frear

Η Shira – του Σμουέλ Γιοσέφ Αγκνόν

Παρουσίαση και μετάφραση (από τα αγγλικά): Δήμητρα Κολλιάκου

Από τις σημαντικότερες μορφές της εβραϊκής λογοτεχνίας (βραβείο Νόμπελ 1966), ο Σμουέλ Γιοσέφ Αγκνόν (S. Y. Agnon, 1888-1970) δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό*. Η Shira, ένα μυθιστόρημα εξακοσίων σελίδων, με το οποίο ο Αγκνόν ασχολήθηκε σχεδόν για μια εικοσαετία, αν και ανολοκλήρωτο, θεωρείται το αριστούργημά του. Το νήμα της αφήγησης κόβεται χωρίς να έχουν «τακτοποιηθεί» τα ζητήματα των ηρώων, κάτι που λίγη σημασία έχει σε ένα έργο που, εκτός από ιστορικά πολύτιμο, σφύζει από τη ζωή που το ενέπνευσε.

Τοποθετημένο στην υπό Βρετανική Εντολή Παλαιστίνη στα τέλη της δεκαετίας του τριάντα, το μυθιστόρημα έχει ως επίκεντρο τον έρωτα του μεσήλικα οικογενειάρχη Μάνφρεντ Χερμπστ, λέκτορα βυζαντινολογίας με αργή εξέλιξη στο Εβραϊκό πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ, για την αντισυμβατική και αινιγματική νοσοκόμα Σίρα, που το όνομά της (όχι σπάνιο στα εβραϊκά) σημαίνει ποίηση. Αναζητώντας τη Σίρα, που πολύ γρήγορα χάνεται από το προσκήνιο, ο Χερμπστ (στα γερμανικά, το όνομα σημαίνει φθινόπωρο) περιπλανιέται σε μια Ιερουσαλήμ όπου κάθε τόσο εξαγγέλλεται απαγόρευση της κυκλοφορίας ή πραγματοποιείται κάποια τρομοκρατική επίθεση. Η αφήγηση συνδυάζει απόηχους από τις εντεινόμενες συγκρούσεις ανάμεσα στους Άραβες Παλαιστινίους και στον διαρκώς αυξανόμενο εβραϊκό πληθυσμό, εικόνες από το κιμπούτς στην πρώτη ιδεαλιστική του μορφή, καθώς και εκπληκτικά πορτρέτα όπως αυτό της Αννίτας Μπρικ, μιας νεαρής Γερμανοεβραίας που αγωνίζεται να επιβιώσει στην ξένη χώρα κι ακόμη περισσότερο στην ξένη γλώσσα (τα εβραϊκά), έχοντας σταματήσει, αντιστεκόμενη στον ναζισμό, να γράφει ποίηση στα γερμανικά.

Στα εβραϊκά γράφτηκε και η Shira, στην ιδιόλεκτο του (γερμανοτραφούς) Αγκνόν, που η ακριβής μεταφορά της σε ξένη γλώσσα είναι μια διαρκής πρόκληση για τον μεταφραστή. Η γλώσσα του Αγκνόν περιέχει λέξεις και εκφράσεις από την Πεντάτευχο και τους Προφήτες, καθώς και από τη μιδρασική και ταλμουδική γραμματεία, που δεν ενσωματώθηκαν τελικά στα «Νέα Εβραϊκά», τη lingua franca των Εβραίων του Ισραήλ, μια γλώσσα που ακόμη άλλαζε δραματικά στα χρόνια της νιότης του συγγραφέα. Ενδεχομένως δεν έχει ακόμη βρεθεί ικανοποιητική λύση για όλα τα επιμέρους σημεία στη δόκιμη αγγλική μετάφραση της Zeva Shapiro (Shira, the Toby Press), που αποδίδει πιστά το νόημα του κειμένου και την εξαιρετική λιτότητα του ύφους του Agnon. Ένα χαρακτηριστικό αυτού του ύφους, που στην αρχή ξενίζει τον αναγνώστη, είναι και η ιδιάζουσα μείξη, στην ίδια πρόταση, πλάγιου και ευθέος λόγου, με συχνή επανάληψη του ρήματος «είπε».

Η συνάντηση με τη Σίρα γίνεται έναυσμα για τον Μάνφρεντ Χερμπστ να αναδυθεί από μια κάθε άλλο παρά ηρωική καθημερινότητα, αυτή του ερευνητή-γραφιά που αναλώνει τη ζωή του αντιγράφοντας πηγές και ταξινομώντας ξανά και ξανά τις ίδιες σημειώσεις σ’ ένα σπιτικό που διευθύνει αποτελεσματικά η γυναίκα του Χενριέττα, μητέρα των τεσσάρων παιδιών του. Αυτή την πραγματικότητα περιγράφει σχεδόν σκωπτικά ένας πανόπτης αφηγητής, που συνομιλεί με τον αναγνώστη απολογούμενος για τις παραλείψεις και ομολογώντας πως ούτε κι ο ίδιος γνωρίζει την κατάληξη της ιστορίας.

Ο Χερμπστ έχει εξαρχής απωθήσει την ανακάλυψη ότι η Σίρα έχει προσβληθεί από λέπρα, πράγμα που κοινοποιείται σε κάποια σημεία πολύ λακωνικά στον αναγνώστη, χωρίς η ασθένεια να κατονομάζεται. («Μόνο οι πανάδες της ξεχώριζαν έντονα, τόσο μεγεθυμένες που ήταν σαν να έλειπε ήδη μέρος απ’ το δεξί της μάγουλο.») Ο πόθος για τη Σίρα κι οι βίαιες σκέψεις που κάνει για κείνην, οι δικαιολογίες που δίνει στον εαυτό του για την ψυχική συχνότερα παρά σαρκική απιστία στη γυναίκα του, οι άκαρπες αναζητήσεις στην Ιερουσαλήμ στο τρίτο και στο τέταρτο μέρος του βιβλίου σηματοδοτούν την εσωτερική διαδρομή που διανύει ο ήρωας αναζητώντας φώτιση. Όσο κι αν η παρατεταμένη απουσία της Σίρας μοιάζει να τον διευκολύνει, η ανάμνησή της μένει ολοζώντανη και βασανιστική, ενώ η περίφημη μυθιστορηματική «μετάβαση» δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Ούτε και σκιαγραφείται ένα πειστικό κλείσιμο για το μυθιστόρημα στο «τελικό κεφάλαιο» ή στην «άλλη εκδοχή», που μπήκαν ως παραρτήματα στην πρώτη έκδοση του βιβλίου το 1971, μετά το θάνατο του συγγραφέα, και που μάλλον υστερούν σε σχέση με το κυρίως κείμενο.

Σημείωση: Τα παρακάτω μικρά αποσπάσματα βασίζονται στην αγγλική μετάφραση (Shira, The Toby Press, μτφ. Zeva Shapiro). Ευχαριστώ τον Jonathan Ginzburg, καθηγητή γλωσσολογίας στο Université de Paris, που χρόνια πριν μου σύστησε το βιβλίο, αλλά και για τις διευκρινίσεις που μου έδωσε, ανατρέχοντας στο εβραϊκό πρωτότυπο.

*Από τις Εκδ. Καστανιώτη κυκλοφορούν τα διηγήματά του Στο σπίτι του πατέρα και άλλες ιστορίες (2019).

#1

Ο Χερμπστ την κοίταξε και ψιθύρισε: «Η δεσποινίς Σίρα είναι κουρασμένη. Θα πηγαίνω τώρα, για να μπορέσει να κοιμηθεί.» Η Σίρα είπε: «Δεν είμαι κουρασμένη, δεν θέλω να κοιμηθώ και δεν υπάρχει λόγος να φύγεις.» «Τότε θα πρέπει να δώσω μια συμβουλή», είπε ο Χερμπστ. Η Σίρα έφερε το χέρι μπροστά στα μάτια της, και κρυφοκοιτάζοντας από τις χαραμάδες, είπε: «Πρώτα θ’ ακούσουμε και μετά βλέπουμε.» Ο Χερμπστ είπε: «Η Δεσποινίς Σίρα πρέπει να ξαπλώσει και να κλείσει τα μάτια.» Η Σίρα τράβηξε το χέρι της, τον ξανακοίταξε με την πρωτινή περιέργεια και ρώτησε, «Και τι θα κάνει ο Δόκτωρ Χερμπστ στο μεταξύ; Ο Δόκτωρ Χερμπστ θα μείνει με τη Σίρα και θα της τραγουδήσει ένα νανούρισμα; Η Σίρα φοβάται μήπως τον κάνει να πλήξει. Εξάλλου, η Σίρα δεν είναι μωρό, και ο Δόκτωρ Χερμπστ, που είναι πατέρας δύο μεγάλων κοριτσιών, μπορεί να μη θυμάται πια κανένα παιδικό νανούρισμα. Κρίμα να μην έχω στο σπίτι τηλέφωνο. Δεν μπορούμε να καλέσουμε το μαιευτήριο και να ρωτήσουμε τι κάνει η κυρία Χερμπστ, που μπορεί να έχει μόλις φέρει στον κόσμο, για τον άντρα κι αφέντη της, ένα θεσπέσιο αηδόνι. Ο Δόκτωρ Χερμπστ βλέπει ότι τον μεταχειρίζομαι σαν ενήλικα. Δεν είπα λέξη για τον πελαργό που φέρνει τα μωρά από τον ουρανό.». Ο Χερμπστ, έντρομος, άρχισε να παρακαλάει μέσα του να ξεχάσει όλα όσα είχαν διαδραματιστεί. Κοίταξε τη Σίρα, παρακαλώντας να διαγράψει κι εκείνη απ’ το μυαλό της όλα όσα προηγήθηκαν. Ήξερε πόσο μάταιη ήταν η ευχή, και από το στήθος του βγήκε ένας βαθύς αναστεναγμός.

#2

Όπως αγωνιζόταν να βγάλει το σακάκι του, με κείνην να στέκεται από πάνω του, άρχισε απ’ έξω φασαρία και θόρυβος από τρεχαλητά. Η Σίρα άνοιξε το παράθυρο, πρόβαλε έξω το κεφάλι της, μετά γύρισε προς το μέρος του Χερμπστ λέγοντας: «Είναι η απαγόρευση κυκλοφορίας. Μόλις ανήγγειλαν κι άλλη απαγόρευση κυκλοφορίας μέχρι τις έξι το πρωί.» Ο Χερμπστ πανικοβλήθηκε. Δεν ήξερε τι να κάνει, αλλά ήξερε πως έπρεπε να επιστρέψει αμέσως, πως δεν γινόταν να μην επιστρέψει.

«Πότε ξεκινάει;» ρώτησε αλαφιασμένος. Η Σίρα είπε: «Ξεκινάει τώρα και θα κρατήσει ως το πρωί. Θέλεις να φύγεις; Έχεις κάποιο πάσο;» Ο Χέρμπστ είπε: «Δεν έχω τίποτα τέτοιο.» «Πώς θα φύγεις τότε;» είπε η Σίρα. «Θα σε σταματήσει η αστυνομία.» Ο Χερμπστ είπε: «Πρέπει να πάω σπίτι.» Η Σίρα είπε: «Πρέπει να πας σπίτι, αλλά πώς; Αν βγεις έξω, θα σε σταματήσει αμέσως κάποιος χωροφύλακας και θα σε πάει στο τμήμα. Θα περάσεις τη νύχτα εκεί.» Ο Χερμπστ είπε: «Είμαι σίγουρος πως το καταλαβαίνεις, Σίρα, ότι πρέπει να φύγω. Βρες μια λύση, Σίρα. Πεθαίνω, τρελαίνομαι.» Η Σίρα τον κοίταξε έντονα και είπε: «Δεν υπάρχει λόγος να τρελαθείς. Θα μιλήσω στον Άξελροντ, τον γείτονά μου. Μπορεί να δεχτεί να σε πάει σπίτι σου.» Ο Χερμπστ είπε: «Πήγαινε, Σίρα, ρώτα τον Άξελροντ. Ποιος είναι ο Άξελροντ;» Η Σίρα είπε: «Ο Άξελροντ είναι ο γιος του Άξελροντ.» Ο Χερμπστ είπε: «Με κοροϊδεύεις.» Η Σίρα είπε: «Είναι όπως το είπα. Ο Άξελροντ είναι ο γιος του Άξελροντ που είδες στο νοσοκομείο, όταν έφερες την κυρία Χερμπστ στο Τμήμα Μαιευτικής. Ο μπαμπάς Άξελροντ είναι μεγάλη λέρα, αλλά ο γιος είναι ένα γενναίο παλικάρι που οδηγεί ένα απ’ τα λεωφορεία της Hamekasher. Θα πάω να δω αν είναι εδώ.» Ο Χερμπστ την κοίταξε ικετευτικά και είπε: «Πήγαινε, Σίρα, πήγαινε. Αλλά επιτρέπεις στον εαυτό σου να σε δουν μ’ αυτά τα ρούχα;» Λίγα λεπτά αργότερα άκουσε θόρυβο αυτοκινήτου. Ένας φαρδύστερνος νεαρός ήρθε και είπε: «Ανέβα, κύριε καθηγητά. Μη φοβάσαι τίποτα, θα σε πάω σπίτι.»

#3

«Τι φαντάστηκα όταν την πρωτοείδα; Τόσο αθώος ήμουν ώστε να πιστέψω πως δεν θα χρειαζόταν να κοπιάσω για κείνην, πως θα μπορούσα να έρχομαι όποτε ήθελα; Όταν ήρθα, μου ξεκαθάρισε πως έχει κι αυτή βούληση, πως η δική της βούληση διαφέρει από τη δική μου.» Βάλθηκε να αναλογίζεται όλους τους αγώνες του για κείνην. Θα πρέπει να υπήρξαν κι άλλοι άντρες, ο μηχανικός και το συνάφι του. Χωρίς ζήλεια, χωρίς μίσος, μέτρησε όλους τους άντρες που του είχε αναφέρει η Σίρα. Δεν είχαν υπόσταση. Μόνο η Σίρα είχε πραγματική υπόσταση. Ξαναζωντάνεψε μπροστά του, φανερώνοντας όλες τις μορφές που την είχε δει να παίρνει, κι όπως κάθε μορφή ξεδιπλωνόταν, η φωνή του απήγγειλε «σάρκα σαν τη δικιά σου…»

Άρχισε ξαφνικά να κουνάει τα χέρια σαν να ήθελε να διώξει κάτι ανεπιθύμητο. Αλλά η γνώση που προσπαθούσε να διώξει γινόταν με κάθε σκέψη πιο χειροπιαστή. Αναστέναξε βαθιά και σκέφτηκε: Όσο υπάρχει, δεν θα απαλλαγώ ποτέ, είτε το θέλει εκείνη είτε όχι. Κι όπως είναι στη φύση των σκέψεων να πηγαινοέρχονται, του ήρθε μια κακιά σκέψη: αν κάτι της συνέβαινε, αν τη χτυπούσε λεωφορείο, αν πάθαινε μια από αυτές τις φρικτές ασθένειες που γιατρεύει, τότε θα την ξεφορτωνόταν για πάντα.

Η Σίρα ξαναεμφανίστηκε μπροστά του, όπως την είχε δει την πρώτη νύχτα στο σπίτι της, στην κάμαρά της, ντυμένη με το σκούρο μπλε παντελόνι και το λεπτό πουκάμισο. Τότε που, προς μεγάλη του έκπληξη, μόλις φόρεσε ανδρικά ρούχα, οι αρρενωπές της ιδιότητες χάθηκαν κι έγινε τόσο θηλυκή. Άνοιξε το στόμα του. Άρχισαν να χτυπούν τα δόντια του. Άρχισε να φωνάζει: «Αν επιμένεις να υπάρχεις, τότε να υπάρχεις μόνο μεταμορφωμένη σε άντρα!»

Σιγά σιγά ησύχασε. Σκούπισε το μέτωπό του και είπε: «Ποτέ να μην ευχηθώ τη δυστυχία σου, Σίρα. Ζήσε, αλλά άσε με, για να μπορέσω να ζήσω κι εγώ. Κι αν σου κάνει κέφι, φύγε μ’ έναν από τους εραστές σου και παντρέψου τον. Αυτόν που σου έδωσε τα τσιγάρα ή, αν προτιμάς, αυτόν με το μαστίγιο ή εκείνον τον τυφλό Τούρκο. Δεν θα ανακατευτώ. Και θα σου τραγουδήσω, αν θέλεις, έναν γλυκό σκοπό. Άρχισε να μουρμουρίζει «σάρκα σαν τη δικιά σου…». Αλλά πριν φτάσει στο «δεν την ξεχνάει γρήγορα κανείς», τα μέλη του λύθηκαν και παραδόθηκε σε μια αίσθηση ηδονική. Ολόκληρος ο κόσμος διαλύθηκε και πάει. Ακόμα κι η Σίρα διαλύθηκε και πάει. Μόνο ο Χερμπστ συνέχισε να υπάρχει.

Όταν γύρισε σπίτι και πήγε στο κρεβάτι, δεν άρχισε να σκέφτεται τη Σίρα ούτε και τίποτα άλλο στον κόσμο, ούτε τι είχε συμβεί στη διαδρομή. Στήριξε το κεφάλι του στο μαξιλάρι κι ατένισε το ταβάνι και τη σκιά του στον τοίχο. Κι ενώ κοιτούσε τη σκιά του, εκείνη έκλεισε τα μάτια της ακριβώς όπως ο Χερμπστ. Κατά διαστήματα ακουγόταν από το δωμάτιο της Χενριέττας ένας αναστεναγμός, αλλά δεν έφτανε στ’ αυτιά του Μάνφρεντ, εξαιτίας του ροχαλητού απ’ τον τοίχο ή απ’ τη σκιά που έπεφτε στον τοίχο.

*

Το πιο πρόσφατο βιβλίο της Δήμητρας Κολλιάκου είναι το Αλφαβητάρι Εντόμων (Εκδ. Πατάκη, 2018, Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 2019 και λογοτεχνικό βραβείο του περιοδικού Ο Αναγνώστης 2019).

***

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

 

 

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly