Απόγευμα πρωτοχρονιάς, ήμουν στην είσοδο της πολυκατοικίας κι έψαχνα τα κλειδιά μου, όταν άκουσα κάποιον να με φωνάζει.
«Κύριε, κύριε!»
Πίσω μου στεκόταν ένα μικροκαμωμένο αγόρι, γύρω στα επτά. Φορούσε ρούχα φθαρμένα, βρώμικα και παπούτσια μεγαλύτερα απ’ τα πόδια του.
«Τι κάνεις εδώ μόνος σου;» ρώτησα, «οι γονείς σου πού είναι;»
Έκανε πως δεν άκουσε. «Κύριε, να σας ζητήσω μια χάρη;» είπε.
«Ν’ ακούσω», απάντησα.
Έχωσε τότε το χέρι στην τσέπη κι έβγαλε ένα γράμμα.
«Μπορείτε να το δώσετε στον Άγιο Βασίλη;»
«Σε ποιον;»
«Στον Άγιο Βασίλη. Εδώ μένει».
Έσκυψα μπροστά του. «Αποκλείεται», είπα, «εδώ μένω κι εγώ. Θα το ‘ξερα».
«Μα τον είδα χθες να βγαίνει από ‘δώ», ψιθύρισε συνωμοτικά. «Δώστε του αυτό το γράμμα σας παρακαλώ. Ξέχασε να μου φέρει δώρο και φοβάμαι πως δεν έλαβε ποτέ το γράμμα που του ‘χα στείλει».
«Θα κάνω ό,τι μπορώ», είπα και το πήρα. Ανέβηκα σπίτι, άνοιξα προσεκτικά το φάκελο κι έβγαλα από μέσα μια τσαλακωμένη χαρτοπετσέτα. Πάνω της ήταν ζωγραφισμένο ένα καρουζέλ. Όνομα δεν υπήρχε πουθενά.
Θυμήθηκα τότε τον κύριο Νίκο, τον ευτραφή κι αξιαγάπητο γείτονα που μένει στον δεύτερο. Κάθε χρόνο ντύνεται Άγιος Βασίλης κι επισκέπτεται τα εγγόνια του για να τους μοιράσει δώρα. Σίγουρα εκείνον είχε δει.
Την επομένη περπάτησα όλη την Αθήνα. Τα καταστήματα ήταν στολισμένα, γιορτινά και ολόφωτα, αλλά ακόμα κλειστά. Βρήκα αυτό που ζητούσα στη βιτρίνα ενός παλιού παιχνιδάδικου, κι όταν άνοιξαν ξανά, έσπευσα να τ’ αγοράσω.
Τις μέρες που ακολούθησαν πέρασα όλα τα απογεύματα στο μπαλκόνι περιμένοντας να περάσει το αγόρι, που από ‘κείνη τη μέρα δεν είχε ξαναφανεί.
Δυο μήνες αργότερα ξετύλιξα, τελικά, το καρουζέλ και το ακούμπησα στον μπουφέ. Τώρα το χαζεύω, κι η σκέψη μου γυρίζει ξανά και ξανά σ’ εκείνο το παιδί. Σκέφτομαι τι ν’ απέγινε τελικά. Και πως τότε, μες στην παραζάλη μου, δεν ρώτησα ούτε τ’ όνομά του.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]







