίσως όμως να κάνω και λάθος. Και για να δώσουμε ένα τέλος στην παρένθεση, ας πούμε μια γνωστή φράση που δυστυχώς δεν μας ανήκει, έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε.

Όσο η Λιλή κούρευε τους πελάτες, ο Αζόρ, το μικροσκοπικό σκυλάκι της, καθόταν ξαπλωμένος στη γωνιά του και συνήθως ροχάλιζε αμέριμνος, με την μουσούδα κολλητή στο πλακάκι. Ξύπναγε μόνο για την ανάγκη του, οπότε η Λιλή άφηνε για λίγο το κούρεμα και τον έβγαζε από την πίσω πόρτα στην απόκρυφη αυλή, για να μαρκάρει ο Αζόρ, με σηκωμένο το πίσω πόδι, μια μπανανιά κι έναν μικρό ευκάλυπτο που είχαν φυτρώσει στον ακάλυπτο κι εκεί μεγάλωναν μόνα τους, χωρίς καμία ανθρώπινη φροντίδα. Μετά τον έφερνε ξανά μέσα κι ο καθένας στο πόστο του, αυτός συνέχιζε να ονειρεύεται στη γωνιά του, κι εκείνη να κουρεύει.

Φορούσε κι ένα λουράκι στον λαιμό του ο Αζόρ, από εκείνα για τα παράσιτα, το λουράκι ήταν διακοσμημένο με κάτι χρωματιστές πετρούλες σαν τα ματόχαντρα για την αβασκανία, το είχα προσέξει γιατί κάθε φορά που ήταν να φύγω, έλεγα ένα γειά στη Λιλή και μετά πλησίαζα στη γωνιά τον Αζόρ και του ‘δινα κι αυτουνού ένα χάδι στη μαλλούρα του.

Πού τον είχε ψωνίσει η Λιλή τον Ζαχαρία εγώ δεν ήξερα και δεν έμαθα ποτέ, γιατί δεν το θεωρούσα σωστό να τη ρωτήσω. Πάντως ο Ζαχαρίας ήρθε ξαφνικά, ξένος στην πόλη, σπιτώθηκε κανονικά στης Λιλής και διέδωσαν ότι είχαν αρραβωνιαστεί. Ήταν ήσυχο και καλό παιδί ο Ζαχαρίας, γνωρίστηκε πολύ γρήγορα με τους ανθρώπους της πόλης και δεν έδινε καμία σημασία που, πίσω από την πλάτη του, αυτοί τον έλεγαν ερωτικό μετανάστη. Σύντομα βρήκε και δουλειά στο πιο μεγάλο πεθαμενατζίδικο, γιατί, λέει, αυτή τη δουλειά την ήξερε καλά. Στην τακτική μηνιαία επίσκεψή μου στο κομμωτήριο, το ‘φερνε η κουβέντα και μου έλεγε η Λιλή ότι ο Ζαχαρίας είχε τρεις μεγάλες αγάπες, αυτήν φυσικά, τη δουλειά του και τον Αζόρ. Τόνιζε δε ότι η αγάπη του Ζαχαρία για τον Αζόρ ήταν μεγάλη –προσοχή εδώ να μην υπάρξει καμιά παρερμηνεία–, κι ήταν αυτό σημαντικό για τη σχέση τους, τους ένωνε σαν ζευγάρι.

Το αχώριστο τρίο, Λιλή, Ζαχαρίας και Αζόρ, το συναντούσα δύο τρεις φορές τον μήνα που πήγαινα στην καφετέρια του Λάκη. Δεν πήγαινα κάθε μέρα εγώ στου Λάκη, δυο τρεις φορές το μήνα πήγαινα εκεί, τις υπόλοιπες μέρες την έβγαζα στην καφετέρια του Μπερδεματία, όπου μπορούσα να παίζω τάβλι και χαρτιά. Ο Λάκης αυτά τα είχε απαγορέψει στο μαγαζί του, του έδιναν στα νεύρα τα τυχερά παιχνίδια. Όμως ο Λάκης είχε άλλα πάθη, πολλά, και το πιο μεγάλο απ’ όλα ήταν το ποτό.

Το μαγαζί του Λάκη είχε μεν την όψη καφετέριας, αλλά εμείς οι θαμώνες το είχαμε μετατρέψει σ’ ένα παραδοσιακό, επαρχιακό καφενείο. Μαζευόμασταν σε μεγάλες παρέες και πιάναμε ατέρμονες κουβέντες περί ανέμων και υδάτων, για σχετικά και άσχετα θέματα, εφ’ όλης της ύλης συζητήσεις.

Όταν νύχτωνε κι αρχίζαμε το ποτό, ο Λάκης χαμήλωνε τα φώτα και γίνονταν ο ίδιος ντι τζέι. Είχε υπόψη του έναν περιορισμένο αριθμό λαϊκών τραγουδιών, που του άρεσαν αυτουνού και νόμιζε προφανώς πως και οι άλλοι είχαν τις ίδιες μουσικές προτιμήσεις. Ο Λάκης δεν έπινε κάθε βράδυ, έπινε κάπου μια φορά το μήνα, όταν όμως άρχιζε να πίνει δεν είχε σταματημό. Έκανε άσχημο μεθύσι κι ο ίδιος χάλαγε εντελώς το κλίμα του μαγαζιού του. Έκλεινε πόρτες, φεγγίτες και παράθυρα κι έβαζε τη μουσική σε εξωφρενική ένταση. Ευτυχώς όμως αυτό δεν γίνονταν τακτικά. Ήταν η λεγόμενη ειδική περίπτωση αλκοολικού, δεν ήταν η συνήθης, όπως εμείς για παράδειγμα, οι σιγανοπαπαδιές.

Ένα βράδυ που τα λέγαμε στου Λάκη, όλη η παρέα μαζί, συμπεριλαμβανομένων φυσικά, της Λιλής, του Ζαχαρία και του Αζόρ –είχε αρχίσει να πίνει ο Λάκης, ή όχι, δεν θυμάμαι– ρίχνει αυτός την ιδέα:

– Ένα βράδυ, φίλοι μου καλοί, λέω να κάνουμε ένα πάρτι, όχι εδώ όμως στο μαγαζί, αλλά κάπου αλλού, έχω σκεφτεί πού.

– Για πες μας ρε; του λέμε.

– Στο εξοχικό μου, λέει αυτός, στο αγρόκτημα.

Η ιδέα του Λάκη έγινε καθολικά αποδεκτή, όλοι με μεγάλη χαρά δηλώσαμε ότι μας άρεσε η ιδέα.

Το αγρόκτημα του Λάκη ήταν μέσα στη ρεματιά, δίπλα στην εθνική οδό, ή μάλλον στο πλάι από τη μεγάλη γέφυρα της εθνικής οδού. Από την ευρύχωρη αυλή σήκωνες τα μάτια ψηλά κι έβλεπες από πάνω τις νταλίκες να περνούν∙ τις κούρσες δεν τις έβλεπες γιατί ήταν χαμηλές, άκουγες μόνο τα γκάζια από τη μηχανή τους.

Έγινε δεκτή με χαρούμενα επιφωνήματα, λοιπόν, η πρότασή του και μετά από λίγες μέρες ο Λάκης όρισε τη βραδιά και την ώρα της συνάντησης στο εξοχικό. Περιττό να πω ότι στο ραντεβού ήμασταν άπαντες παρόντες κι ακόμα περισσότεροι μάλιστα, γιατί πολλοί έφεραν τις γυναίκες, άλλοι φίλες και φίλους, ακόμα και τα παιδιά τους έφεραν κάποιοι.

Για να λέμε την αλήθεια η παρέα πήρε μια πρωτοβουλία και μαζέψαμε κάποια χρήματα, κάναμε έναν έρανο, γιατί δεν ήταν σωστό να χρεωθεί ο Λάκης μ’ αυτά που θα τρώγαμε και θα πίναμε εμείς. Ο Λάκης έκανε πως παρεξηγήθηκε από την πρωτοβουλία μας αυτή, αλλά στο τέλος κατάλαβε ότι δεν ήταν λάθος και τα πήρε τα λεφτά. Έτσι κι εμείς πήγαμε με κάποιον αέρα, μ’ αναπαυμένη τη συνείδησή μας, μιας και τα οικονομικά του Λάκη δεν ήταν ποτέ σε καλή κατάσταση.

Ήταν μια ωραία, ζεστή βραδιά στα μισά του Ιουνίου. Το καλοκαίρι ήταν στο ξεκίνημά του, πάντα μου άρεσε αυτή η εποχή. Ό,τι καλό είναι στην αρχή του μου αρέσει, οι μέρες, οι μήνες, η ζωή, οι έρωτες.

Είχε κάνει πολύ ωραία δουλειά ο Λάκης, άπλωσε στη μεγάλη αυλή τραπέζια και καρέκλες πάνω στο γκαζόν, είχε περάσει καλώδια με λάμπες και φωτιζόταν καλά ο χώρος, είχε φέρει και τα στερεοφωνικά από το μαγαζί για τη μουσική. Ορισμένοι από την παρέα, που έπιανε το χέρι τους, ανέλαβαν τα φαγητά και τα ποτά, έτσι έφτιαξαν έναν πολύ πλούσιο μπουφέ, τον οποίο τιμήσαμε δεόντως βέβαια. Μπήκαν και τα λαϊκά στο στερεοφωνικό κι άρχισε το πανηγύρι, χορεύαμε, όλοι οι φίλοι, άντρες γυναίκες, αγκαλιά σ’ έναν κύκλο, υπέροχα πράγματα. Εντελώς τυχαία η Λιλή είχε κολλήσει πάνω μου και κάτι προσπαθούσε να μου πει, που δεν μπορούσα ν’ ακούσω, μπορεί να είχα πιεί πολύ, αλλά ήμουν ακόμα σε θέση να σκεφτώ ότι οι στιγμές ήταν ανεπανάληπτες. Πέρναγαν από πάνω οι νταλίκες στην εθνική οδό, έβλεπαν οι φορτηγατζήδες ένα πάρτι στη μέση του πουθενά και πήγαιναν χιλιόμετρα κορνάροντας με μακρόσυρτες σειρήνες και μελωδικούς τενόρους∙ αυτό ήταν ένα από τα απρόοπτα, τα πολύ ωραία της βραδιάς.

Ο Λάκης είχε ξεκινήσει από νωρίς το απόγευμα να πίνει, έτσι είπανε μετά. Εκεί που είχε το γενικό πρόσταγμα στην προετοιμασία, είχε και τη βότκα του δίπλα. Κάποια στιγμή που το γλέντι βρίσκονταν στην κορύφωσή του, ο Λάκης φεύγει από τον χορό και τρέχοντας μπαίνει στο μικρό σπιτάκι, που ήταν εκεί στην άκρη στο αγρόκτημα και σε λίγο βγαίνει κρατώντας ένα πιστόλι. Αυτά έγιναν πολύ γρήγορα κι από τη σούρα που είχα, ίσια που τα θυμάμαι. Τεντώνει το χέρι προς τον ουρανό κι αρχίζει να πυροβολεί, ακούστηκαν δυνατά οι πυροβολισμοί στον αέρα, μπαμ, μπαμ, μπαμ, ούτε και ξέρω πόσες σφαίρες έριξε, τον άδειασε το μύλο.

Ο Αζόρ, έτσι όπως κάθονταν χορτάτος κι αραχτός στα γόνατα του Ζαχαρία, μόλις άκουσε τους πυροβολισμούς, δίνει ένα σάλτο και φεύγει πανικόβλητος προς τα σύρματα, εκεί βρίσκει εμπόδιο στην περίφραξη και γυρίζει απότομα προς την αντίθετη κατεύθυνση, τρέχει γρήγορα, δεν έβλεπες τον Αζόρ, ένα κουβάρι να κυλά έβλεπες, βρίσκει την αυλόπορτα ανοιχτή κι εξαφανίζεται.

Έγινε μια αναστάτωση, το πάρτι χάλασε απότομα, σηκωθήκαμε πάνω και πήγαμε όλοι στην αυλόπορτα για να δούμε τι δρόμο είχε πάρει ο Αζόρ. Ο Αζόρ άφαντος, άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Τότε, με κάτι φακούς, άλλοι πήραν το στενό δρομάκι προς το βουνό, άλλοι πήραν τον δρόμο δίπλα στη ρεματιά, πουθενά ο Αζόρ, άκαρπες οι αναζητήσεις. Για να μην κουραζόμαστε τώρα με περιττά, να το πούμε μια κι έξω, ο Αζόρ χάθηκε.

Την άλλη μέρα ο Ζαχαρίας με τον Λάκη γύρισαν ολόκληρη την πόλη, πήγαν στα χωριά τα κοντινά, ακόμα και τα πιο απομακρυσμένα, ρωτώντας για τον Αζόρ, χωρίς αποτέλεσμα. Λέγαμε εκείνες τις μέρες διάφορα για την εξαφάνιση. Η επικρατούσα άποψη στην παρέα ήταν ότι ο Αζόρ είχε κάποιο παιδικό ψυχικό τραύμα από πυροβολισμούς. Τότε άλλοι είπαν ότι τον Αζόρ της τον είχε φέρει της Λιλής ένας παλιός της γκόμενος, που κανείς δεν ήξερε από πού κράταγε η σκούφια του, ειπώθηκαν πολλά, που γύρευε αν ήταν αληθινά ή στη σφαίρα της φαντασίας. Ενώ τα λέγαμε αυτά ήρθε κι ο Ζαχαρίας εκεί κι αν θέλετε το πιστεύετε, ο Ζαχαρίας, ο πεθαμενατζής, έκλαιγε για τον Αζόρ, σαν το μικρό παιδί, μπροστά σ’ όλους και χωρίς να ντρέπεται καθόλου.

Μετά η Λιλή με τον Ζαχαρία σταμάτησαν να ‘ρχονται στο μαγαζί, έμαθα ότι τσακώθηκαν και σκυλόβρισαν τον Λάκη. Όταν εγώ πήγα στο κομμωτήριο, μου έλεγε η Λιλή ότι στο σπίτι ήταν λες και πέρασαν θανατικό. Γιατί δεν έφτανε που χάθηκε ο Αζόρ, έφυγε κι ο Ζαχαρίας, πήγε στα μέρη του, χωρίς να μου πει η Λιλή αν χώρισαν ή όχι, σαν ζευγάρι. Η Λιλή το είχε πάρει πολύ ζεστά το θέμα και μου έλεγε ότι πρέπει οπωσδήποτε να τον βρει.

– Ποιόν, τον Ζαχαρία; της λέω.

– Όχι μωρέ, μου λέει, τι να τον κάνω τον Ζαχαρία, τον Αζόρ θέλω, αν μου τον φέρει κάποιος, από μένα ό,τι θέλει, το λέω και το εννοώ, ό,τι θέλει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επικήρυξε τον Αζόρ η Λιλή, ανοιχτή επιταγή η αμοιβή.

Πέρασε καιρός μετά, εγώ είχα μεγάλη απασχόληση στο γραφείο κι αμέλησα λίγο το κούρεμα, δεν πήγα στον μήνα απάνω στης Λιλής. Μία μέρα είχα ανέβει στα ορεινά για κάτι δουλειές. Όταν επέστρεφα, ήταν λίγο πριν σουρουπώσει, πάνω σε μια στροφή, βλέπω δεξιά στην άκρη του δρόμου τον Αζόρ, ολομόναχο, να τρέχει ράθυμα με τη γλώσσα έξω. Αν και είχε τα κακά του χάλια, αδυνατισμένος, γεμάτος σκόνες και λάσπες, τον γνώρισα από το λουρί με τις πολύχρωμες πέρλες, για το κακό το μάτι, στον λαιμό.

Μόλις απομακρύνθηκα από τη στροφή σταμάτησα το αυτοκίνητο και κατέβηκα, ο Αζόρ συνέχισε να ‘ρχεται τροχάδην προς το μέρος μου.

– Αζόρ, αγάπη μου, έλα! του φωνάζω.

Όταν άκουσε τ’ όνομά του, πήρε θάρρος κι άρχισε να ‘ρχεται πιο γρήγορα. Μόλις πλησίασε στα πόδια μου, τον άρπαξα από το λουρί και τον έριξα μέσα στο πορτ μπαγκάζ.

Πρώτη μου δουλειά ήταν να περάσω από της Λιλής.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του δεύτερου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly