frear

Ο θάνατος μέσα μου – του Ευθύμιου Λέντζα

συνέχεια…

Σήμερα βρέχει όπως έβρεχε και χθες. Το μεσημέρι μ’ έχει καλέσει η μαμά για φαγητό. Από τότε που πέθανε ο μπαμπάς φροντίζω να μην της χαλάω χατίρι. Είναι Κυριακή∙ η Άννα δεν έχει ξυπνήσει ακόμη. Πολλά πρωινά, ο πόνος στη μέση μου γίνεται αφόρητος. Σαν ηλεκτρικό καλώδιο κατεβαίνει μέχρι τα δάχτυλα του δεξιού ποδιού. Και δεν θα με ενοχλούσε τόσο το κάψιμο αν δεν συνοδευόταν από ένα μακάβριο μούδιασμα. Αλήθεια, σε διαφορετική περίπτωση θα αισθανόμουν τόσο νέος!

Φόρεσα μια μάλλινη ζακέτα κι άνοιξα την πόρτα. Ήταν η κυρία Στέλλα του κάτω ορόφου που χτύπησε το κουδούνι. Έχασε το γατάκι της και ρωτούσε από διαμέρισμα σε διαμέρισμα τους ενοίκους αν είχαν δει κάτι. Με την ευκαιρία μου τόνισε να κανονίσω και το θέμα με τα κοινόχρηστα∙ θα βγει ο καινούργιος λογαριασμός και ήδη χρωστάω τους τρεις προηγούμενους. Έξυσα το πηγούνι μου ελαφρά και νομίζω πως της είπα: «καλά… καλά…» ή κάτι τέτοιο. Τη διαβεβαίωσα πως θα έχω το νου μου για το κοπρόγατό της.

Αυτή η κουβέντα ίσως να μην έγινε και ποτέ. Όση ώρα μου μιλούσε η κυρία Στέλλα, μια δεύτερη φωνή τρύπωνε στο μυαλό μου: το προηγούμενο βράδυ, η Άννα με ρώτησε αν την αγαπάω… δεν είπα τίποτα. Την πήρα στην αγκαλιά μου ακουμπώντας το στήθος στην πλάτη της. Ακούστηκε η κόρνα του τρένου καθώς περνούσε απ’ τη Σεπολίων με προορισμό τον σταθμό Λαρίσης. Έμπλεξα τα δάχτυλα στα μαλλιά της και κάπως έτσι κοιμηθήκαμε ενώ συνέχιζε να βρέχει.

Θα ήταν μεγάλη ευκαιρία για μένα αν έβρισκα αυτό το γατί. Θα με γλίτωνε από τη μουρμούρα της ιδιοκτήτριας κι ίσως να μπορούσα να γλιτώσω και κάνα νοίκι. Πρέπει να κινηθώ γρήγορα και με ακρίβεια. Ποιος ξέρει… Φτάνει το ζώο να βρίσκεται ακόμα ζωντανό. Το υπόγειο και ο ακάλυπτος είναι τα πρώτα μέρη που μου ήρθαν στο μυαλό. Μα είναι πολύ πρωί για να βάζω τη σκέψη μου σε τέτοιους μπελάδες. Αυτό που χρειάζομαι τώρα είναι μια κούπα ζεστός καφές. Και να πάει στο διάολο η κυρία Στέλλα με το κοπρόγατό της, τα κοινόχρηστα και το ενοίκιο∙ τι θέλω να μπλεχτώ σε τέτοια ιστορία;! άσε που μισώ και τις γάτες.

Ήπια τον ζεστό καφέ κι έπειτα ξύπνησα την Άννα. Γλίστρησα στο κορμί της και κάναμε έρωτα. Όταν τελειώσαμε καπνίσαμε δυο τσιγάρα κι ύστερα άλλα δύο και η Άννα με ρώτησε αν θα είχα πρόβλημα να έμενε στο σπίτι μου μερικές μέρες την εβδομάδα. Της είπα πως για μένα δεν αλλάζει κάτι φτάνει να συνεχίζουμε να περνάμε όμορφα. Χαμογέλασε… χαμογέλασα κι εγώ. Της έδωσα ένα ζευγάρι κλειδιά και τη φίλησα. Χαμογέλασε πάλι. Με χάιδεψε στο πρόσωπο και μπήκε στο μπάνιο. Δεν την είχα φανταστεί ποτέ πιο ωραία, ούτε εκείνη ούτε και τη ζωή μου. Μόλις συνειδητοποίησα πως σήμερα συμπληρώνονται τρία χρόνια από το θάνατο του μπαμπά… Το δωμάτιο έγινε ακόμα πιο σκοτεινό. Οι παλμοί μου ανέβηκαν και στη βεράντα σχηματίστηκε μια μικρή μπάρα από νερό και κίτρινα φύλλα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Helen Lundeberg. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly