frear

Το άρθρο – του Ιωάννη Ρίζου

Καθισμένος αναπαυτικά μπροστά στην οθόνη του καινούργιου υπολογιστή, ο Α.Σ., πεντηκοντούτης φιλόλογος σε Λύκειο του κλεινού άστεως, δεν κοιμόταν, αλλά θυσίαζε τον ύπνο του ως άλλη Φραγκογιαννού, δίπλα στο κρεβάτι της ασθενούσης θυγατρός του. Όχι δηλαδή πως η κόρη του είχε κάτι το σοβαρό, αλλά η ιδιαίτερη αδυναμία που της είχε, σε συνδυασμό με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, τον έκαναν να θεωρεί μια τυχαία ακολουθία πταρμών ως «ύποπτη συμπτωματολογία», η οποία, διά παν ενδεχόμενο, έχρηζε παρακολούθησης. Όσο για την ερίτιμο σύζυγό του, εκείνη αποκαμωμένη από τις δουλειές του νοικοκυριού είχε προ πολλού παραδοθεί στις αγκάλες μου Μορφέα «καὶ ἐκάθευδε καὶ ἔῤῥεγχε».

Κι αφού θυσίαζε τον ύπνο του, αποφάσισε να το εκμεταλλευτεί και να δώσει σάρκα και οστά σε μια ιδέα που μέρες τώρα γυρόφερνε στο μυαλό του. Να γράψει ένα επίκαιρο άρθρο για το (ίσως όχι και τόσο) ευρύ κοινό. Άρθρο ολοζώντανο, που το επόμενο πρωί θα γεμίσει το διαδίκτυο και θα ξυπνήσει συνειδήσεις και αντανακλαστικά. Οι δε αναγνώστες, αναμφίβολα, εκτιμώντας την ποιότητα της γραφής και την πρωτοτυπία των γραφομένων, θα εκφράσουν την ευαρέσκειά τους μεταφρασμένη σε πολλές δεκάδες λάικ και διθυραμβικά σχόλια στην προσωπική του σελίδα σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης˙ αλλά αυτό ήταν το τελευταίο που τον απασχολούσε.

Παρέα του είχε, λόγω και του περασμένου της ώρας, μια μικρή δόση από το αγαπημένο του ποτό, την οποία πολύ θα ήθελε να συνοδεύσει με 1-2 τσιγάρα, όμως η συμβία του είχε απαγορεύσει το κάπνισμα ακόμα και στο μπαλκόνι, επεκτείνοντας αυτοβούλως την ισχύ του αντικαπνιστικού νόμου και στους εξωτερικούς χώρους. Ας είναι κι έτσι όμως, δεν πειράζει. Τα μεγάλα οράματα απαιτούν θυσίες.

Θα ξεκινούσε ασφαλώς με το φλέγον ζήτημα της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης και τους κινδύνους που εγκυμονεί. Έκανε λοιπόν ένα προσχέδιο σημειώνοντας εν τάχει τα βασικότερα σημεία. Στη συνέχεια θα τα ανέπτυσσε με την ησυχία του διεξοδικά. Τις τεχνικές της δημιουργικής γραφής, άλλωστε, τις έπαιζε στα δάχτυλα. «Όχι σε διδασκαλία οργουελικού τύπου. Δεν μπορούν να μας υποχρεώσουν να την εφαρμόσουμε. Υπάρχουν τεχνικά προβλήματα. Δεν μπορείς να είσαι σίγουρος ότι όλοι οι μαθητές παρακολουθούν. Χάνεται το πλεονέκτημα της γλώσσας του σώματος. Χάνεται η αμεσότητα στην επικοινωνία. Αποδυναμώνεται η ομαδοσυνεργατική διδασκαλία και μάθηση. Η τηλεκατάρτιση κατέληξε σε φιάσκο», έγραψε σχεδόν απνευστί. Και μετ’ ου πολλά δευτερόλεπτα, συμπλήρωσε εμφατικά: «Μου λείπει το σχολείο μου!».

Έκανε μια μικρή διακοπή. Σηκώθηκε από την καρέκλα και περπάτησε πέρα δώθε στο δωμάτιο για να ξεμουδιάσει. Το σπλάχνο του κοιμόταν μακαρίως. Ούτε πυρετός, ούτε κανένα άλλο σύμπτωμα. Έκατσε ξανά στη θέση του πιο χαλαρός αυτή τη φορά. Διάβασε προσεκτικότερα τι είχε σημειώσει. Κάτι δεν του άρεσε. Κάποιο λογικό σφάλμα υπήρχε… Ξαφνικά συνειδητοποίησε πως και ο ίδιος σπούδαζε την περίοδο αυτή εξ αποστάσεως, προκειμένου να συγκεντρώσει τα μόρια που θα τον έφερναν πιο κοντά στην πολυπόθητη διευθυντική θέση. Τι πήγαινε να κάνει λοιπόν, να υποσκάψει την προσπάθειά του; Να αυτοακυρωθεί; Να δώσει λαβές για κακόβουλα σχόλια; Μα, και η κόρη του –μετά από τις νουθεσίες του ιδίου βεβαίως– δεν ανακάλυψε μέσα σε όλο αυτό το κακό του εγκλεισμού, την εκπαιδευτική τηλεόραση; «Έναν τρόπο δημιουργικής απασχόλησης και παιγνιώδους, εξ αποστάσεως, μάθησης», όπως αναφερόταν σαφώς και στις σημειώσεις της τρέχουσας διδακτικής ενότητας του μεταπτυχιακού προγράμματος που παρακολουθούσε. Δηλαδή την εποχή της “κανονικής τηλεόρασης” –κατά το “κανονικής επιστήμης” του αγαπημένου του φιλοσόφου– όπου τα γουρουνάκια ανέβαιναν στα βουνά οδηγώντας αυτοκίνητα και οι σπόγγοι συνδιαλέγονταν σε άπταιστα αγγλικά με αστερίες και λοιπές ενάλιες υπάρξεις, ήταν καλύτερα; Κι αυτός ο «Μέτζης του Νεουκτή» που έγινε συνώνυμο της τηλεκατάρτισης, ίσως τελικά να ήταν ο σταυροφόρος Mejieus de Neucht, αλλά πού να κατέβαινε τέτοια ώρα στην αποθήκη να ψάξει το βιβλίο για τη Φραγκοκρατία στην Ελλάδα.

Και τώρα που το ξανασκεφτόταν… τι ακριβώς νοστάλγησε από το σχολείο; Τους συναδέλφους με την ελλιπή επιμόρφωση, τον διευθυντή με τις ιδιοτροπίες του, τους μαθητές με την τρέλα τους ή τους γονείς με την αδιαφορία τους; Πώς ήταν δυνατόν να ξεχάσει ότι κάθε τρεις και λίγο λογομαχούσε με τη συναδέλφισσα των Αγγλικών η οποία έβαζε αύξηση στην προστακτική; Κι εκείνη αντί να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις τού κατά τεκμήριο αρμοδιότερου, του ανταπαντούσε κοφτά ότι οι αγώνες κρίνονται από τη δυναμική τους και όχι από την ορθογραφία. Ηχούσαν ακόμη στ’ αυτιά του οι κατσάδες προς τους μεγαλύτερους μαθητές, οι οποίοι αντί να τον μιμηθούν και να εμβαθύνουν στις συνθετικές a priori κρίσεις του Kant, σπαταλούσαν τον χρόνο τους στη διοργάνωση χοροεσπερίδων και τη συγκέντρωση χρημάτων για την πενταήμερη εκδρομή. Όσο για τους γονείς, όσους τέλος πάντων τιμούσαν διά της υψηλής αυτών παρουσίας τη σχολική μονάδα άπαξ του τετραμήνου, το μόνο που τους ένοιαζε ήταν οι βαθμοί. Πού ήταν η συμμετοχή τους στη σχολική ζωή; Πού ήταν ο ουσιαστικός διάλογος; Κι αλήθεια, αυτή την «ενσυναίσθηση» για την οποία τόσα είχε διαβάσει εσχάτως, γιατί δεν την είχαν οι γονείς των δικών του μαθητών;

Ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Δεν θα δίσταζε ούτε στιγμή. «Όταν το γράψιμο δεν είναι καλό, σβήσε δίχως ενοχές». Αυτό δίδασκε, αυτό και θα εφάρμοζε. Δεν θα έκανε εκπτώσεις. Το κείμενό του έπρεπε να είναι τέλειο από κάθε άποψη. Επέλεξε τις πέντε αράδες στην οθόνη, ήπιε μια γουλιά ποτό και πάτησε το “ντιλίτ”.

Σηκώθηκε ξανά. Ένιωθε κάτι να τον βαραίνει. Δεν ήταν σίγουρος όμως αν ήταν τα γεγονότα της επικαιρότητας ή η στέρηση του τσιγάρου. Βγήκε στο μπαλκόνι να πάρει λίγο αέρα. Όλη η γειτονιά κοιμόταν. Επιβεβλημένη σιωπή, συλλογίστηκε. Σχεδόν απαγόρευση κυκλοφορίας… Αυτό ήταν! Πώς δεν το είχε σκεφθεί νωρίτερα; Ποιος ευθύνεται για τον περιορισμό των δικαιωμάτων των πολιτών; Μα, η πολιτεία φυσικά.

Επέστρεψε γρήγορα στη θέση του ώστε να μην χάσει την ιδέα. Είχε την ευκαιρία να ξεσπαθώσει ενάντια σε όλους εκείνους που νομίζουν ότι επειδή κατέχουν μια θέση ή έναν δήθεν τίτλο, μπορούν να καθορίζουν τις ζωές των άλλων. Θα ασκούσε όμως σοβαρή κριτική, βασισμένη σε στέρεα φιλοσοφικά επιχειρήματα, όχι ευκαιριακή μικροπολιτική. Δεν ήταν άλλωστε του επιπέδου του.

Είχε διαβάσει, αν και δεν θυμόταν πού ακριβώς, πως οι πολιτικές θεωρίες –της ιδεολογίας του κυβερνώντος κόμματος μη εξαιρουμένης– δίνουν αφορμές να υποπτευθεί κανείς ότι προσπαθώντας να εξηγήσουν τα πάντα, στο τέλος δεν εξηγούν τίποτα. Εκείνος όμως διέθετε τον τρόπο να εξηγήσει τον εγκλεισμό και τις δυσάρεστες συνέπειές του, εντάσσοντάς τον στο θεωρητικό πλαίσιο της προσφιλούς του «διαψευσιοκρατίας» και παραθέτοντας τρανταχτά αντιπαραδείγματα που θα αποκάλυπταν τη συνομωσία σε βάρος των ανυποψίαστων πολιτών. Θα έγραφε για τις επερχόμενες αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, για την ενορχηστρωμένη χειραγώγηση των μαζών, ενώ θα έκανε ιδιαίτερη μνεία στον βαθύπλουτο προγραμματιστή που έχει βάλει σκοπό της ζωής του να τσιπάρει κάθε έμβιο ον στον πλανήτη Γη. Εν συνεχεία θα κατακεραύνωνε κάποιον πρώην γυρολόγο βουλευτή που τόλμησε να λοιδορήσει τους εκπαιδευτικούς, θα αποδομούσε τις εικόνες ενός καθηγητή επιδημιολογίας και ενός πρώην δημάρχου και θα έκλεινε, όπως συνήθιζε άλλωστε να διδάσκει και στο μάθημα της Έκθεσης, με έναν ανακεφαλαιωτικό επίλογο στον οποίο θα προσάρμοζε κατάλληλα, τρόπους αντιμετώπισης του φαινομένου.

Επιτέλους, ένιωσε βαθιά ικανοποίηση. Οι θυσίες του έπιαναν τόπο. Πλέον όλα θα έπαιρναν τον δρόμο τους. Χαλάρωσε εντελώς. Ήπιε τη δεύτερη και τελευταία γουλιά του ποτού του και έκλεισε τα μάτια. Χίλια πράγματα πέρασαν τότε από το μυαλό του. Οι δημοκρατικές του καταβολές, οι σπουδές του, ο πρώτος διορισμός σε νησί της άγονης γραμμής, η οικογένεια, η μετά πολλών κόπων κατάκτηση της οργανικής θέσης, η ρουτίνα της καθημερινότητας. Και τώρα αυτό. Η πανδημία, η καραντίνα, οι ραγδαίες κοινωνικές αλλαγές, το άρθρο.

Πόσοι είχαν άραγε συλλάβει την ιδέα να γράψουν ένα τόσο βαθυστόχαστο κείμενο; Όλοι έμεναν σε επιφανειακές κρίσεις και επικρίσεις, βγάζοντας απλά την αγανάκτησή τους, χρησιμοποιώντας μια γλώσσα ασυνάρτητη, ούτε λίγο ούτε πολύ συνονθύλευμα αυτοματισμών και ξεθωριασμένων παραθεμάτων. Ενόσω οι συνέπειες του εγκλεισμού απειλούσαν να συρρικνώσουν έτι περαιτέρω το κοινωνικό διακύβευμα, εκείνος είχε την ευκαιρία για σοβαρή κριτική που θα προσέδιδε τον δέοντα συντελεστή βαρύτητας στα τεκταινόμενα, και συνάμα θα έμενε στη συλλογική μνήμη ως πράξη αντίστασης ενάντια στην ημιμόρφωση της μαζικής κουλτούρας.

Για τη γυναίκα του δεν είχε ελπίδες ότι θα τα καταλάβαινε όλα αυτά. Ήταν άνθρωπος καλός μεν, αλλά απλός, απλοϊκός θα μπορούσε να πει. Δαπανούσε την ενέργειά της στα τετριμμένα και καθημερινά. Η κόρη του όμως… Η κόρη του, ευτυχώς του είχε μοιάσει. Εκτός από την ευστροφία, του είχε πάρει και τη φιλομάθεια. Και το χρώμα των ματιών βέβαια. Γι’ αυτό της είχε αδυναμία. Οι δυο τους επικοινωνούσαν ακόμα και στον ύπνο. Αφού πολλές φορές, όπως τώρα που εκείνη κοιμόταν, άκουγε τη φωνή της.

– Μπαμπά!

Δεν μπορεί να έκανε λάθος. Αυτή τον φώναξε…

– Μπαμπά!

Να ήταν καλά το παιδί; Μήπως έχει πυρετό και παραμιλάει;

– Μπαμπά, σήκω! Πάλι σε πήρε ο ύπνος πάνω στον υπολογιστή. Έλα, σήκω, ξημέρωσε! Η μαμά σου έχει γράψει κατάλογο με ψώνια για να πας στο σούπερ μάρκετ. Μόνο μην ξεχάσεις να φορέσεις τη μάσκα σου όπως την προηγούμενη φορά…

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του δεύτερου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly