frear

Φοβίες και μισανθρωπία, στη διαδρομή «Σύνταγμα – ΚΑΤ» – γράφει η Λίλια Τσούβα

Ο ανόητος άνθρωπος τρομάζει
με κάθε λόγο που ακούει
(Ηράκλειτος)

Η Χριστίνα Φραγκεσκάκη στη νουβέλα Σύνταγμα – ΚΑΤ (Κέδρος, Αθήνα 2019) πραγματεύεται το ζήτημα των στερεοτύπων. Με χρονότοπο την Ελλάδα της κρίσης, πλάθει έναν χαρακτήρα αντιπροσωπευτικό, που κινείται γραμμικά και σε ανοιχτό περιβάλλον, έξω δηλαδή από το σπίτι, στον χώρο ενός αστικού λεωφορείου το οποίο οδηγεί. Όταν στο λεωφορείο επιβιβάζεται ένας άστεγος διαβητικός με ματωμένες πατερίτσες και προορισμό το ΚΑΤ, ξεσπάει σε έναν παραληρηματικό μονόλογο που ενσωματώνει τους φόβους και τα στερεότυπα μιας μεγάλης μερίδας του κοινωνικού μας πληθυσμού. Κάθε στάση και ένα νέο στερεότυπο. Αφορμή η απέχθεια προς τον άστεγο.

Δεν υπάρχει άλλος χρόνος. Ο χρόνος δηλώνεται στον τίτλο, ο οποίος λειτουργεί μετωνυμικά και εκτείνεται στα λεπτά που διαρκεί η συγκεκριμένη διαδρομή. Η αφήγηση γίνεται από τον πρωταγωνιστή. Το σκηνικό δεν μεταβάλλεται. Πρόκειται για μη ολοκληρωμένο σκηνικό, έναν χώρο δράσης που δεν χρειάζεται να περιγραφεί με λεπτομέρειες, γιατί δίνεται προτεραιότητα στον χαρακτήρα. Ο χώρος βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με τον χρόνο. Ο ήρωας δρα μέσα σε αυτόν. Εφόσον δεν αλλάζει, λειτουργεί και ως τόπος εγκλεισμού και απομόνωσης, με έναν ομοδιηγητικό αφηγητή να διατυπώνει τις μύχιες σκέψεις του.

Ο οδηγός του λεωφορείου στη γραμμή Σύνταγμα – Κατ προβάλλεται στην καθημερινή του ζωή. Αυτοχαρακτηρίζεται βιοπαλαιστής και νοικοκύρης και είναι ένας απλός καθημερινός άνθρωπος, ένας ρεαλιστικός χαρακτήρας, άνθρωπος της διπλανής πόρτας, που για αυτό δεν κατονομάζεται. Ανταγωνιστής του ένας βρωμύλος άστεγος, αλλά και όσοι μέσα στο λεωφορείο τον βοηθούν ή γενικότερα επιδεικνύουν συμπόνια προς αυτόν. Ο άστεγος παίρνει τη μορφή του κακού λύκου ή της γριάς μάγισσας του παραμυθιού. Ο πρωταγωνιστής αισθάνεται ότι απειλείται και εξαπολύει έναν οχετό ύβρεων, προσβλητικό για τον άνθρωπο και τις κατακτήσεις του πολιτισμού στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τα τελευταία χρόνια.

«Ο φόβος ορίζει τα όρια του πολιτισμού μας», δήλωσε κάποτε σε συνέντευξή του ο καθηγητής εγκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Γ. Πανούσης. «Ανάμεσα σε εμάς και τους άλλους παρεμβάλλεται ο φόβος. Ο φόβος μάς αποτρέπει να μιλάμε με τους άλλους· προτιμάμε να μιλάμε για τους άλλους» [1].

Κινητήριος μοχλός στο μισάνθρωπο παραλήρημα του οδηγού είναι ο φόβος. Παθολογικός φόβος για οτιδήποτε διαφορετικό. Ένας μόνιμος φόβος που τον παραλύει και διαμορφώνει μια αντικοινωνική συμπεριφορά που εξουδετερώνει κάθε λογική σκέψη, έννοια ανθρωπισμού ή δημοκρατικότητας. Φόβος της στιγμής και της άμυνας, που θα τον οδηγήσει στην επιθυμία να σκοτώσει. Προληπτική άμυνα, ονομάζει το έγκλημα που γεννάει ο φόβος ο καθηγητής Γ. Πανούσης [2]. Ο οδηγός πιστεύει πως αμύνεται και πως λειτουργεί εν ονόματι της σταθερότητας. Ο αρχετυπικός φόβος του Αγνώστου, του Αλλιώτικου, σύμφωνα με τον καθηγητή, ξεκινά από τη μη κομφορμιστική συμπεριφορά που θεωρείται ότι διασπά την κοινωνική συνοχή [3].

Οι κατηγορίες των ανθρώπων που διαφοροποιούνται αποκτούν εγκληματική μορφή· ορίζονται ως αποδιοπομπαίοι τράγοι, μετατρέπονται σε σύμβολα του κακού και αποκλείονται από το κοινωνικό σύνολο. Η διαδικασία γίνεται με κριτήρια φυλετικά, ταξικά και άλλα, όπως φύλου, σεξουαλικής προτίμησης, εθνικότητας, χρώματος δέρματος, εργασίας, ενδυμασίας. Οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν τα στερεότυπα δοξάσματα και τα θεωρούσαν εικοτολογίες, αυθαίρετα δηλαδή συμπεράσματα.

Οι ψυχολογικές εκδιπλώσεις του πρωταγωνιστή στη νουβέλα Σύνταγμα – ΚΑΤ χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: σε όσα απαρνιέται και σε όσα υιοθετεί. Τα στοιχεία συνδιαμορφώνουν μια προσωπικότητα, αποτελώντας ταυτόχρονα κριτήριο παιδείας και επιπέδου. Απαρνιέται οτιδήποτε διαφορετικό που τον φοβίζει και αποδέχεται όσα σχετίζονται με την παράδοση και την καθαρότητα της φυλής. Το γεμάτο μίσος και βία λεκτικό που εκστομίζει, αποτυπώνει έναν ομαδικό ψυχισμό, εφόσον μία από τις αιτίες ανάπτυξης των στερεοτύπων είναι ότι διαμορφώνουν σύμβολα που λειτουργούν συσπειρωτικά για την ομάδα.

Κυνικός και αδιέξοδος ο λόγος του οδηγού, γεμάτος επισφαλείς γενικεύσεις, σοφίσματα και απλουστεύσεις που δεν αποδέχεται ο κλάδος της Λογικής. Εκ διαμέτρου αντίθετος με την Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τα συντάγματα των δημοκρατικών κοινωνιών. Από τη μια, οι άρρωστοι, οι χορτοφάγοι, οι ομοφυλόφιλοι, οι μαύροι, οι ΜΚΟ, ο φεμινισμός, οι Εβραίοι, οι Αλβανοί, οι Τούρκοι, οι ψυχίατροι, οι αντιρρησίες συνείδησης, οι φιλόζωοι, οι τοξικομανείς, οι πόρνες, οι ανάπηροι, τα ταξίδια στο εξωτερικό, τα βιβλία, η τέχνη, η παγκοσμιοποίηση.

Από την άλλη, το ποδόσφαιρο, η τηλεόραση, η θρησκεία, η οικονομικοπολιτική αυτάρκεια, ο απομονωτισμός, η ομογενοποίηση, ο μιλιταρισμός, η ελληνική σημαία στο μπαλκόνι, όχι στον Αλβανό, η στρατιωτική πειθαρχία, η βία στη διαπαιδαγώγηση, η στροφή στο φυλετικό εγώ, η ελληνική λεβεντιά, η ελληνική γλώσσα, η ελληνική φυλή, η θανατική ποινή, η θέση της γυναίκας στο σπίτι, έξω από την εργασία.

Άρσεις και θέσεις που περιέχουν ρατσισμό. Οι σκουρόχρωμοι είναι κατσαρίδες και βρωμάνε (αντίστοιχο του Εβραίοι=ποντίκια των ναζιστών). Βλέπω το μαχαίρι μου που είναι ματωμένο, βλέπω τον βρωμότουρκο που είναι καρφωμένο. Επιθυμητό μοντέλο ζωής η διασκέδαση της τηλεόρασης, η Αθλητική Κυριακή και οι διακοπές κάθε χρόνο στη Χαλκίδα.

Οχτώ ώρες στο τιμόνι πάνω κάτω. Και μετά, του δίνω και καταλαβαίνει. Γι’ αυτό σου λέω, ποιος είσαι εσύ που θα μου κόψεις τη ΝΟΒΑ;

Όμως οι άνθρωποι είναι ίσιοι, διότι έχουν το ίδιο τέλος. Αποστομωτική η φράση του Αρχιμανδρίτη Ιερόθεου Βλάχου.

Η αφήγηση εμπλουτίζεται με πινελιές αυτοπροσωπογραφίας -μνήμες παιδικές και τραυματικές- που φανερώνουν ψυχολογία θύματος που μετατράπηκε σε θύτη. Τα πολιτικά σχόλια (για την ΤΡΟΙΚΑ, το ΔΝΤ, τους πολιτικούς), οι περιγραφές της Ελλάδας της κρίσης (με τα άδεια μαγαζιά και τα «ενοικιάζεται», τις τράπεζες και τα ενεχυροδανειστήρια), διαμορφώνουν την εικόνα ενός κουρασμένου από τα καθημερινά άγχη ανθρώπου, που επιθυμεί επάνοδο στην πρότερη σταθερότητα. Γι’ αυτό και αναπαράγει στερεότυπα, εκφράζοντας έναν λόγο μισάνθρωπο για όσους πιστεύει πως απειλούν τη σταθερότητα αυτή. Αντιπροσωπευτικό δείγμα νοοτροπίας και αντίληψης μιας μερίδας Ελλήνων που διαμορφώθηκε κάτω από το βάρος της ηθικο-οικονομικο-πολιτικής κρίσης στην Ελλάδα των τελευταίων δεκαετιών.

Η Χριστίνα Φραγκεσκάκη γράφει το βιβλίο Σύνταγμα – ΚΑΤ· ένα βιβλίο δυνατό και ευανάγνωστο, με λόγο φυσικό και αφοπλιστικό, με εικονοποιία παραστατική, που διαβάζεται απνευστί.

Κάγκελα, φράχτες, ηλεκτροφόρα καλώδια, ναρκοπέδια, συρματοπλέγματα, κάστρο να την κάνουμε την Ελλαδίτσα μας, γαμώ την Ευρώπη σας, μας ζηλεύουνε, ρε, πόσες φορές θα το πω, θέλουν να μας βάλουνε να φαγωθούμε μεταξύ μας, κάθε ξένος εργάτης ένας Έλληνας άνεργος, άμα κλείσουμε όλες τις πόρτες, από πού θα μπουν; […]

[…] Κλείστε τα σύνορα, βρε! Φράχτες, ηλεκτροφόρα σύρματα, σίδερα, κάγκελα, ναρκοπέδια, περιπολίες σε στεριά και θάλασσα. Κι όσοι ξεφεύγουνε, στρατόπεδα, κρατητήρια, φυλακές, μην τους αφήσεις σε χλωρό κλαρί, αλλιώς την έβαψες. Ξεφεύγουν κι από κει; Δωσ’ τους τις βρώμικες δουλειές. Τουαλέτες, σκουπίδια, βόθρους, να ξεπουπουλιάζουν τα κοτόπουλα, να καθαρίζουν τα ψάρια από τα άντερα και να λένε και ευχαριστώ, αμ τι νόμιζες.

[…] Και η Ελλάδα. Μόνο η Ελλάδα, δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο εκτός από την Ελλάδα, και μας τη βρωμίσανε, μας τη μαγαρίσανε, μας τη γαμήσανε. Είσαι Έλληνας εσύ; Έτσι είναι οι Έλληνες; Έξω όλοι, να καθαρίσει ο τόπος, έξω και εσύ, ρε, να καθαρίσει το λεωφορείο, ουστ.

Ο αντιήρωας που πλάθει η Χριστίνα Φραγκεσκάκη στη νουβέλα Σύνταγμα – ΚΑΤ ονειρεύεται τείχη ανάμεσα στους λαούς και τους ανθρώπους, γιατί μέσα στα τείχη αισθάνεται ασφαλής. Δεν αντιλαμβάνεται ότι στην ουσία επιθυμεί την επιστροφή στη βαρβαρότητα.

Παρά την παγκοσμιοποίηση, την τεχνολογική πρόοδο, την άνοδο του πνευματικού επιπέδου, οι άνθρωποι εξακολουθούμε να είμαστε αγκυλωμένοι σε ιδεοληψίες και στερεότυπα. Ο άνθρωπος, που τόσο εξυμνήθηκε από τον Ιησού Χριστό και τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, στον 21ο αιώνα, εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται με προκατάληψη.

«Έκαστος ανθρώπων δύο πήρας φέρει», έλεγαν οι αρχαίοι, «την μεν έμπροσθεν, την δε όπισθεν. Και η μεν έμπροσθεν είναι γεμάτη των αλλοτρίων κακών, η δε αλλότρια των ιδίων. Διό και οι άνθρωποι τα των εαυτών κακά οι γιγνώσκουσι, τα δε αλλότρια πάνυ ακριβώς θεώνται» [4].

Σημειώσεις

1. Συνέντευξη του Γ. Πανούση στον Γιώργο Σταματόπουλο, Ελευθεροτυπία, 17/4/2001.

2. ό. π

3. ό. π.

4. «Κάθε άνθρωπος κουβαλάει πάνω του δύο σάκους· έναν μπροστά και έναν στην πλάτη. Ο μπροστινός σάκος είναι γεμάτος με τα ελαττώματα και τα σφάλματα των άλλων. Ο πίσω, με τα δικά του. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν τα δικά τους ελαττώματα, όμως βλέπουν πολύ καλά των άλλων» (Μύθοι του Αισώπου).

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Αντώνης Στάβερης. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly