frear

Ο μπάσταρδος – του Ευθύμιου Λέντζα

Φορούσες πάντα το ίδιο ξεχειλωμένο πουλόβερ με τις κόκκινες και μαύρες λωρίδες, ένα πουκάμισο με λεκιασμένους γιακάδες∙ μένανε στάμπες τα σάλια σου. Βρωμοκοπούσες φτώχεια. Η μιζέρια σ’ ακολουθούσε σαν σκιά, με την ανάσα της χτυπούσε την πόρτα σου.

Είχες ακανόνιστη μύτη, πλατιά, ασύμμετρη με το υπόλοιπο κεφάλι. Στο πρόσωπο, οι φακίδες έκαναν τα μάγουλα να μοιάζουνε με μουχλιασμένο τυρί. Ήμουνα βέβαιος για την ασχήμια σου.

Κάθε μέρα, η μάνα σου –η κυρία Βαγγελιώ– σε περίμενε στο διάλειμμα με το κολατσιό στην αγκαλιά σαν φυλαχτό: σοκολατούχο γάλα με σουσαμένιο κουλούρι, τυλιγμένα σφιχτά σε μια πλαστική σακούλα. Καθόσουνα μαζί της στο παγκάκι ώσπου να τελειώσεις το φαγητό, εκείνη σου χάιδευε με στοργή τα μαλλιά –ακόμα και γι’ αυτό σε κοροϊδεύαμε.

«Να, κοιτάξτε το μπάσταρδο πως τρώει με τη μαμάκα του!» Μετά σου καθάριζε ένα μήλο κι έβαζε πάλι τη σακούλα στο παλτό της. Όλοι γνωρίζαμε…

Ακόμα θυμάμαι τη σφαλιάρα που μου άστραψε ο κύριος Παντελής (σου είχε αδυναμία ο δάσκαλος), έτσι όπως σε είχα σηκώσει ψηλά με τα παιδικά μου χέρια, παρ’ όλα αυτά πιο δυνατά από τα δικά σου τ’ αρρωστιάρικα, φτωχικά χέρια∙ έσκισα εκείνο το πουλόβερ με τις κόκκινες και μαύρες λωρίδες. Ήταν καλός άνθρωπος ο κύριος Παντελής, είχε και δυο παιδιά∙ είμαι σίγουρος πως τ’ αγαπούσε. Κάθε τόσο σε ρωτούσε: «Είσαι εντάξει Σπυράκο; Έχεις φάει Σπυράκο; Η μαμά είναι καλά Σπυράκο;». Εσύ χαμήλωνες το βλέμμα κι έκανες πως έγραφες στο τετράδιο. Μπούρδες Σπυράκο. Ποτέ δεν έγραφες, μόνο ζωγράφιζες: δέντρα φορτωμένα με φρούτα, ζωγράφιζες πουλιά με πελώρια φτερά∙ (ο δάσκαλος μας είχε μιλήσει για τα άλμπατρος)∙ έφτιαχνες ήλιους, πολλούς ήλιους και παράθυρα μεγάλα και ουράνια τόξα∙ ποτέ δε ζωγράφιζες σπίτια με αναμμένα τζάκια και στρωμένα τραπέζια. Όλοι γνωρίζαμε πως γεννήθηκες…

Πολλές φορές με πλησίασες. Ήθελες να πνίγουμε μυρμήγκια στις φωλιές τους, να καίμε σπίρτα και να τα πετάμε μακριά, όσο μακρύτερα μπορούσαμε, να φαίνονται σαν άστρα, μου ‘λεγες, σαν άστρα που ξεκόλλησαν από τον ουρανό. Όχι, δεν ήμουνα καλός μαζί σου, απλά δεν ήμουνα κακός. Αλήθεια σε βαριόμουνα, με θεωρούσα καλύτερο, πιο έξυπνο, πιο όμορφο. Κι ούτε με πείραζε πως ήσουν μπάσταρδος και με φακίδες, ούτε που μύριζες σαν σκύλος. Αλήθεια… δεν έχω ιδέα ακόμα και τώρα.

Ήταν όμορφες εκείνες οι μέρες∙ ετοιμάζαμε τη Χριστουγεννιάτικη γιορτή. Τυλίξαμε τα παράθυρα με πράσινες γιρλάντες, στα κάγκελα κρεμάσαμε πολύχρωμα λαμπάκια από εκείνα που παίζουν χαρούμενες μουσικές και όλοι χαμογελάμε περισσότερο και είναι Χριστούγεννα και αγαπιόμαστε πολύ. Οι τοίχοι αντηχούσαν τις παιδικές φωνές μας. Τα κορίτσια ήταν όμορφα∙ όλα τα κορίτσια ήταν όμορφα, ακόμα κι εκείνη η Μαρία από την Αλβανία, ήταν πράγματι πολύ όμορφη. Εσύ στεκόσουν στην αυλή, ολομόναχος, ακίνητος, να κοιτάζεις το στολισμένο δέντρο με τις γυαλιστερές μπάλες, τα αγγελάκια και τους άγιους Βασίληδες∙ φυσούσε. Ο δάσκαλος με πλησίασε στο παράθυρο. Σε βλέπαμε μαζί πίσω απ’ το τζάμι.

– Κοίτα Θύμιο, χιονίζει! Καλά Χριστούγεννα!

– Καλά Χριστούγεννα δάσκαλε!

Τώρα έχω γκριζάρει λιγάκι Σπυράκο. Γυρίζω στα Σεπόλια και χαζεύω τα τρένα. Κοιτάζω συχνά πίσω απ’ το τζάμι, μα πουθενά δεν χιονίζει. Ψήνω μονάχος τον καφέ μου∙ άλλοτε ξεχνιέμαι και γεμίζω δυο κούπες∙ λαχταρώ ένα σοκολατούχο γάλα κι ένα σουσαμένιο κουλούρι.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Zωγραφική: Jean Crotti, «Les Forces mécaniques de l’amour en mouvement» (1916). Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly