frear

«Θέλω μια χάρη…» – της Νίκης Μπλούτη

«Ζύγωσε πιο κοντά να σου πω… Δε θέλω ν’ ακούνε οι άλλοι. Άμα πεθάνει πρώτος ο πατέρας σου, θέλω να μου κάνεις μια χάρη. Να πας κι εσύ εκεί που θα σκάψουνε τον τάφο του κοριτσιού για να βάλουνε τον πατέρα σου. Πρέπει να είναι κι ένας δικός μας κοντά όταν θα βγάλουνε τα κοκαλάκια του, και να προσεύχεται για την ψυχούλα του. Θα τα πλύνετε καλά κι ύστερα θα τα βάλετε μέσα σε μια καθαρή μαξιλαροθήκη δικιά μας. Να διαλέξεις μια απ’ τις καλές που έχω στο δεύτερο συρτάρι. Αυτή θα τη βάλετε ξανά πίσω στον τάφο, στον κόρφο του πατέρα σου. Πρόσεχε, όχι στα πόδια του, όπως κάνουν κανονικά, αλλά στον κόρφο του. Θέλω να ηρεμήσει το μαναράκι μου, τόσα χρόνια είναι μονάχο του. Αυτό το βράδυ τώρα που θα ξενυχτάτε τον πατέρα σου, θέλω μια χάρη από σένα. Να μου φέρεις τη μαξιλαροθήκη με τα κοκαλάκια του παιδιού, να κοιμηθούμε ένα βράδυ αγκαλιά. Θέλω να το κρατήσω στον κόρφο μου για μια φορά ακόμα, όσο είμαι ζωντανή. Να του πω τραγούδια και να το ντατέψω, όπως τότε. Τ’ ακούς; Μονάχα εσύ μπορείς να το κάνεις. Δε χρειάζεται να το πεις σε κανέναν. Αν είχα τα ποδαράκια μου και μπορούσα να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι θα το έκανα μονάχη μου και δε θα μ’ έπαιρνε κανένας χαμπάρι. Κοίτα κακομοίρα μου μη δεν το κάνεις. Δε θέλω να σε βάλω να μου ορκιστείς, δε το ’χω σε καλό. Πες πως είναι η τελευταία επιθυμία μου.

»Άμα, όμως, φύγω εγώ πρώτη θέλω να έχεις το νου σου στα ρούχα που ετοίμασα για το ταξίδι. Να τα πάρεις από τώρα, να τα ομορφοπλύνεις και να ομορφοσιδερώσεις. Κολλαριστά τα θέλω να μη μας γελάει ο κόσμος. Να, εκεί παδά τα έχω όλα, στο τρίτο το συρτάρι, τυλιγμένα σ’ ένα μεγάλο, λευκό σεντόνι όλα. Εσώρουχα, κάλτσες, σεντόνια, μαξιλάρια, πετσέτες. Όλα διπλά τα έχω και για τον πατέρα σου. Δε θέλω να μας βάλετε αυτά τα έτοιμα τα ψεύτικα που βάζουνε σήμερα. Θέλω να δικά μου με τις δαντέλες που έπλεξαν τα χεράκια μου. Κοίτα, κοίτα πώς στραβώσανε και τα δυο απ’ την πολλή δουλειά. Στο ένα δεν ανοίγουνε καθόλου τα δάχτυλα… Βλέπεις;

»Συννέφιασες ε; Μη σου κακοφαίνεται μανούλα μου. Έτσ’ είν’ η ζωή. Οι γονείς πρέπει να φεύγουνε πρώτοι. Αυτός είναι ο σωστός κύκλος. Να παρακαλάς μονάχα και να προσεύχεσαι, να μη χαλάσει ποτέ αυτός ο κύκλος στη ζωή σας, όπως χάλασε ο δικός μας, τότε που ο Θεός μάς πήρε την αδερφούλα σας. Αυτός ο πόνος δε συγκρίνεται με κανέναν άλλον για τον γονιό που έχασε παιδί. Τίποτ’ άλλο να μη ζητάτε.»

Αυτά ήταν τα λόγια της μάνας, δυο χρόνια πριν, όταν αρρώστησε ξαφνικά ο πατέρας και φοβήθηκε πως θα τον χάσουμε. Ένα χρόνο τώρα πάσχει από άνοια και, παρόλο που κάποιες φορές έχει κάποιες αναλαμπές και θυμάται πολλά πράγματα, κυρίως από το παρελθόν, αυτά που μου εμπιστεύτηκε εκείνο το βράδυ δεν μου τα έχει αναφέρει ξανά από τότε. Σήμερα, καθώς τακτοποιούσα κάποια συρτάρια στο σπίτι τους, βρέθηκα αντιμέτωπη μ’ εκείνο το λευκό σεντόνι που είχε τυλίξει τα ρούχα για το τελευταίο τους ταξίδι. Το έβγαλα με ευλάβεια απ’ το συρτάρι, όταν αντιλήφθηκα με μια πρόχειρη ματιά ότι πρόκειται γι’ αυτά, και μετέφερα τον μικρό μπόγο στο διπλανό δωμάτιο για να μη με πάρουν χαμπάρι οι γονείς μου. Είναι κι οι δυο τους κατάκοιτοι κι αυτό με πονάει φοβερά. Ξετύλιξα το σεντόνι πάνω στο κρεβάτι κι έβγαλα ένα ένα τα ρούχα που είχε ετοιμάσει η μάνα μου, όταν ακόμα δούλευαν τα χεράκια της και το μυαλό της. Δυο λευκά σεντόνια με χειροποίητη δική της δαντέλα, δυο μαξιλάρια με την ίδια δαντέλα στο τελείωμα, δυο λευκές πετσέτες, εσώρουχα και κάλτσες του πατέρα, εσώρουχα και κάλτσες δικά της κι ένα φακελάκι με άρωμα λεβάντας, απ’ αυτά που μου ζητούσε να της φέρω για τις ντουλάπες της. Δεν περιγράφεται η φόρτιση εκείνης της «άγιας» στιγμής. Τα χάιδευα για ώρα με μάτια βουρκωμένα παλεύοντας να πνίξω το παράπονο που φούσκωνε μέσα μου, καθώς θυμόμουνα την τελευταία χάρη που μου ζήτησε εκείνο το βράδυ που αρρώστησε ο πατέρας.

«Τι κάνεις εκεί μέσα τόση ώρα; Θα ’ρθείς εδώ να πούμε δυο κουβέντες;» μου φώναξε κάποια στιγμή απ’ το άλλο δωμάτιο. «Έρχομαι μαμά, τακτοποιούσα κάποια ρούχα σας, να μην ξεχάσω να τα πάρω μαζί μου να τα πλύνω», της είπα κι άρχισα να τα τοποθετώ ξανά, ένα ένα, με προσοχή, μέσα στο λευκό σεντόνι. Τα άφησα πρόχειρα πάνω στο κρεβάτι για να μην ξεχαστώ να τα πάρω μαζί μου. Μπαίνοντας στο δωμάτιο χάζευαν κι οι δυο τους στην τηλεόραση. Η μάνα μου με κοίταξε με συστολή και μ’ ένα αμυδρό χαμόγελο που ανθίζει συνήθως στα χείλη της, όταν καταλαβαίνει πως δε θυμάται καλά, με ρώτησε για τρίτη φορά. «Εσύ τώρα έχεις παντρέψει κανένα παιδί;»

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Το πρώτο μας ηλεκτρονικό τεύχος είναι εδώ

mag.frear.gr