frear

Ένας αξιομνημόνευτος Σεπτέμβρης – του Γιώργου Μητά

Δίπλα τους χοροπηδούσαν τρεις κατσουλιέρηδες με ορθωμένα τα λοφία τους, σηκώνοντας λιλιπούτεια σύννεφα σκόνης· δύο αγριοκούνελα πετάχτηκαν μπροστά τους, διέσχισαν μ’ ένα σάλτο το μονοπάτι και χάθηκαν μες στις καλαμιές της άλλης πλευράς. Πάνω απ’ τα κεφάλια τους το δειλινό άπλωνε με γρήγορες πινελιές ένα τριανταφυλλί στρώμα στον ουρανό· δεν ακουγόταν παρά μόνο το φλοίσβισμα της θάλασσας και το θρόισμα των καλαμιών στην απαλή αύρα. Μόλις έφτασαν στο ακρογιάλι, η λεπτή άμμος υποχώρησε δροσερή κάτω απ’ τα πέλματά τους. Δεν υπήρχε κανείς άλλος. Το νερό ήταν κρύο, κρυστάλλινα καθαρό –πόσο δίκιο είχε η Λουκία που επέμεινε να κατέβουν! Η εβδομηντάχρονη καρδιά του ξαπόστασε, η κούραση και η ταλαιπωρία του ταξιδιού χάθηκαν στη στιγμή. Έστρεψε το κεφάλι κι αγνάντεψε τις βουνοκορφές που περιέβαλλαν τον φαρδύ κόλπο, απομονώνοντάς τον απ’ το υπόλοιπο νησί. Πόσο απαλές, πόσο φιλικές ήταν! Είχαν διαλέξει το σωστό μέρος, η πρώτη μέρα των διακοπών τους, των πρώτων δικών τους διακοπών μετά από χρόνια, έκλεινε με τον ωραιότερο τρόπο. Αποτόλμησε ένα μακροβούτι –ένιωσε καλά, ο βυθός ήταν ένα απέραντο χαλί από ριγωτή ξανθή άμμο. Βγάζοντας το κεφάλι από το νερό, βρέθηκε μέσα στο πορτοκαλόχρωμο ποτάμι που άπλωνε ο ήλιος που έδυε πάνω στην ακύμαντη επιφάνεια. Λίγα μέτρα πιο πέρα η γυναίκα του έκανε θαρραλέες απλωτές, δοκίμαζε το ύπτιο που τόσο της άρεσε, έμενε ακίνητη, να την λικνίζει το απαλό ρεύμα. Καθάρισε τα μάτια του απ’ την αλμύρα και την κοίταξε καλύτερα: χαμογελούσε, οι μόνιμοι πόνοι στις αρθρώσεις της έμοιαζε να έχουν εξαφανιστεί. Την πλησίασε γελώντας και κολύμπησαν για λίγο μαζί.

Ένα σμάρι θαλασσοπούλια πέταξε κρώζοντας πάνω από τα κεφάλια τους. Το αεράκι γινόταν ολοένα και ψυχρότερο αλλά ο Παναγιώτης δεν κρύωνε. Βούτηξε ξανά κάτω από την επιφάνεια και απομακρύνθηκε. Όταν γύρισε προς το μέρος της, η Λουκία είχα βγάλει το πάνω μέρος του μαγιό και τίναζε τον κορμό της προς τον ουρανό, με τα χέρια τεντωμένα, σαν κοπελίτσα. Την τρελή! Πήρε βαθιά ανάσα και βυθίστηκε. Τώρα έσπρωχνε με δύναμη τις γκρίζες υδάτινες στήλες, το στέρνο του άνοιγε με κάθε οργιά, τα χέρια του όλο και δυνάμωναν, ολόκληρο το κορμί του δυνάμωνε καθώς την πλησίαζε γοργά κάτω από το νερό –κι ήταν σαν να κολυμπούσε αντίστροφα στον χρόνο, σαν απόψε το βράδυ να μπορούσε να παραβγεί μαζί του και να τον κερδίσει, σαν να κολυμπούσε για όλα τα καλοκαίρια της νιότης τους. Καθώς η ανάσα του σωνόταν την έφτασε, κι ο χρόνος, για μία και μοναδική φορά, ηττήθηκε: ο νεαρός άντρας πετάχτηκε με ορμή από το νερό, τα μπράτσα του αγκάλιασαν σφιχτά τη μέση του κοριτσιού κι ύστερα το σήκωσαν ψηλά, τα κρουστά στήθη του ν’ αναριγούν στον βραδινό αέρα. Ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από τον ορίζοντα και η νύχτα τους τύλιξε προστατευτικά στο σκοτεινό της πέπλο.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Μαρία Φιλοπούλου. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly