frear

Χριστουγεννιάτικη ιστορία – του Dino Buzzati

Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος

Το αρχαίο γοτθικό παλάτι των επισκόπων έχει όψη ζοφερή, καθώς ρέουν νιτρικά άλατα από τα τείχη. Να μένει κανείς εκεί τις νύχτες του χειμώνα είναι βασανιστικό. Και ο παρακείμενος καθεδρικός ναός είναι τεράστιος, μια ζωή δεν είναι αρκετή για να τον γυρίσει κανείς από άκρη σε άκρη, καθώς μάλιστα υπάρχει ένα τέτοιο πλέγμα παρεκκλησιών και ιερών που, μετά από αιώνες εγκατάλειψης, ορισμένα παραμένουν σχεδόν ανεξερεύνητα. Τι θα κάνει ο λιπόσαρκος αρχιεπίσκοπος το βράδυ των Χριστουγέννων μόνος του, ενώ η πόλη γιορτάζει; Πώς θα μπορέσει να νικήσει τη μελαγχολία; Όλοι έχουν μια παρηγοριά: το μικρό παιδί έχει το τρένο και τον Πινόκιο, η μικρή αδελφή έχει την κούκλα, η μητέρα έχει τα παιδιά γύρω της, ο άρρωστος μια νέα ελπίδα, ο γερο-εργένης έναν σύντροφο στις ασωτίες, ο κρατούμενος τη φωνή ενός άλλου από το διπλανό κελί. Τι θα κάνει ο αρχιεπίσκοπος; Ο γεμάτος ζήλος και αφοσίωση Ντον Βαλεντίνο, γραμματέας της Εξοχότητάς του, χαμογελούσε όταν άκουγε τον κόσμο να μιλά έτσι. Ο αρχιεπίσκοπος έχει τον Θεό τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων. Γονατισμένος μόνος κατάμονος στη μέση του παγωμένου και ερημικού καθεδρικού ναού με μια πρώτη ματιά θα μπορούσε ίσως να φανεί αξιολύπητος. Και όμως, αν αντίθετα ήξεραν! Μόνος κατάμονος δεν είναι, ούτε κρυώνει, ούτε νιώθει εγκαταλειμμένος. Τη Νύχτα των Χριστουγέννων ο Θεός κατακλύζει τον ναό, για τον αρχιεπίσκοπο, τα κλίτη κυριολεκτικά ταλαντώνονται, σε σημείο που οι πόρτες πασχίζουν να κλείσουν. Και μολονότι δεν υπάρχουν σόμπες, κάνει τόση ζέστη που τα αρχαία λευκά φίδια ξυπνούν στους τάφους των ιστορικών ηγούμενων και αναρριχώνται από τις οπές εξαερισμού του υπογείου, προτείνοντας ευγενικά τα κεφάλια τους μέσα από τα κιγκλιδώματα των εξομολογητηρίων.

Έτσι και εκείνη τη νύχτα ο Καθεδρικός Ναός ξεχείλιζε από τον Θεό. Και παρόλο που ήξερε ότι δεν ήταν καθήκον του, ο Ντον Βαλεντίνο παρέμενε πολύ πρόθυμα για να ετοιμάσει τον πάγκο γονυκλισίας και να βοηθήσει τον επίσκοπο σε ό, τι ενδεχομένως χρειαστεί. Ναι, αυτή τη χριστουγεννιάτικη βραδιά, αντί για δέντρα, γαλοπούλες και αφρώδη οίνο. Ωστόσο, μέσα σε αυτές τις σκέψεις, άκουσε χτυπήματα σε κάποια πόρτα του ναού. «Ποιος χτυπά τις πόρτες του Καθεδρικού Ναού;» ο Ντον Βαλεντίνο αναρωτήθηκε «την παραμονή των Χριστουγέννων; Δεν έχουν προσευχηθεί αρκετά ακόμα; Τι μανία τους έπιασε;». Παρ’ όλο που μιλούσε έτσι, πήγε να ανοίξει την πόρτα ώσπου με μια ριπή ανέμου ένας φτωχός άντρας, ντυμένος με κουρέλια, μπήκε.

«Τι ποσότητα Θεού!» αναφώνησε χαμογελαστά, κοιτάζοντας γύρω. «Τι ομορφιά! Μπορεί να τον νιώσει κανείς ακόμη και έξω. Σεβασμιότατε, δεν θα μπορούσατε να με αφήσετε λίγο; Σκεφτείτε, είναι παραμονή Χριστουγέννων».

«Είναι για την Εξοχότητά του, τον Αρχιεπίσκοπο», απάντησε ο ιερέας. «Χρειάζεται αυτός τον ναό σε μερικές ώρες. Η Εξοχότητά του κάνει ήδη τη ζωή ενός αγίου, δεν νομίζω ότι έχεις την απαίτηση να αφήσει τον Θεό απόψε! Όσο για εμένα, εγώ δεν υπήρξα ποτέ Σεβασμιότατος».

«Ούτε για λίγο, αιδεσιμότατε; Υπάρχει τόσος χρόνος! Η Εξοχότητά του δεν θα το προσέξει καν!».

«Σου είπα όχι… Μπορείς να φύγεις… Ο Καθεδρικός Ναός είναι κλειστός για το κοινό» και απέπεμψε τον φτωχό με ένα χαρτονόμισμα πέντε λιρών.

Αλλά καθώς ο άθλιος βγήκε από την εκκλησία, ο Θεός εξαφανίστηκε την ίδια στιγμή. Φοβισμένος, ο Ντον Βαλεντίνο κοίταξε γύρω, διερευνώντας τους σκοτεινούς θόλους: Ο Θεός δεν ήταν καν εκεί πάνω. Ο θεαματικός εξοπλισμός από στήλες, αγάλματα, κουβούκλια, θυσιαστήρια, βάθρα με σωρούς αγίων, κηροπήγια, κουρτίνες, συνήθως τόσο μυστηριώδης και υποβλητικός, είχε ξαφνικά γίνει αφιλόξενος και απαίσιος. Και σε μερικές ώρες ο αρχιεπίσκοπος θα κατέβαινε.

Σε υπερδιέργεση, ο Ντον Βαλεντίνο, άνοιξε μια από τις εξωτερικές πόρτες, κοίταξε την πλατεία. Τίποτα. Ακόμα και έξω, παρ’ όλο που ήταν Χριστούγεννα, δεν υπήρχε ούτε ίχνος του Θεού. Από τα χιλιάδες φωτισμένα παράθυρα έφθαναν απόηχοι γέλιων, ποτηριών που θρυμματίζονταν, μουσικές, ακόμα και βλαστήμιες. Ούτε καμπάνες, ούτε τραγούδια.

Ο Ντον Βαλεντίνο βγήκε μέσα στη νύχτα, πέρασε από τους βέβηλους δρόμους, μέσα από το πανδαιμόνιο ξέφρενων πανηγυρισμών. Αλλά ήξερε τη σωστή διεύθυνση. Όταν μπήκε στο σπίτι, η φιλική οικογένεια καθόταν στο τραπέζι. Όλοι κοιτάζονταν μεταξύ τους με καλοσύνη και γύρω τους υπήρχε λίγος Θεός.

«Καλά Χριστούγεννα, Αιδεσιμότατε», είπε ο πατέρας, η κεφαλή της οικογένειας. «Θα μας τιμήσεις απόψε;».

«Βιάζομαι, φίλοι μου», απάντησε. «Λόγω κάποιας απροσεξίας μου, ο Θεός εγκατέλειψε τον Καθεδρικό Ναό και η Εξοχότητά του θα πάει προσευχηθεί σε λίγο. Δεν μπορείτε να μου δώσετε τον δικό σας; Σε κάθε περίπτωση, είστε συντροφιά, δεν τον έχετε απόλυτη ανάγκη».

«Αγαπητέ μου Ντον Βαλεντίνο» είπε ο επικεφαλής της οικογένειας. «Ξεχνάς, θα έλεγα, ότι σήμερα είναι Χριστούγεννα. Πρέπει τα παιδιά μου να μείνουν χωρίς τον Θεό σήμερα; Μένω έκπληκτος, Ντον Βαλεντίνο».

Και την ίδια στιγμή που ο άντρας μιλούσε έτσι, ο Θεός γλίστρησε έξω από το δωμάτιο, τα εύθυμα χαμόγελα έσβησαν και το ψητό καπόνι έγινε σαν άμμος ανάμεσα στα δόντια τους.

Και φεύγει πάλι, ο Ντον Βαλεντίνο, μέσα στη νύχτα, στους ερημικούς δρόμους. Βαδίζει, βαδίζει ώσπου τον ξαναβλέπει επιτέλους. Είχε φτάσει στις πύλες της πόλης και μπροστά του τώρα απλωνόταν στο σκοτάδι, λευκάζοντας αμυδρά από το χιόνι, η μεγάλη εξοχή. Πάνω από τα λιβάδια και τις σειρές των μουριών, ο Θεός αιωρούνταν, σαν να περίμενε. Ο Ντον Βαλεντίνο έπεσε στα γόνατα.

«Μα τι κάνετε, Αιδεσιμότατε;» τον ρώτησε ένας αγρότης. «Θέλετε να αρρωστήσετε σε αυτό το κρύο;».

«Κοίτα εκεί κάτω, γιε μου. Δεν βλέπεις;».

Ο αγρότης κοίταξε χωρίς έκπληξη. «Είναι δικός μας», είπε. «Κάθε Χριστούγεννα έρχεται να ευλογήσει τα χωράφια μας».

«Άκου», είπε ο ιερέας. «Δεν θα μπορούσες να μου δώσεις λίγο από Αυτόν; Στην πόλη μας έχουμε έλλειψη, ακόμη και οι εκκλησίες είναι άδειες. Δώσε μου λιγουλάκι για να μπορέσει τουλάχιστον ο Αρχιεπίσκοπος να κάνει Χριστούγεννα αξιοπρεπή».

«Ούτε που να το σκέφτεστε, αγαπητέ μου Αιδεσιμότατε! Ποιος ξέρει τι άθλιες αμαρτίες έχετε διαπράξει στην πόλη σας. Δικό σας το φταίξιμο. Βγάλτε τα πέρα μόνοι σας».

«Έχουμε αμαρτήσει, σίγουρα. Και ποιος δεν αμαρτάνει; Αλλά μπορείς να σώσεις πολλές ψυχές γιε μου, αρκεί μόνο εσύ να μου πεις τώρα ναι».

«Μου φθάνει και μου περισσεύει να σώσω τη δική μου ψυχή!» ο αγρότης κάγχασε και την ίδια στιγμή που το ξεστόμιζε αυτό, ο Θεός σηκώθηκε από τα χωράφια του και εξαφανίστηκε στο σκοτάδι.

Πήγε ακόμη πιο μακριά, ψάχνοντας. Ο Θεός φαινόταν να γίνεται όλο και πιο σπάνιος και όποιος είχε λίγο, δεν ήθελε να τον παραχωρήσει (αλλά την ώρα που στην πράξη αρνούνταν, απαντώντας όχι, ο Θεός εξαφανιζόταν και απομακρυνόταν όλο και περισσότερο).

Να λοιπόν ο Ντον Βαλεντίνο στην άκρη μιας απέραντης χέρσας γης, και στο βάθος, ακριβώς στον ορίζοντα, ο Θεός φέγγιζε γλυκά σαν ένα μακρόστενο σύννεφο. Ο ανθρωπάκος του Θεού έπεσε στα γόνατά του πάνω στο χιόνι. «Περίμενε με, ω Κύριε», παρακαλούσε ικετευτικά «από δικό μου φταίξιμο ο αρχιεπίσκοπος απέμεινε μόνος και απόψε είναι Χριστούγεννα!».

Τα πόδια του ήταν παγωμένα, συνέχισε να βαδίζει στην ομίχλη, βυθίζονταν στο χιόνι έως στα γόνατά του, κάθε τόσο σωριάζονταν φαρδύς πλατύς. Πόσο θα άντεχε ακόμα;

Έξαφνα ακούστηκε κάποια χορωδία, απαλή και παθητική, φωνές αγγέλων, ενώ καθαρή ακτίδα φωτός διαπερνούσε την ομίχλη, διαπερνούσε και αυτόν. Άνοιξε μια μικρή ξύλινη πόρτα: ήταν μια πολύ μεγάλη εκκλησία και στη μέση, ανάμεσα σε λίγα καντήλια, ένας ιερέας προσευχόταν. Η εκκλησία ήταν γεμάτη παράδεισο.

«Αδελφέ» φώναξε γοερά ο Ντον Βαλεντίνο, στο όριο της δύναμής του, γεμάτος κρυστάλλους πάγου «δείξε έλεος. Ο Αρχιεπίσκοπός μου απέμεινε μόνος εξαιτίας μου και χρειάζεται τον Θεό. Δώσε μου λίγο, σε παρακαλώ».

Αργά γύρισε εκείνος που προσευχόταν. Και ο Ντον Βαλεντίνο, αναγνωρίζοντάς τον, έγινε, αν ήταν δυνατόν να γίνει, ακόμα πιο χλωμός.

«Καλά Χριστούγεννα σε εσένα, Ντον Βαλεντίνο» αναφώνησε ο Αρχιεπίσκοπος στρεφόμενος προς αυτόν, όλος κυκλωμένος από τον Θεό. «Ευλογημένο παιδί, πού πήγες; Μπορούμε να μάθουμε τι βγήκες να ψάξεις έξω αυτή τη νύχτα μέσα στο κρύο της αρκούδας;».

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: