frear

Για το βιβλίο του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη «Έξοδα νοσηλείας» – γράφει η Κούλα Αδαλόγλου

Τρόποι διαφυγής από το ανέφικτο

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, Έξοδα νοσηλείας, εκδ. Ενύπνιο, 2020

Μυθιστόρημα το νέο βιβλίο του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, με δύο σώματα μονολόγων, του ασθενούς και του φροντιστή-νοσηλευτή. Εσωτερικοί μονόλογοι, εξομολογητικοί, που κάποτε γίνονται παραληρηματικοί.

Στην πρώτη αφήγηση, ο νοσηλευτής που δεν μπορεί την αποστασιοποίηση που «απαιτεί» ο ρόλος του και εμπλέκεται συναισθηματικά με τους ασθενείς του. Που έχει τελειώσει Παιδαγωγική Ακαδημία, αλλά αρχίζει να εργάζεται ως νοσηλευτής σε ιδιωτική εταιρεία, γλυκαίνεται από τα λεφτά και παραμένει. Η τρυφερή συμπεριφορά του προς τη γιαγιά τού Θοδωράκη, ενός ναρκομανούς, νεκρού πλέον, η οποία πάσχει από άνοια και τον ταΐζει φρουτόκρεμες και ρυζόγαλο. Η μανία με τα τεράστια παζλ, το τελευταίο, που δεν μπορεί να τελειώσει, ο πίνακας «Σιταροχώραφο με κοράκια» του Βαν Γκογκ. Που αναλαμβάνει νυχτερινή υπηρεσία, ίσως λόγω των αϋπνιών που τον βασανίζουν.

Το σκηνικό έχει στηθεί: εσωτερικά σπιτιών, εσωτερικό θαλάμου νοσοκομείου, το κυλικείο του νοσοκομείου, η λίμνη με τις πάπιες και τις χήνες, τα σιταροχώραφα. Ευρηματικό στοιχείο για την εξέλιξη της πλοκής η βόλτα που κάνει ο νοσηλευτής στον ασθενή του το τελευταίο βράδυ πριν εκείνος πέσει σε κώμα, μια βόλτα που δίνει στον ασθενή λίγη χαρά και λίγο αέρα ζωής. Έτσι, λίγο πριν από το τελευταίο στάδιο της ασθένειάς του, ευχαριστεί με ένα μήνυμα στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο τον νοσηλευτή του και του περνά συνημμένα το αρχείο με όσα έγραφε στον υπολογιστή του. Αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα ότι άκουγε όλες τις αφηγήσεις του νοσηλευτή τις νύχτες που υποτίθεται ότι κοιμόταν.

Στη δεύτερη αφήγηση «μιλά» ο ασθενής, ο οποίος βρίσκεται σε κώμα πλέον, μέσα από τα ηλεκτρονικά του κείμενα. Ο ασθενής, σαράντα πέντε ετών –στην ίδια περίπου ηλικία με τον νοσηλευτή– που αντάλλασε με αυτόν μόνο τα στοιχειώδη της επικοινωνίας, ως εκείνο το τελευταίο βράδυ της βόλτας. Που υποφέρει από εγκεφαλίτιδα, το σώμα του παραλύει σταδιακά, ενώ το μυαλό του, μολονότι πλήττονται οι νευρώνες, είναι σε καλή κατάσταση ως την τελευταία φάση, γι’ αυτό μπορεί και γράφει. Ο λόγος εδώ είναι σε μεγάλο βαθμό παραληρηματικός. Ο ασθενής σε ένα είδος ημερολογίου καταγράφει τις παραισθήσεις και τους εφιάλτες, συνειρμικά κινείται από το παρόν στο παρελθόν και τούμπαλιν. Καταγράφει επιπλέον σκέψεις, αναζητήσεις και στοχασμούς, για την ανθρώπινη ύπαρξη και μη-ύπαρξη, για τον χρόνο, τη φθορά, τον θάνατο, και τον έρωτα. Παράλληλα, μέσα σε ένα παραλήρημα πάλι, και σε μια προσπάθεια να ξεφύγει από την ακινησία του κρεβατιού, φαντάζεται σκηνές από ιστορικά γεγονότα, στα οποία συμμετέχει με κάποιον τρόπο. Σαν πεταχτές βελονιές σε κέντημα, βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη λίγες ώρες πριν από την άλωση, μετά στην άλωση της Τριπολιτσάς, σε κελιά πολιτικών κρατουμένων. Ή στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, στην εισβολή στην Κύπρο, στα νεκρά σώματα μεταναστών στον υδάτινο βυθό, στις μέρες του χρηματιστηρίου, στις μέρες της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων. Για να συναντήσει επανειλημμένα τον ήρωα του Μάριου Χάκκα που προτιμάει να γυρίσει σπίτι και να φροντίσει το ψαράκι της γυάλας. Ο ίδιος δηλώνει στο κείμενό του πως είναι πολύχρονες και επίμονες οι ιστορικές και κοινωνικοπολιτικές αναζητήσεις του, κυρίως για τον εμφύλιο πόλεμο. Μέσα από τα αλλεπάλληλα στρώματα των παραισθήσεων και των σκέψεων, ανιχνεύεται ένας άνθρωπος στοχαστικός, με αριστερή οπτική. Άλλοτε πάλι σημειώνει στις καταγραφές του πως πιάνει κουβέντα με το κομοδίνο ή με τον ηλεκτροκαρδιογράφο. Πως παρατηρεί την υγρασία και το ξεφλούδισμα του τοίχου. Με μια εντυπωσιακή ένταση οι ιστορικές του περιπλανήσεις, ακόμη και σε περιπτώσεις άδικης αιματοχυσίας – οι φαντασιώσεις δεν είναι πάντα ήρεμες και ενάρετες. Το παραλήρημα είναι διονυσιακό.

Η τρίτη αφήγηση είναι αυτή που δένει τα νήματα. Με κέντρο τον νοσηλευτή. Αναδρομές πάλι, που δίνουν απαντήσεις σε θέματα που πλανώνται ως τότε θολά. Που ερμηνεύουν αποφάσεις, πράξεις, συμπεριφορές του. Η αφήγηση αρχίζει με ένα τέλος, το τέλος ουσιαστικά της ζωής του ασθενούς, αφού πέφτει σε κώμα. Συνεχίζει με ένα ακόμη τέλος, ο νοσηλευτής ολοκληρώνει το παζλ με το σιταροχώραφο. Αυτό το κλείσιμο των παρενθέσεων σηματοδοτεί μια αρχή: την εμφανή εκδήλωση της ασθένειας του νοσηλευτή. Δεν είναι κόπωση και κακή στάση, όπως ήθελε να πιστεύει. Η μαγνητική τομογραφία αποκαλύπτει ότι κάτι κακό συμβαίνει στα κόκαλα. Αρχίζει να έχει προβλήματα κινητικότητας, όλο και σοβαρότερα. Είναι ωστόσο αποφασισμένος να παλέψει την ασθένειά του. Στο δωμάτιο του νοσοκομείου τον φροντίζει η κοινωνιολόγος Αντιγόνη, αυτή με την οποία δεν θέλησε να έχει στο παρελθόν ουσιαστική σχέση. Οι αναδρομές γίνονται συχνά παραισθήσεις.

Να επισημάνω την οργάνωση του κειμένου: η κάθε αφήγηση εκτείνεται σε περίπου εξήντα σελίδες, δίνοντας ισορροπία στο κείμενο. Η χαλαρή κατ’ ανάγκη οργάνωση των αφηγήσεων, εφόσον οι μονόλογοι προχωρούν με άλματα και συνειρμούς, σε αντίστιξη με τη δομή του κειμένου, δηλωτική της οικονομίας του λόγου και της γραφής. Μέσα στον μονόλογο του νοσηλευτή αναφορές στα ποιήματα που έχει στα χέρια του από τη γιαγιά του Θοδωράκη.

Το θέμα του μυθιστορήματος είναι βαρύ. Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι δεν καταθλίβει τον αναγνώστη. Το ύφος των αφηγήσεων με τους αφηγητές συχνά να αυτοσαρκάζονται για τις προηγούμενες επιλογές τους ή/και για την τωρινή τους κατάσταση τον οδηγούν σε σκέψεις και προβληματισμούς για την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης. Τα έξοδα νοσηλείας που καλείται να πληρώσει ο καθένας. Είναι και η γραφή που προβάλλεται ως μέσο διαφυγής από τη δυσχερή, δυσοίωνη κατάσταση.

[…] ξανανοίγουμε ύστερα από λίγο την οθόνη ευγνώμονες για την ευεργεσία της γραφής, που δίνει ένα νέο νόημα, μια άλλη κατεύθυνση και ένα νέο βάθος στη γνωστή διάσταση της προοπτικής και κατ’ επέκταση της ζωής, της απώλειας, της φυγής και του θανάτου. (σ. 123)

Επίσης, η αποδοχή ενός προβλήματος, μιας ασθένειας εν προκειμένω, η συμφιλίωση μαζί της και μια ελπίδα ότι κάτι μπορεί να αλλάξει.

Ολοπράσινοι οι βλαστοί των σιτηρών. Ένας ολοκάθαρος ουρανός πάνω απ’ το κεφάλι του. το αεράκι της άνοιξης φυσάει απαλά. Πέφτει ανάσκελα και ξαπλώνει στο πράσινο χαλί του αγρού. Κλείνει τα μάτια και τον παίρνει αμέσως ο ύπνος. Το κρώξιμο ενός κόρακα ακούγεται πέρα μακριά στον ορίζοντα και σιγά σιγά σβήνει. (σ. 171)

Ενδιαφέρων ο τρόπος που ο ένας χαρακτήρας χωνεύει μέσα στον άλλο. Ο νοσηλευτής παίρνει σταδιακά τη θέση του ασθενούς. Είχα να διαβάσω κάτι τέτοιο, να συντελείται με επιτυχημένο τρόπο, από το μυθιστόρημα του Δημήτρη Μίγγα Σπάνια χιονίζει στα νησιά (Πόλις, 2001), με άλλες παραμέτρους βέβαια και σε άλλες συνθήκες. Εκεί ο νεαρός φιλόλογος που επιμελείται τα γραπτά του Αίθωνα Βεντουρά, μετά τη μυστηριώδη εξαφάνιση του δεύτερου, νιώθει να ταυτίζεται όλο και περισσότερο με τον άνθρωπο που θαυμάζει, η ζωή του μπλέκεται με του Αίθωνα, όπως και οι γραφές τους [1].

Εξαιρετικά ενδιαφέρων ο τρόπος που αγγίζει ο αφηγητής νοσηλευτής το θέμα της μητέρας. Η απούσα μητέρα που στο μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης φαίνεται να έχει φύγει, αποδεικνύεται τελικά νεκρή. Ούτε ο πατέρας ούτε ο γιος μπόρεσαν να αποδεχτούν το γεγονός που ποτέ δεν συζήτησαν. Συγκλονιστικές οι σκηνές με τον πατέρα ντυμένο με το φουστάνι της μαμάς. Το θέμα αυτό, της απούσας μητέρας, είναι κεντρικό και σε δύο ακόμη έργα που γνωρίζω, Ένα άλλο Μπρούκλιν [2] και Η θλίψη είναι ένα πράγμα με φτερά [3].

Δεν είναι εύκολη υπόθεση οι μονόλογοι. Πρέπει να δώσουν πληροφορίες και ταυτόχρονα να δημιουργήσουν την κατάλληλη ατμόσφαιρα και να κρατήσουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Ο Χατζημωυσιάδης καταφέρνει να δώσει τη σωστή ατμόσφαιρα και την κατάλληλη θερμοκρασία στους μονολόγους του. Κοινός παρονομαστής στις μονολογικές αφηγήσεις των δύο προσώπων είναι οι βασανιστικές σκέψεις για το παρελθόν, για τον χρόνο και την αμείλικτη φθορά, για την απειλή του θανάτου που μπορούν να παρατηρούν και να περιγράφουν. Ο αναγνώστης ακολουθεί προσεχτικά τις αναδρομές των αφηγητών, τις φοβίες τους, τις παραισθήσεις και το παραλήρημά τους, που του επιτρέπουν να εισχωρήσει σε κρυφές πτυχές της ψυχής τους και να ψηλαφήσει μύχια συναισθήματα και τραύματα και επιθυμίες. Με προσπάθειες διαφυγής από όσα τους πληγώνουν, με ρόλους που μπλέκονται, με μαύρο χιούμορ.

Σημειώσεις

1. «Οι περιπλανήσεις της αφήγησης», Κ. Αδαλόγλου, περιοδικό Πόρφυρας, τεύχ. 108 (Ιούλ.-Σεπτ. 2003) και Νήματα της γραφής, πτυχές κειμένων, εκδ. Ρώμη, 2019, σ. 356-361.

2. Τζάκλιν Γούντσον, Ένα άλλο Μπρούκλιν, μετάφρ. Άννα Μαραγκάκη, εκδ. Πόλις, 2019.

3. Max Porter, Η θλίψη είναι ένα πράγμα με φτερά, μτφρ. Ι. Αβραμίδου, εκδ. Πόλις, 2018.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly
%d bloggers like this: