frear

Για το βιβλίο του C.M. Woodhouse «Mια ζωή γεμάτη τόλμη» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

C. M. Woodhouse, Mια ζωή γεμάτη τόλμη. Από τον Γοργοπόταμο και τον Εμφύλιο στο Ιράν και στο Βρετανικό Κοινοβούλιο, μτφρ. Ηλίας Μαγκλίνης, Εκδ. Παπαδόπουλος, Αθήνα 2020.

Το όνομα-τίτλος του βιβλίου –C. M. Woodhouse– βαρύ και δελεαστικό για τον Έλληνα αναγνώστη, με τον επίσης δελεαστικό υπότιτλο, Από τον Γοργοπόταμο και τον Εμφύλιο στο Ιράν και στο Βρετανικό Κοινοβούλιο.

Ο υπότιτλος δείχνει τα τρία κύρια μέρη του βιβλίου. Με τους Έλληνες αντάρτες, το ένα, πράκτορας στο Ιράν το άλλο, Βουλευτής στο Βρετανικό Κοινοβούλιο το τρίτο. Μας λείπουν τα πρώτα χρόνια και ο επίλογος.

Ο Κρίστοφερ Μόνταγκιου Γουντχάουζ γεννήθηκε το 1917, ήταν αριστοκράτης, έκανε κλασικές σπουδές στην Οξφόρδη, έμαθε Ελληνικά –και αγάπησε τη χώρα, τη γλώσσα και την ιστορία της- κι έπειτα ήρθε να πολεμήσει γι’ αυτήν.

Θα ήθελε να είχε γεννηθεί στη Φλωρεντία το 1417, 500 χρόνια πριν, για να είναι στην κατάλληλη ηλικία να απολαύσει την Αναγέννηση αλλά και τη Σύνοδο της Φλωρεντίας (Φερράρας) το 1439, όταν δεν κατάφεραν να συνεννοηθούν οι δύο Εκκλησίες (να υπαινίσσεται άραγε το δικό μας εμφυλιακό τραύμα;). Αφού όμως «αλλιώς η μοίρα το βουλήθη», όπως είπε και ο Σεφέρης, του αρέσει και το 1917, γιατί έτσι θα δει το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας άλλης, γεμάτης θαυμαστές αλλαγές. Και όριο αυτής της εποχής θεωρεί τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το βιβλίο, μια χειμαρρώδης και γλαφυρή αφήγηση ζωής, αρχίζει από τα πανεπιστημιακά του χρόνια και τις εκπλήξεις που πάνε κόντρα στα αναμενόμενα, όσον αφορά τον, λόγω σπουδών, προσανατολισμό του και τις μετέπειτα, λόγω πολέμου, επιλογές του. Γιατί, για πανεπιστημιακή καριέρα ετοιμαζόταν, αλλά ο πόλεμος είχε άλλα σχέδια γι’ αυτόν. Δηλαδή, ενώ ο νεαρός φοιτητής σπουδάζει στην Οξφόρδη αυτό που σήμερα λέμε ανθρωπιστικές σπουδές, Litterae humaniores, και βραβεύεται για κάθε έτος σπουδών και παίρνει διακρίσεις, με Πλάτωνα και Αριστοτέλη στο μυαλό του, βρίσκεται στα ελληνικά βουνά αντάρτης και αργότερα μυστικός πράκτορας και διπλωμάτης στο Ιράν, πριν γίνει Βουλευτής, βιομήχανος και συγγραφέας.

Η αγάπη του για την Ελλάδα γεννήθηκε το 1927, μέσα από ένα γραμματόσημο που απεικόνιζε τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου ή, αργότερα, επειδή υποστήριξε τον Βενιζέλο ή το 1935, όταν ήρθε στην Ελλάδα ή όταν μίλησε με έναν γηραιό Έλληνα δημοσιογράφο ή επειδή διάβασε Αριστοτέλη ή… είναι τόσα πολλά αυτά που τον έκαναν και αγάπησε την Ελλάδα και η ιστορία τρέχει με μεγάλο διασκελισμό.

Το βιβλίο, λοιπόν, είναι η συναρπαστική βιογραφία ενός νέου, ωραίου, μορφωμένου, έξυπνου, δημοκράτη –του συντηρητικού κόμματος– που συνδυάζει στον τέλειο βαθμό τον άνθρωπο της σκέψης και της δράσης.

Ήταν συνήθεια των νέων της αγγλικής αριστοκρατίας, μόλις αποφοιτήσουν από την Οξφόρδη να κάνουν το Τουρ στην Ελλάδα και την εγγύς Ανατολή. Το Grand Tour, που έκανε πριν από εκατόν τριάντα χρόνια ο Λόρδος Μπάυρον, έκανε το 1942, τηρουμένων των αναλογιών και των ιστορικών δρωμένων, ο «Μόντυ», όπως τον έλεγαν.

Δεν ήρθε για να περιηγηθεί τις αρχαιότητες, να γνωρίσει τα ήθη και τα έθιμαˑ ήρθε για να πολεμήσει. Και βρέθηκε στα βουνά της Κρήτης και, μετά, στα βουνά της Στερεάς για να συνεργαστεί με τον Άρη και τον Ζέρβα, να ανατινάξουν τη γέφυρα αυτού του σημαδιακού ποταμού και χώρου, όπου συναντάται η μοίρα του με τη μοίρα της Ελλάδας. Σπερχειός, ή Αλαμάνα ή παραπόταμος –Γοργοπόταμος. Το ποτάμι που έγινε ηρωικό ορόσημο της νεότερης Ιστορίας μας.

Ο Μόντυ περιγράφει με αγάπη το τοπίο, αποδίδει την τραχύτητα των βουνών με την ανάλογη των ψυχών, περιγράφει τις αρβύλεςˑ οι περισσότεροι δεν είχαν και φορούσαν τομάρια δεμένα στα πόδια ή μόνο κάλτσες. Και το βλέμμα από τη γη στρέφεται στον ουρανό, στο αεροπλάνο που θα φέρει υλικό, στις συνθηματικές φωτοβολίδες, στην αγωνία και στην καχυποψία των αντιμαχόμενων ανταρτικών ομάδων. Και, επιτέλους, η συνεννόηση. Ο Ζέρβας, ο Άρης και ο Μόντυ, χόρεψαν έναν λεβέντικο τσάμικο, όπως χόρευαν οι αρχαίοι πριν από κάθε μάχη, και μετά ανέλαβαν δράση. Η μεγάλη γέφυρα έπεσε υπέρ πατρίδος, αν και λίγο ήταν το όφελος από την ανατίναξή της. Και μετά έλαμψε στον ουρανό η πράσινη φωτοβολίδα της αποχώρησης.

… ότι κομμένα τα γεφύρια πίσω μας και τα λίγα μουλάρια μας κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς. Τέλος, κάποια φορά φάνηκαν οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές – μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες, λέει ο Οδυσσέας Ελύτης, στο Άξιον Εστί, στο Ανάγνωσμα «Η πορεία προς στο Μέτωπο», σε μια προηγούμενη στιγμή του ίδιου αγώνα, στα αλβανικά βουνά.

Οι λεπτομέρειες με τις οποίες θυμάται ο Μόντυ πρόσωπα και πράγματα, η χειμαρρώδης ροή της δράσης του και, για μας τους Έλληνες, η Ιστορία που επανεμφανίζεται μπροστά μας, ο αγώνας, οι προβληματισμοί του, οι σκέψεις του γύρω από τον πόλεμο, απόρροια των ανθρωπιστικών σπουδών του τον κάνουν να επανεπεξεργάζεται τα όσα έμαθε, ενώ οι βόμβες γύρω του σφυρίζουν.

Δέκα χρόνια μετά, το 1951, θα βρεθεί στο Ιράν για να βοηθήσει τον Σάχη να ανακτήσει το θρόνο του. Και το 1961, πάλι στην Ελλάδα για τον αγιασμό στο συμμαχικό νεκροταφείο στο Φάληρο και για την αναθέρμανση των ελληνοβρετανικών σχέσεων που είχαν πληγεί από το Κυπριακό.

Ο Μόντυ βουλευτής θα μας καταπλήξει με τον κατάλογο των πάνω από εκατό αρμοδιοτήτων που του ανατίθενται (σ. 340), θέματα που αφορούν φυλακές, τοξικομανείς μέχρι και λακ για τα μαλλιά!

Ως βουλευτής των Συντηρητικών, θα καταδικάσει τη χούντα των συνταγματαρχών, παραμένοντας πάντα πιστός στους παλιούς του φίλους από την Αντίσταση. Τον στεναχωρεί που η Ελλάδα με τόση φυσική ομορφιά ήταν τόσο φτωχή αρχιτεκτονικά. Μερικές μικρές εκκλησίες, κάστρα βενετσιάνικα και τούρκικες γέφυρες. Όμως θαύμαζε την Πόλη του Κωνσταντίνου και λυπόταν που δεν ήταν ελληνική.΄Εβλεπε τον Μυστρά σαν την Ωραία Κοιμωμένη της μεσαιωνικής Ελλάδας. Το μυαλό του πήγε στον Γεώργιο Πλήθωνα Γεμιστό και μετά στον Πλάτωνα, στον Αριστοτέλη, στον Πλωτίνο, στον Πρόκλο και πάλι στην Φλωρεντία του 1439 και αμέσως μετά στο Ρίμινι και στους πεσόντες εκεί της Ελληνικής Ορεινής Ταξιαρχίας το1944.

Ζοφερή είναι η σκέψη του για την τύχη της Ευρώπης, την οποία βλέπει σαν την τύχη του Βυζαντίου. Ο Πλήθων είχε προβλέψει την αποτυχία στη Φλωρεντία το 1439 και ο προβληματισμός του ανθρωπιστή Woodhouse κάνει κύκλο. Αγωνιά για τη σύγχρονή του Φλωρενία, την Ευρώπη. Αν είχε ζήσει στη Φλωρεντία, θα είχε δει την ανιούσα καμπύλη της Αναγέννησης και την κατιούσα του Βυζαντίου. «Αυτή η εκπληκτική διασταύρωση μου θύμισε εκείνη την ημέρα που είδα ταυτόχρονα τον ήλιο να ανατέλλει και την πανσέληνο να δύει, στις δύο αντίθετες άκρες της σκοτεινής κοιλάδας του Μόρνου. Ένας μεγάλος πολιτισμός γεννιόταν κι ένας παλαιός πέθαινε».

Και ο Επίλογος γράφεται με μια λέξη από τον ετοιμοθάνατο κόσμο του Βυσσινόκηπου του Τσέχοφ: «Βπεριόντ! Μπροστά!» κι ένα ερώτημα του συγγραφέα: «Ήξερε άραγε ο Τσέχωφ ότι προνάγγειλε μια νέα εποχή; Θα πρέπει τουλάχιστον να γνώριζε ότι σηματοδοτούσε το τέλος μιας παλιάς εποχής, που σημαίνει το ίδιο πράγμα. Ή έτσι τουλάχιστον πίστευα. Αλλά μπορεί και να έκανα λάθος, διότι η αρχή και το τέλος είναι αυτά που κυρίως με ενδιαφέρουν».

Και με αυτό το θαυμάσιο βιβλίο το απέδειξε. Νομίζω πως μόνο κατ’ επίφασιν έβαλε το ερώτημα. Ήταν σίγουρος για τον Τσέχοφ, όπως και για τον εαυτό του. Τα πάντα ρει και κάθε στιγμή συναποτελεί ένα τέλος και μία αρχή.

Συγχαρητήρια στις εκδ. Παπαδόπουλος και στον μεταφραστή Ηλία Μαγκλίνη που μας έκανε να νιώθουμε σαν να έγραψε στα Ελληνικά ο C. M. Woodhouse τη ζωή του.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Ricardo da Cunha. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly