frear

Τρία μικρά κείμενα – του Μαξ Βέλιο

Mετάφραση-Σχόλιο: Αχιλλέας Σύρμος

[Λουτρό]

Το μπάνιο που κάναμε μία φορά την εβδομάδα, το κάναμε όταν είχε ζεστό νερό. Στηνόμασταν στη σειρά με τις πετσέτες στο χέρι. Έμπαινε η πρώτη ομάδα και η άλλη περίμενε έξω.

Υπήρχαν φορές που το νερό δεν ερχόταν κανονικά ή ερχόταν κρύο. Τότε βρίζαμε τον Χότζα που ήταν ο υπεύθυνος του λεβητοστασίου. Ο παρατηρητής χτυπούσε το σήμαντρο. Το λουτρό διαρκούσε είκοσι λεπτά. Ήταν μια απίστευτη ευχαρίστηση κάθε φορά που το ζεστό νερό κυλούσε στο σώμα. Μας ανακούφιζε. Μια θερμή ατμόσφαιρα του οικείου μας περιτύλιγε. Ο ατμός που σωρεύονταν προς τα πάνω κατέκλυζε ολόκληρη την αίθουσα. Οι κατάδικοι έκαναν τραχείς αστεϊσμούς. Πάντοτε, τα λουτρά του Σπατς ζωντάνευαν σ’ εμένα την ατμόσφαιρα του ντοστογιεφσκικού κάτεργου.

[Τα κοράκια]

Ένα κοπάδι από γιγάντια κοράκια περιστρέφονται σαν ένα μαύρο σύννεφο πάνω από το χείμαρρο. Τόσο μεγάλα κοράκια δεν είχα ξαναδεί ποτέ. Μου θύμιζαν το «Κοράκι» του Πόε, αλλά κυρίως τον τελευταίο πίνακα του Βαν Γκογκ «Τα κοράκια πάνω από το σιταροχώραφο».

Στριφογυρίζουν σαν μια ομάδα μαύρων αεροπλάνων που θέλουν να βομβαρδίσουν. Προσγειώνονται με τη σειρά το ένα πίσω από το άλλο, αφού κάνουν ένα γύρο με απλωμένα τα φτερά πάνω από το χείμαρρο. Η συνάντησή τους με τη γη είναι μεγαλοπρεπής, σαν την ίδια τη βεβαιότητα. Στέκονται πάνω στους σιωπηρούς, ακίνητους βράχους. Εσείς μας λείπατε εδώ! Η κακουχία είναι κατακλυσμιαία και έχει το δικό της ντεκόρ. Από τη στιγμή της σύλληψής μου ο κόσμος σαν να έχει αλλάξει. Όλα είναι ασπρόμαυρα.

[Τα κουτιά της ζωής]

Όταν ήμουν παιδί είχα ένα μικρό θησαυρό: ένα πήλινο δοχείο και ένα κουτί με καπάκι. Στη σχισμή του δοχείου έβαζα ένα λεκ ή τις δεκάρες, μάζευα χρήματα, αυτό το σπάγαμε την Πρωτοχρονιά και βλέπαμε πόσες οικονομίες είχα, πόσος ήταν ο πλούτος. Κάποτε ο κουμπαράς ήταν ένα γουρουνάκι με μακρύ πλακουτσωτό ρουθούνι· δεν μου ’κανε η καρδιά να το σπάσω. Στο μαύρο κουτί με καπάκι, ένα τσίγκινο κουτί μικρών κομματιών σοκολάτας, έβαζα γραμματόσημα, καπάκια από γκαζόζες, κομμάτια από μολύβια, αλουμινόχαρτα, φωτογραφίες καλλιτεχνών που βρίσκαμε στις σοκολάτες ΦΛΟΡΑ. Το κουτί το φύλαγα στο ντουλάπι.

Στο σάκο του στρατοπέδου, που τον κρατάω αναγκαστικά στην αποθήκη του ιματισμού και της υπόδησης, δεν έχει τίποτα θαυμαστό όπως στο τσίγκινο κουτί με τις σοκολάτες, έχει μόνο πουκάμισα κι εσώρουχα της φυλακής, όπως των στρατιωτών, υφάσματα για τα πόδια, μια μάλλινη ζακέτα, ένα παλιό πουλόβερ, ένα μάλλινο σκούφο για το χειμώνα, σκισμένες μάλλινες κάλτσες, δυο καλούπια σαπούνι για τα ρούχα, ένα καλοκαιρινό εσώρουχο χαλασμένο από το πλύσιμο και ένα μπλε παντελόνι από βαμβακερό πυκνό ύφασμα, που τα φυλάω για την ημέρα της αποφυλάκισης. Ποτέ δεν ξέρεις. Όλοι φυλάνε κάπου ξεχωριστά τα ρούχα της αποφυλάκισης, και αυτοί που μόλις έχουν έρθει στη φυλακή και οι ισοβίτες με τις μεγάλες ποινές. Είναι ένα είδος δεισιδαιμονίας, σαν μια κλήση προς στην ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ για να έρθει…

Η ζωή μου δεν ήταν παρά ένα εκκρεμές που κινήθηκε μεταξύ εκείνου του πορσελάνινου κουμπαρά και αυτού του ταπεινού ασκού, γινωμένου από μουσαμάδες του ορυχείου. Ανάμεσά τους υπάρχει και ένας άλλος ασκός μεγάλος και ασύλληπτος, γεμάτος φαντασιώσεις, όνειρα, σχέδια, που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ.

***

Maks Velo (31 Αυγούστου 1935, Παρίσι – 7 Μαΐου 2020, Τίρανα): Αρχιτέκτονας, ζωγράφος, ποιητής, πεζογράφος και δοκιμιογράφος, ο Μαξ Βέλιο συγκαταλέγεται αναμφίβολα στους πιο ποιοτικούς συγγραφείς της λογοτεχνίας των διωκομένων του πρώην Ανατολικού Μπλοκ. Έχει καταφέρει, σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα, να ανακαλύψει και να αποδώσει με ηχηρές λεπτομέρειες τη δυσπερίγραπτη υποβλητικότητα της αισθητικής των αλβανικών γκουλάγκ. Ο Ισμαήλ Κανταρέ τοποθετεί την πολυσχιδή και εκφραστικά ετερόκλιτη εργογραφία του Βέλιο στην πρώτη γραμμή του ευρωπαϊκού καλλιτεχνικού στερεώματος.

Τα τρία μικρά κείμενα του Μαξ Βέλιο συμπεριλαμβάνονται στο μη μυθοπλαστικό αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Το Σπατς, το οποίο είναι το τελευταίο μέρος της Τριλογίας «Ο καιρός ενάντια στα σημάδια». Χρονικά, καλύπτει την οκταετία του εγκλεισμού και της καταναγκαστικής εργασίας στο στρατόπεδο-ορυχείο του Σπατς, 1978-1986. Ωστόσο, και τα τρία μέρη επιτέμνονται από μία παλινδρομική κίνηση της αφήγησης από το παρόν της δίωξης στο παρελθόν της αθωότητας των παιδικών χρόνων του αυτοβιογραφούμενου, κίνηση η οποία διανθίζεται με περιγραφικές συναρθρώσεις μιας εξωτραυματικής εικονοκλασίας. Τα χρώματα των φθαρμένων ρούχων των κατάδικων και το παιχνίδισμα των σκιών στα έγκατα του ορυχείου, οι μυρωδιές της «ιδιωτικής κουζίνας» και της αποθήκης της φυλακής, η αρχιτεκτονική και η χωροταξία του περιτειχισμένου κάτεργου, η παράξενη μουσική του υπερχειλισμένου νερόλακκου που φτάνει μέχρι τους κοιτώνες εγκλεισμού αποτελούν στοιχεία δια των οποίων η αφήγηση ευεργετείται από μια αισθητική επινοητικότητα που μετατρέπει το λόγο σε ομιλούσα ζωγραφική.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly