frear

Για τις «Πέντε στάσεις» του Μάκη Τσίτα – γράφει ο Τάσος Καλούτσας

Θύματα βίας στην οικογένεια αλλά και πράξεις ψυχικού μεγαλείου
Μάκης Τσίτας, Πέντε στάσεις, Μεταίχμιο, Αθήνα 2020.

Είναι άραγε η οικογένεια ένας ακατάλυτος δεσμός σύμπνοιας, αμοιβαιότητας και αγάπης, όπως θα επιθυμούσαμε σε κάποια φάση της ζωής μας οι περισσότεροι να δημιουργήσουμε; Η αυθεντική λογοτεχνία με το ανυστερόβουλο (και καμιά φορά αδυσώπητο) νυστέρι της, έχει επιχειρήσει να ανατάμει αυτό που λέμε οικογενειακή ζωή, επικεντρώνοντας στα πεπραγμένα (λόγια, πράξεις, συμπεριφορές) και τους ρόλους των βασικών συντελεστών, δηλ. στο πατροπαράδοτο δίπολο των χαρακτήρων ενός ζευγαριού. Άλλοτε στρέφεται προς τη μεριά του άντρα (ως συντρόφου, εραστή, πατέρα), άλλοτε προς τη γυναίκα ή περιγράφει και τους δυο, με κάθε δυνατή ειλικρίνεια, ώστε εμείς ως αναγνώστες, να σχηματίζουμε τη δική μας άποψη και συχνά αθέλητά μας να ταυτιζόμαστε με κάποιον από τους πρωταγωνιστές, του οποίου τη στάση επιδοκιμάζουμε. Στη νουβέλα του Μάκη Τσίτα, μεταξύ των προσώπων που σκιαγραφούνται, αναμφίβολα εκείνη που εγγράφεται στη συνείδησή μας σχεδόν αρχετυπικά είναι της γυναίκας ηρωίδας, της Τασούλας, στην οποία αναφέρεται υπαινικτικά και ο τίτλος. Πέντε στάσεις είναι η διαδρομή που εκτελούσε καθημερινά αυτή η γυναίκα πηγαίνοντας στη δουλειά της (νοσοκόμα στο ΑΧΕΠΑ)∙ ένα άτομο με κλειστή και σχεδόν ανύπαρκτη κοινωνική ζωή, σε μια πόλη που δεν ήξερε (Θεσσαλονίκη) κι ούτε αξιώθηκε ποτέ να μάθει μέσα σε τριάντα χρόνια.

Παρ’ όλο που η σχέση της με τον Θεόφιλο εξαρχής οικοδομείται σ’ ένα γνήσιο ερωτικό αίσθημα, αυτό αλλάζει μετά τον γάμο, επειδή μεταβάλλεται άρδην και η στάση του απέναντί της. Μέσα από δραματικές εσωτερικές εντάσεις και συγκρούσεις, γινόμαστε μάρτυρες μιας αναίτια προσβλητικής συμπεριφοράς και απαξίωσης προς τη σύντροφο και μητέρα των παιδιών του, που έχει ως μοιραία κατάληξη τη δημιουργία ενός ζοφερού κλίματος «έλλειψης συνεννόησης» του ζευγαριού. Η ηρωίδα πάλι, από τη μεριά της, υιοθετεί μια «αμυντική» στάση, ελαφρά ειρωνική, ωστόσο υποταγμένη. Δεν λείπουν κάποιες εκρήξεις της, πάντως η αγανάκτησή της για τον «τσαμπουκά», την καταπίεση και τη βία που υφίσταται εκδηλώνεται περισσότερο προς τον εαυτό της. Τα καταπίνει όλα, για τους γνωστούς λόγους: Σκέφτεται τους γονείς και τα παιδιά της, δεν θέλει να μαθευτούν «τα χαΐρια» τους στο χωριό, δε θέλει να «διαλύσει το σπίτι της» κ.τ.λ. Αναρωτιέται βέβαια κανείς αν ισχύουν και σήμερα αυτού του είδους οι αναστολές, όμως πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πως εδώ η επιδέξια πένα του Μ.Τ. φιλοτεχνεί (και μνημειώνει) τον χαρακτήρα μιας ευαίσθητης γυναίκας με υπομονή και ανεκτικότητα που κερδίζει τον θαυμασμό μας, ένα ηθικό πρότυπο με ψυχικές αρετές (που θυμίζει –διαχρονικά- παλαιότερους τύπους γυναικών «της προσφοράς», ομολογουμένως ένα είδος δυσεύρετο στην εποχή μας).

Όταν βέβαια η έμπρακτη βία θα επεκταθεί επικίνδυνα και προς τους κατιόντες της οικογένειας, η Τασούλα αγριεύει. Μπορεί η ίδια να θυσίασε την προσωπική της ζωή –εφόσον αρνείται και να την ξαναφτιάξει– εντούτοις νοιάζεται άμεσα και πονάει, όπως είναι φυσικό, για το μέλλον των παιδιών της. Το χρέος της να τα προστατέψει αποδεικνύεται, θα έλεγα, σύμφυτο με τον σεβασμό και την αγάπη που τρέφει προς τους γονείς της.

Και πάλι όμως θα δοθεί η ευκαιρία, παρά τις όποιες σκηνές, τις χειροδικίες και τον αναπόφευκτο χωρισμό, να δείξει τη μεγαλοψυχία της: «Κρατούσα άλλο επίπεδο, δεν ήθελα να γίνω σαν τα μούτρα του!» θα μας πει. Κι ενώ ήξερε τα πάντα και για το άσχημο παρελθόν της δικής του οικογένειας, τα κρατούσε μέσα της για να μην τον φέρει σε δύσκολη θέση, μέχρι που το ποτήρι ξεχείλισε. Τότε έφτασε στο σημείο να τον καταραστεί.

Το τέλος της νουβέλας γίνεται σπαρακτικό, με την αναπάντεχη ψυχολογική μεταστροφή του Θεόφιλου και την, παρ’ όλα αυτά, συμπονετική στάση της απέναντί του. Αναρωτιέται κι η ίδια γιατί το κάνει αυτό –και δεν του χαλάει χατίρι– όμως το κάνει. Και ίσως όσα λέγονται και γίνονται στις τελευταίες παραγράφους να της προσφέρουν μια ελάχιστη «ανταμοιβή» και ικανοποίηση…

Όμως για μένα το επίτευγμα του δόκιμου νέου πεζογράφου μας Μ.Τ. είναι η αμεσότητα που κατάφερε να δώσει στο σύντομο χαμηλόφωνο αφήγημά του, όσον αφορά το επίπεδο της έκφρασης. Διαβάζουμε μια εξομολογητική πρωτοπρόσωπη αφήγηση με λόγο ευθύβολο και εμπράγματο, που έχει ενσωματώσει και τους διαλόγους που διαμείβονται μεταξύ των προσώπων, με λιτότητα κι εκφραστικότητα. Μια αφήγηση από την οποία έχει αφαιρεθεί καθετί περιττό (π.χ. τα πολλά καλολογικά στοιχεία) κι έχουν μείνει τα απολύτως αναγκαία, δηλ. όσα κάνουν την κουβέντα μας πιο ουσιαστική και δραστική. Συντελεί σ’ αυτό η χρήση μιας καθημερινής λαϊκής γλώσσας (που κράτησε και την εντοπιότητά της, λ.χ. με είπαν, με κάνεις πλάκα), ενώ στα κρίσιμα σημεία μεταχειρίζεται δυνατές μεταφορές (της λέει της Τασούλας η καθηγήτρια Παπασταύρου: «Στάθηκες κερί αναμμένο!»). Απ’ αυτή την άποψη, προσωπικά είχα την αίσθηση πως μορφή και περιεχόμενο έδεσαν τόσο ταιριαστά, ώστε η νουβέλα να μας παραπέμπει σε ανάλογα κλασικά κείμενα της λίγο παλαιότερης ή και της σύγχρονης γραμματείας μας, που διακρίθηκαν για τη γλωσσική τους οικονομία.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Νικόλαος Ξυδιάς Τυπάλδος (Ληξούρι Κεφαλονιάς, 1826 – Αθήνα, 1909) . Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly