frear

Η μεγάλη ρόδα – του Αλέξη Καυγά

Το πρωί της Κυριακής βάλαμε ν’ ακούσουμε το «Ιf you are feeling sinister» των Βelle and Sebastian. Φτιάξαμε ζεστό καφέ και γευτήκαμε αμυγδαλωτά με σοκολάτα. Χθες της φαινόταν παρήγορο πως όλοι οι άνθρωποι υπάρχουν κάτω από τον ίδιο ανατέλλοντα ήλιο. Της είπα πως μ’ αυτόν τον δίσκο μ’ αρέσει να μετράω τα χρόνια. Μ’ εμβόλισε μ’ εκείνο το χαμόγελο που δεν μπόρεσα ποτέ ν’ αποκρυπτογραφήσω. Μαζί της είχα μάθει πως μπορείς ν’ απέχεις απ’ τον κόσμο χωρίς να χρειαστεί να μιμηθείς τίποτα, μπορείς με την άκρη του ματιού σου να τον παρατηρείς να μετατρέπεται σε κάτι ασύλληπτο, όπως η οδύνη μετατρεπόταν μέσα στο εύθραστο σώμα της σε ηδονή κι αυτή σε κοριτσάκι σε υπαίθρια γιορτή ανοιξιάτικων κήπων.

Το βράδυ βγήκαμε μια βόλτα. Ήταν λίγο πριν τα Χριστούγεννα, η νύχτα ήταν κρύα κι εκείνη ευαίσθητη στο ψύχος, ο άνεμος παράσερνε τα μουσκεμένα φύλλα, τα καταστήματα ήταν στολισμένα, γιορτινά και ολόφωτα, αλλά ακόμα κλειστά. Ξέραμε πως υπάρχει κάτι άρρωστο στον αέρα, ένας νέος ιός προσέβαλε τα ανθρώπινα κύττταρα, τα σώματα εξασθενούσαν και πολλά στην ανάγκη τους για οξυγόνο χάνονταν στο πέλαγος της λήθης.

Πόσο θα μ’ άρεσε τότε να βαδίζαμε πέρα απ’ το φόβο και να βρισκόμαστε μετέωροι για μια στιγμή στην ενατένιση μιας πόλης, όπως κάποτε στην κορυφή της μεγάλης ρόδας του Λονδίνου, ψάχνοντας στον χορό των κινήσεων την αρχή μιας ιστορίας που θα ενώσει τα θρυμματισμένα κομμάτια της ζωής μας, ή πετώντας μ’ένα μικρό αεροπλάνο πάνω από την τέλεια γεωμετρία των καθεδρικών ναών, με τα σύννεφα του δειλινού στο παράθυρο να χρωματίζουν τα μάτια των ζωντανών, ίσως ξεχνούσαμε για λίγο πως όλα καταλήγουν φαγωμένα από τη μεγάλη γκρίζα καρδιά του ποταμού, την καλυμμένη με ομίχλη.

Φαντάστηκα σ’ έναν απίστευτα μακρινό καιρό τη Γη, στέπα καλυμμένη από χιόνι. Εκεί ένας Χριστός ξαναγεννιέται και παγώνει. Πίσω απ’ το σβησμένο του πρόσωπο ένας σταυρός από ξεραμένο αίμα.

Η μεγάλη ρόδα γυρίζει, λίγα μέτρα ή μερικά έτη φωτός μακριά τα δαχτυλίδια στα χέρια της κροταλίζουν, όταν κάνουμε έρωτα, απαλά, κρυστάλλινα δάκρυα κάνουν το όμορφο πρόσωπό της ν’ αστράφτει, ποτίζουν το χώμα του πιο άγονου πλανήτη και φυτρώνουν τριαντάφυλλα. Θα ήθελα λέει να τυλίξω τον ουρανό σαν περγαμηνή, όπως τυλίγουν οι άγγελοι τα άψυχα σώματα μέσα στους θαλάμους των νοσοκομείων. Το βλέμμα της χάνεται κάπου μακριά, πάνω απ’ τα κεφάλια μας ο ουρανός βαραίνει. Θα βρέξει. Σκέφτομαι ένα δάσος στοιχειωμένο να καλύπτει το δικό μας Παρίσι με τους γερανούς των ασμάτων του Μαλντορόρ απ’ άκρη σ’ άκρη να το διασχίζουν.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τους όρους για να στείλετε χριστουγεννιάτικο διήγημα εδώ και τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη