frear

Αιφνίδιος θάνατος – γράφει ο Τάσος Αναστασίου

Ο Νεκτάριος δεν ήξερε γιατί είχε επηρεαστεί τόσο πολύ. Δεν τον σκεφτόταν βέβαια συνέχεια, όμως όποτε τον σκεφτόταν ένιωθε αφόρητη θλίψη, σαν να είχε φύγει ένας δικός του άνθρωπος. Μήπως στην πραγματικότητα επρόκειτο για τύψεις;

Γιατί στην τελευταία συνάντησή τους είχε κάνει –κι όχι ακριβώς για πρώτη φορά– κακόβουλες σκέψεις.

– Το πεντάευρο είναι κομμένο και κολλημένο με σιλοτέιπ. Δεν μπορώ να το δεχτώ, είχε πει ο κ. Μενέλαος απλώνοντας το χέρι του, το βλέμμα του λίγο στο πλάι.

Ο Νεκτάριος είχε πάρει πίσω το πεντάευρο κι είχε δώσει εικοσάευρο, λέγοντας:

– Συνήθως διαμαρτύρεται ο πελάτης, όχι ο μαγαζάτορας.

Κι είχε βγει από το ψιλικατζίδικο χωρίς να ευχαριστήσει, σκεφτόμενος ότι ο κ. Μενέλαος δεν ήταν εντάξει. Λες και θα δυσκολευόταν να ξεφορτωθεί το πεντάευρο· λες και τόσα μετρητά που έπαιρνε, τι τα έκανε, δεν τα έβαζε στην τράπεζα. Ιδιότροπος άνθρωπος. Όχι ακριβώς τσιγκούνης, αλλά παράξενος με τα χρήματα. Έπειτα όμως είχε σκεφτεί ότι όσες φορές είχε έρθει ν’ αγοράσει κάτι και του έλειπε ένα ποσόν, ο Κυριούλης του έλεγε να μην αγχώνεται, ας πήγαινε στη δουλειά του κι αύριο μέρα ήταν. «Μήπως θα χαθούμε; Μια γειτονιά δεν είμαστε; Με πληρώνεις αύριο», έλεγε.

Κυριούλη τον αποκαλούσε η Αναστασία, η γυναίκα του Νεκτάριου, επειδή ο κ. Μενέλαος ήταν στρουμπουλός, με αφράτα παχιά μάγουλα κι ένα φωτεινό χαμόγελο στο σκουρομελάχρινο πρόσωπό του. Παρά την ηλικία του (πάνω από εξήντα ετών), είχε άφθονα μαύρα μαλλιά κι οι λίγες γκρίζες τρίχες των κροτάφων του εξαφανίζονταν μπροστά στη γενική εντύπωση.

Την ίδια εκείνη μέρα της δυσαρέσκειάς του με τον κ. Μενέλαο, ο Νεκτάριος, επιστρέφοντας το απόγευμα απ’ το σχολείο που δούλευε, βρήκε το ψιλικατζίδικο κλειστό. «Πώς το έπαθε», σκέφτηκε. «Να κάτι που σπάει τη μονοτονία της καθημερινότητας. Και που συνάμα δείχνει το απρόβλεπτο της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ο Κυριούλης κλειστός. Φαντάσου!». Μήπως είχε αρρωστήσει; Αλλά σε μια τέτοια περίπτωση, δεν θα έστελνε, όπως είχε κάνει κι άλλες φορές στο παρελθόν, τον γιο του στη θέση του;

Πράγματι το «Λίγο απ’ Όλα» (έτσι επιγραφόταν το ψιλικατζίδικο) δεν ήξερε Κυριακές κι αργίες: άνοιγε όλες τις ημέρες του έτους, απ’ το πρωί στις επτάμιση μέχρι το βράδυ στις δέκα –με εξαίρεση τα Χριστούγεννα και την Κυριακή του Πάσχα που άνοιγε μέχρι το μεσημέρι. Γεγονός από μόνο του αξιοσημείωτο και το οποίο η Αναστασία κι ο Νεκτάριος, εδώ και τρία χρόνια που ζούσαν στη γειτονιά, δεν παρέλειπαν κατά καιρούς να το σχολιάζουν μεταξύ τους με θαυμασμό και ειρωνεία.

Ούτε την επόμενη μέρα άνοιξε το «Λίγο απ’ Όλα». Σίγουρα ο Κυριούλης ήταν άρρωστος. Αλλά το πρόβλημα της απουσίας αντικαταστάτη παρέμενε. Κι ο Νεκτάριος δεν ανεχόταν εκκρεμότητες στις απορίες του, πάντα του ήταν έτσι και δεν θ’ άλλαζε τώρα στα πενήντα του –ήθελε να βρίσκει τα αίτια και τις συνέπειες γεγονότων και συναισθηματικών καταστάσεων –και μάλιστα όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικά, με άλλα λόγια: επιστημονικά. Κι όπου δεν αρκούσε η επιστήμη για να εξηγήσει κάτι (και σε πολλά δεν αρκούσε), επιστράτευε την εφευρετικότητά του κι έδινε μια αυθαίρετη, λογικοφανή εντούτοις, εξήγηση. Για παράδειγμα, στο ζήτημα της Μεγάλης Έκρηξης, επειδή δυσκολευόταν να χωνέψει τον ισχυρισμό ότι από το Μηδέν προήλθε ξαφνικά η Ύλη –κατέληξε στην παραδοχή της αυθυπαρξίας της, του φαινόταν πιο πιθανή, λιγότερο παράλογη. Όσον αφορά στα πιο σημαντικά, στο νόημα της ζωής, ας πούμε –ωραία, έλεγε, τέτοιο πράγμα από καθαρά λογική άποψη δεν υφίσταται –ωστόσο υφίστανται απόπειρες νοήματος εκ μέρους διάφορων ανθρώπων, άρα δεν χρειαζόταν κανείς να σπάει το κεφάλι του, είναι οι άνθρωποι που παράγουν τα νοήματα, ευδαιμονία, ελευθερία, δικαιοσύνη, έτσι παίζεται το παιχνίδι κι όποιος αντέξει.

Το απόγευμα η Αναστασία, καθώς μετέφερε με το αυτοκίνητό της τον γιο τους κι έναν φίλο του στο ποδόσφαιρο, πέρασε από το ψιλικατζίδικο και μονολόγησε κάτι για την απουσία του Κυριούλη. «Πέθανε», είπε ο φίλος του γιου τους, «έτσι μου είπε η μαμά μου».

– Κοίτα υπερβολές, είπε ο Νεκτάριος όταν το άκουσε. Είδες πώς τα παιδιά το τόσο το κάνουν τόσο;

– Ο Κυριούλης καπνίζει πολύ, είπε η Αναστασία. Ίσως πήγε στο νοσοκομείο κι η γειτονιά τα παραφούσκωσε.

Η Αναστασία είχε άλλο χαρακτήρα: δεν την απασχολούσε αν θα έβρισκε μια εύλογη και καθησυχαστική εξήγηση για κάποιο γεγονός που τραβούσε την προσοχή της, εντούτοις αγχωνόταν πολύ εύκολα. Στην προκειμένη περίπτωση απλώς χαμογέλασε και θύμισε στον Νεκτάριο πως ο Κυριούλης είχε γίνει χωρίς να το καταλάβουν προβεβλημένο στέλεχος του περιβάλλοντός τους. Τον έβλεπαν συχνότερα απ’ ό,τι έβλεπαν τους φίλους τους, τους συγγενείς τους, τους συμμαθητές του γιου τους.

Αφότου είχαν μετακομίσει στην περιοχή, περνούσαν καθημερινά σχεδόν από το μαγαζί του για να ψωνίσουν –ιδίως καραμέλες ή πατατάκια ή σοκολάτες για τον γιο τους, που ήταν ντροπαλός και δεν κατέβαινε ο ίδιος ν’ αγοράσει. Συχνά στις επίσημες αργίες έβγαιναν στη βεράντα τους και, κοιτώντας κάτω στον δρόμο, έλεγαν ο ένας στον άλλο: «Άνοιξε πάλι ο Κυριούλης!». Ή ρωτούσε η Αναστασία: «Ο Κυριούλης είναι ανοικτός;» «Ε, βέβαια!» «Όχι που δεν θα ήταν!». Η επιμονή του προφανώς τους διασκέδαζε, σαν αθώο παιδικό πείσμα, ή μπορεί και να τους έδινε μια καθησυχαστική αίσθηση σταθερότητας, σαν επαληθευμένη δοξασία.

Την επόμενη μέρα το ψιλικατζίδικο άνοιξε. Ο Νεκτάριος, κοιτώντας το πρωί από το μπαλκόνι, κούνησε το κεφάλι του. Οι ανατροπές της καθημερινότητας στην εποχή μας ποτέ δεν διαρκούσαν. Μερικές ώρες αργότερα, επιστρέφοντας από τη δουλειά του αφηρημένος, σκεφτόμενος έναν μαθητή του, που δεν καταλάβαινε τη λύση ενός προβλήματος, όσο κι αν του την εξήγησε, μπήκε στο ψιλικατζίδικο, για να πάρει κόκα-κόλα. Στο ταμείο στεκόταν ο τριαντάχρονος γιος του Κυριούλη –λίγο πιο ψηλός από τον πατέρα του κι αρκετά λεπτότερος, αλλά με παρόμοια μελαχρινή όψη κι ηρεμία.

– Ο κ. Μενέλαος καλά είναι; ρώτησε ο Νεκτάριος.

– Δεν τα μάθατε; είπε θλιμμένα ο νεαρός. Τον χάσαμε προχθές.

Ο Νεκτάριος χαμήλωσε το βλέμμα του, έπειτα κοίταξε την ήρεμη θλίψη στο πρόσωπο του νεαρού.

– Συλλυπητήρια, είπε και ξεκίνησε να φύγει χωρίς να γυρίσει την πλάτη του, οπισθοχωρώντας μέχρι που έφτασε στην πόρτα.

Για φαντάσου! Ώστε ο φίλος του γιου του, τα λόγια του οποίου έμοιαζαν ανόητες υπερβολές, είχε δίκιο. Μα πώς συνέβη; Ο Νεκτάριος ήθελε να ρωτήσει (τι πιο φυσικό;), αλλά δεν μπόρεσε.

Καρδιακή προσβολή προφανώς. Από τη μια στιγμή στην άλλη.

Η Αναστασία, όταν το έμαθε, είπε:

– Κι εγώ νόμιζα πως επρόκειτο για διαδόσεις! Αλλά τώρα που το σκέφτομαι… Ο Κυριούλης κάπνιζε συνέχεια και μάλιστα με ανοικτό τον κλιματισμό. Του το είχα πει. Έσβηνε το ένα, άναβε το άλλο. «Ε, άμα είναι να έρθει η ώρα σου, θα έρθει», μου έλεγε. Ξεροκέφαλος, νόμιζε πως ήταν αθάνατος.

Ώστε ο κ. Μενέλαος δεν υπήρχε πια! Ο Νεκτάριος προσπάθησε ν’ απεικονίσει στο μυαλό του την απουσία αυτή μέσα στο «Λίγο απ’ Όλα», όμως δεν τα κατάφερε: ο κ. Μενέλαος βρισκόταν στο μαγαζί του, στη γειτονιά, δεν ήταν δυνατόν να μη βρισκόταν –πώς μπορούσε να υπάρχει το ένα χωρίς το άλλο;

Σταμάτησε ν’ αμφιβάλλει για τον θάνατο του μαγαζάτορα το επόμενο πρωί που αντίκρισε στην πόρτα του κλειστού ψιλικατζίδικου την ανακοίνωση της κηδείας: «Κηδεύουμε τον αγαπητό σύζυγο, πατέρα και αδελφό Μενέλαο Λυριτζή –Ετών 62». Τον καημένο! Τη μια στιγμή ορατός· κι αμέσως, προτού προλάβεις ν’ αποστρέψεις το βλέμμα σου, αόρατος. Ένα τίποτα εκεί μπροστά σου. Ο Νεκτάριος είχε βιώσει πριν από λίγα χρόνια τον θάνατο των γονιών του, αλλά τότε δεν είχε εκπλαγεί, αφού αυτός είχε έρθει ύστερα από αρρώστιες, επιδεινώσεις καταστάσεων, εισαγωγές σε νοσοκομεία. Τώρα όμως; Άσε που ο κ. Μενέλαος έσφυζε από ζωή κι έδειχνε μικρότερος από την ηλικία του. Οπωσδήποτε ο Νεκτάριος δεν είχε λόγο να νιώθει αφόρητη θλίψη: δεν επρόκειτο για δικό του άνθρωπο. Και πράγματι δεν στενοχωριόταν ακριβώς· περισσότερο θύμωνε· περισσότερο αδυνατούσε να ηρεμήσει. Τον τρέλαινε το εξωφρενικό της εξαφάνισης, η αστραπιαία εισβολή του κενού.

Η κηδεία έγινε μεσημέρι κι ο Νεκτάριος δεν κατάφερε να πάρει άδεια από το σχολείο του και να παραβρεθεί. Επισκέφθηκε όμως το ψιλικατζίδικο μια μέρα μετά την κηδεία για να ψωνίσει. Ο νεαρός στεκόταν στον πάγκο, ντυμένος στα μαύρα και κάπως σαν αφηρημένος. Αντάλλαξαν τυπικές μόνο κουβέντες κι ο Νεκτάριος δεν ρώτησε τίποτα για τον κ. Μενέλαο. Φεύγοντας διέκρινε στο πάτωμα κοντά στην είσοδο έναν μαύρο λεκέ που χρειαζόταν επειγόντως σφουγγάρισμα. Ο Κυριούλης τα πρόσεχε αυτά. Προφανώς ο γιος του είχε ανοίξει το μαγαζί κατ’ ανάγκην, για να μην του μείνουν προϊόντα άμεσης κατανάλωσης. Μια δυσαρέσκεια κατέλαβε τον Νεκτάριο. Απέναντι στον νεαρό; Απέναντι στον εαυτό του; Μια δυσαρέσκεια, σαν να είχε κάνει ανάρμοστη πράξη. Απέναντι στον εαυτό του λοιπόν.

Μήπως επειδή δεν είχε πάει στην κηδεία; Η αλήθεια είναι ότι δεν το είχε επιδιώξει φανατικά: δεν γνώριζε τη σύζυγο του Κυριούλη ούτε την κόρη του ή συγγενείς του. Αλλά και τον νεαρό που ερχόταν στο μαγαζί, όταν έπρεπε για κάποιο λόγο να λείψει ο πατέρας του, τον είχε αντικρίσει ελάχιστες φορές. Θα συναντούσε βέβαια στο νεκροταφείο μερικούς από τη γειτονιά –δεν μπορεί να μη συναντούσε. Αλλά με κανέναν δεν είχε ιδιαίτερες σχέσεις. Στην πραγματικότητα δεν τον ένοιαζε η απουσία του από την κηδεία –ήταν φυσική κι αναμενόμενη –ποιος θα είχε απαίτηση απ’ αυτόν να παρευρεθεί;

Άρα ήταν τύψεις. Δεν είχε αφήσει καλή εντύπωση στον Κυριούλη. Τα τελευταία λόγια που είχαν ανταλλάξει μπορεί να μην άξιζαν να θεωρηθούν αψιμαχία, είχαν εντούτοις μια αρνητική φόρτιση.

Τις επόμενες μέρες ο Νεκτάριος σκεφτόταν τον θάνατο του Κυριούλη συχνά. Έβγαινε να πάει στη δουλειά του κι αμέσως, αντικρίζοντας την είσοδο του ψιλικατζίδικου, μελαγχολούσε. Το ίδιο κι όταν επέστρεφε απ’ τη δουλειά του. Δεν ήταν πλέον ένα περιστατικό στο περιθώριο της καθημερινότητας: γινόταν όλο κι εμφανέστερο, ερχόταν στο προσκήνιο, αποκτούσε μια σημασία διόλου αναμενόμενη.

– Είναι πάντως απίστευτο, είπε της Αναστασίας ένα απόγευμα.

Στέκονταν στο μπαλκόνι και κοιτούσαν κάτω στον δρόμο κι η Αναστασία αμέσως κατάλαβε σε τι αναφερόταν η φράση του.

– Τρομακτικό, είπε. Νέος άνθρωπος. Ε, τι να κάνουμε. Στενοχωριέμαι αλλά δεν θα κλάψω κιόλας. Τι μας ήταν ο κ. Μενέλαος; Τίποτα. Μην κρυβόμαστε πίσω απ’ το δάκτυλό μας.

Τα λόγια της δεν παραξένεψαν τον Νεκτάριο: η Αναστασία μερικές φορές μιλούσε με μια σκληρότητα που, κατά τη γνώμη του, δεν ήταν παρά κλασική γυναικεία άρνηση για περαιτέρω επεξεργασία των γεγονότων κι αναζήτηση νοημάτων.

Φυσικά πρέπει να το καταλάβαινε κι η ίδια πως αυτό το τίποτα δεν ίσχυε. Τον Κυριούλη τον είχαν βρει στη γειτονιά και τον θεωρούσαν αναπόσπαστο μέρος της. Επιπλέον αποτελούσε κι ένα στήριγμα της καθημερινότητάς τους: Ήξεραν ότι αν ξέμεναν από κάποια πράγματα, πελτέ, γάλα, βετέξ ή αντικουνουπικό, μπορούσαν να τρέξουν στο μαγαζί του. Εισέρχονταν στον προθάλαμο (μια περιφραγμένη με ψηλό ξύλινο φράχτη αυλή, όπου στέκονταν τα ψυγεία καθώς και δύο μεγάλες προθήκες με περιοδικά) κι άκουγαν το ειδοποιητήριο κουδούνισμα, έπειτα, μπαίνοντας στο κυρίως μαγαζί, αντίκριζαν το αστραφτερό φρεσκοσφουγγαρισμένο πάτωμα, τους πάγκους με τις λιχουδιές (σοκολάτες, μπισκότα, τσίχλες), τα ράφια στους τοίχους με τα άλλα είδη (τσιγάρα, κονσέρβες, απορρυπαντικά), και στο βάθος, πίσω από ένα σύννεφο καπνού, τη μελαχρινή όψη του Κυριούλη και το άνοιγμα του χαμόγελού του. Δεν ήταν τόσο η χρησιμότητά του ως εμπόρου: μεγαλύτερο ρόλο έπαιζε η ευγενική του παρουσία. Ήξεραν ότι υπήρχε κάποιος με τον οποίο, ακόμα και στην ερημιά του Δεκαπενταυγούστου (γιατί, ναι, άνοιγε και τότε), μπορούσαν να πουν μια καλημέρα.

Για τον Κυριούλη προφανώς η εργασία ήταν το νόημα της ζωής του –η συνήθειά του, το πάθος του. Επιπλέον είχε δύο παιδιά, τον γιο που τότε δούλευε σερβιτόρος σ’ ένα εστιατόριο στον Άλιμο (δεν ήταν απαραίτητος σε καθημερινή βάση στο ψιλικατζίδικο) και μια κόρη που σπούδαζε. Και τα δυο παιδιά πάντως χρειάζονταν οικονομική βοήθεια, έτσι έλεγε ο Κυριούλης. Ο Νεκτάριος τον καταλάβαινε κι εκτιμούσε την εργατικότητά του, εντούτοις, επειδή από τα νιάτα του έτρεφε μιαν ανόητη προκατάληψη απέναντι σε όσους δεν ενδιαφέρονταν πρωτίστως για τις απολαύσεις, γυναίκες, αλκοόλ, ταξίδια –κατά βάθος τον έβλεπε σαν ένα αφελές άτομο που εύκολα είχε επιτρέψει να ξεγελαστεί από την κοινωνία. Ο ίδιος ο Κυριούλης, με τον στερεότυπο λόγο του, ενίσχυε την εντύπωση του αφελούς: σε διαβεβαίωνε ότι το μαγαζί του λεγόταν «Λίγο απ’ Όλα», επειδή είχε λίγο απ’ όλα («Όχι, πες μου. Ψέματα λέω;», συμπλήρωνε). Όσο για τον γιο του Νεκτάριου, κάθε μέρα, σύμφωνα με τον Κυριούλη, έπαιρνε μπόι, αλλά σε ποιον θα έμοιαζε, δεν θα έμοιαζε στον πατέρα του; Όταν ο Νεκτάριος αγόραζε μια μπύρα, έπρεπε να την παίρνει σε σακούλα γιατί «Χρειάζεται ο κόσμος να βλέπει τι κρατάς και να σχολιάζει;». «Με κατάλαβες; Καταλαβαίνεις πώς το λέω;» ρωτούσε ο Κυριούλης στο τέλος κάθε συνομιλίας, λες κι είχε προηγηθεί κάποια υπαινικτική ή περίπλοκη φράση.

Δυο-τρεις μέρες αργότερα, όταν ο Νεκτάριος χρειάστηκε ξαφνικά μπύρα, πήγε σ’ ένα ψιλικατζίδικο που βρισκόταν μακρύτερα, σε άλλη γειτονιά. Ο ιδιοκτήτης (μπορεί όμως να ήταν κι απλός υπάλληλος) μετά βίας είπε «καλημέρα» και μετά βίας σήκωσε το βλέμμα του από την αθλητική εφημερίδα που είχε ανοικτή μπροστά του. Παρέμεινε συνοφρυωμένος καθ’ όλην τη διάρκεια της συναλλαγής κι έμοιαζε να ενοχλείται από τη διατάραξη της αναγνωστικής του προσήλωσης. Ο Νεκτάριος επίτηδες τον ευχαρίστησε πρόσχαρα. Καμία μεταστροφή. Ο ιδιοκτήτης, μουρμουρίζοντας ένα ευχαριστώ, συνοφρυώθηκε ακόμα περισσότερο, σαν να ζοριζόταν. Αν βέβαια ήταν ιδιοκτήτης.

Παρόλα αυτά ο Νεκτάριος βγήκε από το ψιλικατζίδικο ανακουφισμένος. Κάπως σαν να τον ευχαριστούσε που δεν χρειαζόταν να βασίζεται μόνο στο «Λίγο απ’ Όλα» για τα ψώνια του. Όπως μερικές φορές, όταν έκανε μάθημα σε μια ομάδα μαθητών με τους οποίους για κάποιο λόγο δεν τα έβρισκε, σκεφτόταν πως του χρόνου θα έφευγαν, του χρόνου θα έρχονταν άλλοι, κι ένιωθε ανακούφιση –μια αίσθηση ελευθερίας.

Αλλά έτσι δεν πρόδιδε τον Κυριούλη; Κανονικά έπρεπε να παραμείνει πελάτης στο μαγαζί του τιμώντας τη μνήμη του. Τουλάχιστον ο Κυριούλης δεν ήταν κατσούφης, δεν ήταν ανθρωποδιώκτης.

Είχε βέβαια τις παραξενιές του, όμως αυτές ήταν λίγες –άσε που περιέργως τον έκαναν να φαίνεται ακόμα πιο συμπαθητικός. Δεν του άρεσε να του δίνεις δίλεπτα και μονόλεπτα (το χαμόγελό του έσβηνε αυτομάτως)∙ όταν πήγαινες Κυριακή οκτώ η ώρα και του ζητούσες εφημερίδα, δεν σου έδινε, έπρεπε πρώτα να τις τακτοποιήσει όλες στα ράφια (πράγμα που έκανε με το πάσο του)· επίσης δεν ήθελε να του ζητάς πάνω από δύο εισιτήρια για το μετρό: κι αντί να σου εξηγήσει ποιο ήταν το πρόβλημα, δεν μιλούσε, απλώς το πρόσωπό του συννέφιαζε.

Ωστόσο, αυτά τα στιγμιότυπα ο Νεκτάριος έπρεπε να ζορίσει τον εαυτό του για να τα θυμηθεί. Αντίθετα, η γενική του εντύπωση από τον Κυριούλη αναδυόταν αυτομάτως στις σκέψεις του προκαλώντας του απαρηγόρητη θλίψη.

– Ξέρεις γιατί οι μικροθυμοί του μ’ ενοχλούσαν; είπε στην Αναστασία ένα άλλο απόγευμα. Επειδή έρχονταν σε αντίθεση με τη γενικότερη προσήνειά του. Ταυτόχρονα όμως, ίσως επειδή είχαν κάτι το κωμικό, ενίσχυαν την εντύπωση της προσήνειάς του.

– Είχε τις λόξες του, είπε η Αναστασία.

– Ξέρεις τίποτε άλλο γι’ αυτόν;

– Όχι. Δεν μιλούσε. Μόνο τα τυπικά. Υπερβολικά ευγενικός αλλά μέχρις εκεί. Εντάξει, ρε παιδί μου, αλλά κι η τόση τυπικότητα μερικές φορές σ’ εκνεύριζε.

Ο Νεκτάριος κοίταξε κάτω το ψιλικατζίδικο. Έπειτα κοίταξε τον δρόμο στον οποίο βρισκόταν η είσοδος του μαγαζιού κι ο οποίος κατηφόριζε ανεπαίσθητα καταλήγοντας σ’ ένα πάρκο. Τα περισσότερα σπίτια δεξιά κι αριστερά ήταν διπλοκατοικίες, αλλά κι οι λίγες πολυκατοικίες, έτσι που δεν ήταν στριμωγμένες κι είχαν όλες μεγάλες πυλωτές με λουλούδια, έδιναν την αίσθηση ομορφιάς και αρμονίας. Σε γενικές γραμμές η γειτονιά προκαλούσε μια ειδυλλιακή ευχαρίστηση, παρόλο που δεν έλειπαν οι εκνευρισμοί: νερά που έτρεχαν αδικαιολόγητα στα ρείθρα, σκουπίδια που τα περιέφερε ο αέρας στα πεζοδρόμια ή μηχανάκια που ορμούσαν ανάποδα στους μονοδρόμους.

Ο Νεκτάριος θυμήθηκε ότι η Αναστασία ήταν αυτή που είχε βαφτίσει τον κ. Μενέλαο Κυριούλη, και στράφηκε πάλι προς το μέρος της. Έτσι λοιπόν: στην πράξη της εκείνη δεν υπήρχε αναγνώριση της καλοσύνης του, αλλά ειρωνεία. Η υπερβολική ευγένεια του κ. Μενελάου θα της θύμιζε την ψεύτικη ευγένεια των υπαλλήλων στα καταστήματα και τις δημόσιες υπηρεσίες, η οποία έκανε κατάχρηση των υποκοριστικών (Θα βάλετε μια υπογραφούλα; – Δυο λεπτούλια και θα σας εξυπηρετήσω – Την αποδειξούλα σας πάρτε).

Αλλά ίσως η Αναστασία υπερτόνιζε τώρα τα ελαττώματα του Κυριούλη, για να μετριάσει τη θλίψη που της προκαλούσε η εξαφάνισή του.

– Πήγες από τότε που συνέβη το… ξέρεις, στο «Λίγο απ’ Όλα»; την ρώτησε.

– Όχι. Από τότε που πέθανε ο κ. Μενέλαος, δεν έχω πάει.

Ο Νεκτάριος της ζήτησε να του εξηγήσει ακριβώς τον λόγο κι η Αναστασία είπε ότι, μόλις χρειαζόταν κάτι από το ψιλικατζίδικο, θα πήγαινε, δεν είχε πρόβλημα· ο Νεκτάριος επέμεινε στην ερώτησή του, αλλά η Αναστασία τον διέκοψε. Καλά ήταν όλα αυτά, όμως έπρεπε ν’ ασχοληθούν και με το τι θα έτρωγαν την επομένη.

Μερικές μέρες αργότερα, που παρουσιάστηκε ανάγκη να κατέβει στο κέντρο της Αθήνας, ο Νεκτάριος, κατευθυνόμενος στον σταθμό του μετρό, απέφυγε να περάσει απ’ το «Λίγο απ’ Όλα». Άλλο πάλι και τούτο. Δεν το είχε προσχεδιάσει –απλώς συνέβη. Το αντιλήφθηκε στην επιστροφή του, όταν έφτασε στην είσοδο της πολυκατοικίας του και ξαφνικά, κοιτάζοντας πίσω του, είδε ότι δεν είχε ακολουθήσει τον συνηθισμένο δρόμο αλλά είχε κάνει κύκλο αποφεύγοντας το ψιλικατζίδικο.

Το επόμενο πρωί πήγε στο «Λίγο απ’ Όλα» γεμάτος περιέργεια. Άραγε πώς θα ένιωθε; Μπήκε αργά, προσεκτικά. Το πάτωμα ήταν πεντακάθαρο. Το μαγαζί θύμιζε την αστραφτερή ατμόσφαιρα του παρελθόντος. Η όψη του νεαρού είχε μια ήρεμη ζωντάνια. Η συμπεριφορά του παρέμεινε συγκρατημένη, αλλά υπήρχε πάνω του περισσότερη άνεση. Ναι, ήταν πιο λεπτός από τον πατέρα του. Σε λίγες μέρες, όταν ο Νεκτάριος θα έμπαινε μέσα, ο γιος θα έλεγε αστεία κι ο Νεκτάριος θα του χαμογελούσε, ίσως θα γελούσε κιόλας.

Όμως ο κ. Μενέλαος απουσίαζε. Η καλοσύνη του, η μελαχρινή του φωτεινότητα, η συμπαθητική του ασχήμια, ήταν παρελθόν. Ποτέ ξανά δεν θα έβαζε στην άκρη μια Κυριακάτικη Καθημερινή για χάρη του Νεκτάριου, ποτέ ξανά δεν θα τον ειδοποιούσε για ένα περιοδικό για το οποίο εκδήλωνε ενδιαφέρον ο γιος του Νεκτάριου. «Βγήκε το καινούριο τεύχος», έλεγε ο κ. Μενέλαος. «Άμα θες το αγοράζεις. Δεν σε πιέζω. Εγώ πάντως όφειλα να στο πω».

– Δεν μπορώ να χωνέψω τον θάνατό του, είπε ο Νεκτάριος το βράδυ στην Αναστασία.

Υποψιαζόταν ότι κάθε αναφορά στο συγκεκριμένο ζήτημα την ενοχλούσε, αλλά ένιωθε πολύ άσχημα κι έπρεπε σε κάποιον να μιλήσει.

– Σαν μια εξίσωση, της είπε, που δεν μου βγαίνει σωστό αποτέλεσμα, που όλο πάω να την λύσω κι όλο κάνω λάθος.

Η Αναστασία τον κοίταξε κι έπειτα, θέλοντας ίσως να τον συνεφέρει, του μίλησε με αυστηρότητα. Δεν χρειαζόταν να δίνει τόση σημασία. Επρόκειτο για ένα άτομο μακρινό του, όχι για φίλο του, όχι για συγγενή. Το ότι απασχολούσε τόσο έντονα τις σκέψεις του ήταν ηθελημένο, ένα υποκριτικό μασκάρεμα –για να ξεχωρίσει θετικά τον εαυτό του απ’ όσους δεν βασανίζονταν με αλλότριες ιστορίες.

– Φτάνουν πια οι υπερβολές, του είπε στο τέλος.

Ο Νεκτάριος δεν επέμεινε. Ίσως η Αναστασία είχε δίκιο. Ίσως όμως το ζήτημα ήταν άλλο: Άξιζε ο κ. Μενέλαος τον κόπο; Μπορούσες να τον χαρακτηρίσεις άνθρωπο αξιόλογο; Καλό; Μήπως την καλοσυνάτη πλευρά της ύπαρξής του την αμαύρωναν ανεπανόρθωτα οι παραξενιές του;

Ο Νεκτάριος ήξερε την απάντηση: Ναι, σαν άνθρωπος άξιζε. Κανείς δεν θα δικαιολογούνταν να τον υποτιμήσει. Ήταν το αντίθετο του ατόμου που θεωρείται άχθος αρούρης.

Άρα;

Δεν υπήρχε αμφιβολία. Ο θάνατός του δεν είχε κανένα νόημα. Ο κ. Μενέλαος έπρεπε να ζούσε πολλά χρόνια ακόμα.

Ταυτόχρονα δεν υπήρχε αμφιβολία κι ότι ήταν ένας θάνατος συνηθισμένος –μέσα στη ζωή. Ο Νεκτάριος έπρεπε να το πάρει απόφαση και ν’ αφεθεί να τον ξεχάσει. Πώς το έλεγε το ρητό; Ό,τι γράφει, δεν ξεγράφει. Και δεν χρειαζόταν κανείς να χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο.

Ο Νεκτάριος ηρέμησε και το υπόλοιπο βράδυ δεν ξανασκέφτηκε τον Κυριούλη. Παρόλα αυτά, το επόμενο μεσημέρι που ο γιος του τον παρακάλεσε για μια σοκολάτα, πήγε στο άλλο ψιλικατζίδικο, το μακρινό, να του πάρει.

Κι έκτοτε δεν πάτησε πια το πόδι του στο «Λίγο απ’ Όλα». Ενώ η Αναστασία ύστερα από λίγες μέρες άρχισε πάλι να το επισκέπτεται, ο Νεκτάριος δεν ξαναψώνισε από κει. Περνούσε απ’ έξω αν τύχαινε (από το απέναντι πεζοδρόμιο), αλλά μέσα δεν ξαναμπήκε. Όποτε ήθελε ν’ αγοράσει κάτι, έτρεχε στο μακρινό ψιλικατζίδικο –κι όταν κάποτε η Αναστασία τον ρώτησε ποιος ήταν ο λόγος γι’ αυτή του τη συμπεριφορά (χωρίς στην πραγματικότητα να περιμένει την απάντησή του, το μυαλό της είχε ήδη στραφεί σε άλλα ζητήματα), της είπε ότι δεν μπορούσε, δεν του πήγαινε η καρδιά, να κάνει αλλιώς.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Τα έργα είναι από την ενότητα «Περίπτερα τη νύχτα» του Νικόλα Κληρονόμου (2003). Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Το πρώτο μας ηλεκτρονικό τεύχος είναι εδώ

mag.frear.gr