Η ειδοποίηση στο κινητό μου μού θύμισε πως η ώρα είχε πάει 6. Αυτή ήταν η αφορμή να πάρω τα μάτια μου από τη φωτεινή και καταστροφική οθόνη του υπολογιστή, που χωρίς να το καταλάβεις, σου ρουφάει τις σκέψεις και σε απομονώνει από το περιβάλλον γύρω σου, ώσπου να σε επαναφέρει στην πραγματικότητα ο ενοχλητικός ήχος του κινητού σου. Έξω είχε σκοτεινιάσει και εγώ ακόμα να το καταλάβω. Αν ο σκύλος μου δεν τριβόταν στα πόδια μου δεν θα σηκωνόμουν από την καρέκλα, που είχα βουλιάξει μέσα της από το πρωί, για να πάω στην Ερμού να απολαύσω τα φωτάκια πριν τελειώσουν τα Χριστούγεννα. Ή πριν αναγκαστώ να επιστρέψω στα βαρετά μου καθήκοντα, στη βαρετή μου δουλειά, στο βαρετό μου γραφείο. Όταν συνειδητοποίησα πως η πλάτη μου είχε καμπουριάσει και το βλέμμα μου είχε παραμορφωθεί λες και μόλις ξύπνησα από νάρκωση, όταν κατάλαβα ότι αντέγραφα τη στάση των υπαλλήλων χωρίς ζωή που παλιά κορόιδευα, σηκώθηκα από το κάθισμά μου τόσο γρήγορα που μου πήρε μερικά δευτερόλεπτα να συνηθίσω στην αίσθηση του να στέκεσαι όρθιος, προσπαθώντας να μην πέσω.
Σε λίγα λεπτά είχα φτάσει στην Ερμού. Ο κρύος αέρας που μου χτύπησε το πρόσωπο μόλις βγήκα από το αμάξι, μου φάνηκε σαν ένα χαστούκι που με επανέφερε στο σήμερα, στο τώρα. Με βοήθησε να θυμηθώ πώς είναι να βγαίνεις έξω τα απογεύματα του χειμώνα.
Τα καταστήματα ήταν στολισμένα, γιορτινά και ολόφωτα, αλλά ακόμα κλειστά. Περπατούσα ανάμεσά τους αναγνωρίζοντας πόση μεγάλη αξία είχε το να βλέπεις χαρούμενα παιδάκια να αγοράζουν τα αγαπημένα τους παιχνίδια, μία λεπτομέρεια που έλειπε από τα φετινά Χριστούγεννα. Κάθε μου βήμα γέμιζε με ήχο τον άδειο πεζόδρομο, που ο χαρούμενος στολισμός του δεν ταυτιζόταν με τη διάθεση των απελπισμένων πεζοπόρων. Μόνο τα φωτάκια θύμιζαν Χριστούγεννα, τίποτα άλλο. Τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που τα ξέραμε. Και όσο χανόμουν στις σκέψεις μου, ελπίζοντας πως οι γιορτές που ζω δεν είναι αληθινές, ο κρύος αέρας που μου χάιδευε τα μαλλιά με επανέφερε στην πραγματικότητα, σχεδόν σβήνοντας την ζεστή φλόγα ελπίδας που έκαιγε μόνο στο δικό μου κεφάλι. O κόσμος ίσως να ήταν ακόμα πιο μίζερος αν τον άφηνα να τη σβήσει.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]







