(λαμβάνοντας τη σκυτάλη από τους : Θοδωρή Ρακόπουλο, «10 τυχαία σημεία για την ποίηση», Δημήτρη Λεοντζάκο, «Punctum caecum ποιήματα χωρίς ποίηση», Μιχάλη Πιερή, «ε7τα σημειώσεις για την ποίηση»)
1.
ποίηση, ποίημα, ποιητής
ποίηση είναι η δημιουργική – συνθετική διαδικασία.
ως εκ τούτου όχι εκ του μηδενός.
τα υλικά της προϋπάρχουν, προηγούνται, ίσως δε και να έπονται, της ποίησης.
ποίημα είναι το γλωσσικό οικοδόμημα της ποίησης.
ποιητής ο φορέας της γλώσσας, ο δημιουργός.
οτιδήποτε διαφορετικό, οτιδήποτε υψιθηρικό δεν βοηθάει την τριαδική αυτή σχέση· αντιθέτως, την θολώνει, την παραπλανά, την παρεκκλίνει, εν τέλει την κατακρημνίζει σε άγονες φαντασιώσεις.
2.
η προέλευση του ποιήματος
στη διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας δεν εντασσόμαστε ούτε σε μία κομματική κοινότητα, με τις όποιες νόρμες τις, ούτε σε μία θρησκευτική ομάδα, με τις όποιες επιταγές τις.
ο καθένας φέρει μόνος του το φορτίο του δημιουργού, και είναι του καθενός η δική του μοναδική πορεία που κρίνεται. κριτής δεν είναι ο χρόνος. ο χρόνος είναι η άπιαστη και άυλη επικύρωση. κριτές είναι όλοι οι αναγνώστες, και είμαστε όλοι πρωτίστως αναγνώστες.
η προέλευση των ποιημάτων είναι μάλλον το προσωπικό βίωμα.
η φαντασία, όσο, και αν, αυτή διαχωρίζεται εντελώς από τον φορέα της και δημιουργό ενός κόσμου έξω από κάθε προσωπικό βίωμα, έχει κι αυτή την δική της γοητευτική μερίδα.
θα με βρείτε όμως απολύτως αντίθετο στην εγωπαθή και στείρα προσωπική ματιά, στη στραγγαλιστική και αναποτελεσματική προσωποπαγή κατάθεση που εγκλωβίζεται σε φυλλορροούντες συναισθηματισμούς και ψυχικές φορτίσεις, έτοιμες να το μουχλιάσουν, και να το καταρρεύσουν, το οικοδόμημα των ποιημάτων. το προσωπικό βίωμα πρέπει, από τον ποιητή, να διηθίζεται μέσα από τον ποιητικό λόγο, ώστε να φτάνει στο χαρτί, δια της δημιουργίας, με τη μορφή του ποιήματος, άλλως παραμένει στο επίπεδο της ημερολογιακής καταγραφής.
θα με βρείτε επίσης απολύτως αντίθετο στη λεγόμενη πολιτική – στρατευμένη ποίηση, αφού εδράζεται στον λόγο του μανιφέστου και της μπροσούρας υπό μορφή στίχων.
οι εποχές διαπερνούν το καλό ποίημα από μόνες τους. αόρατα, κι όμως, το νοτίζουν, δεν έχουν ανάγκη ανάδειξης ή υπο/στήριξης από το ποίημα.

3.
μορφή και περιεχόμενο του ποιήματος
η απόσταση που διανύεται ανάμεσα στο περιεχόμενο, το τι, και τη μορφή, το πώς, του ποιήματος, έχει ιχνοσημανθεί αμέτρητες φορές και προς τις δύο κατευθύνσεις, και έχει σημαιοστολιστεί και στους δύο πόλους επίσης αμέτρητες φορές.
υποστηρίζω ότι το περιεχόμενο, που μπορεί να πηγάζει από οπουδήποτε, και η μορφή του ποιήματος, που μπορεί να έχει οπωσδήποτε, αναγκαστικά, ή μάλλον λυτρωτικά, συνταυτίζονται, συμφύρονται. αλληλοεπηρεάζονται και αλληλοκαθορίζονται καταλυτικά. όμως η “ φιλολογική αρχιτεκτονική ” των ποιημάτων, κουβέντα εκ των υστέρων, δεν είναι αυτό που παίζει τον καθοριστικό ρόλο στο ποίημα, δεν είναι αυτό που πρωταρχικά με απασχολεί.
κάπου αλλού βρίσκεται το ποίημα, κάπου αλλού μου φανερώνεται η πραγματικότητά του. ανάμεσα στο τι είναι και πώς γράφεται ένα ποίημα, εκεί ακριβώς ενδιάμεσα βρίσκεται ο κόσμος του ποιήματος, αυτός ο κόσμος που με οδηγεί στη συγγραφή του ποιήματος, και καθώς επιδιώκω αυτόν τον κόσμο να τον μεταφέρω από τον άρρητο και α-νοητό βυθό του κόσμου στη φωτεινή επιφάνεια της γλώσσας, εκείνη τη στιγμή ταυτοχρόνως είναι που δημιουργώ, συν/απαντώντας τα, το τι και το πώς των ποιημάτων.
4.
ο κόσμος του ποιήματος
ο κόσμος των ποιημάτων βρίσκεται παντού. κι ενώ συνηθίζουμε να ορίζουμε τον χώρο κάποιου πράγματος αποφατικά, περικυκλώνοντάς το με τα σύνορά του, για τον κόσμο των ποιημάτων ισχύει ολωσδιόλου το αντίθετο. ο κόσμος των ποιημάτων βρίσκεται παντού, έτσι όπως για το σύμπαν ή, μάλλον, για τα σύμπαντα, η λέξη παντού ισχύει στην απερατότητά της. λόγου χάρη: ο κόσμος των ποιημάτων βρίσκεται στο πρωτόγνωρο νεανικό ερωτικό σκίρτημα, μέχρι τη γνώση μου ότι αποτελούμαι από στοιχεία της φύσης που εμφανίστηκαν στις πρώτες στιγμές της γέννησης του δικού μας σύμπαντος. βρίσκεται στις πιο μικρές μου συγκινήσεις, μέχρι τις ουσιαστικότερες ή τις πιο μύχιες σκέψεις μου. βρίσκεται στο λυτρωτικό χιούμορ (τα ποιήματα έχουν ανάγκη από χιούμορ, αλλιώς ασφυκτιούν, πεθαίνουν), μέχρι το ξέσπασμά μου σε θρήνους. βρίσκεται στη σχέση μου με τη φύση, στη σχέση μου με τους άλλους, στο πώς αντιμετωπίζω, πώς στέκομαι απέναντί στον θάνατο, στη σχέση μου δηλαδή με την περατότητα μας, με τον χρόνο. βρίσκεται στη συνειδητοποίηση ότι όλα αυτά σπινθηρίζουν στον χωρόχρονο που με περιβάλλει με τέτοιο τρόπο και τέτοια αστραφτερή και συνταρακτική δύναμη που δεν είναι δυνατόν να μη θέλω να τα ονοματίσω και να τα νοηματοδοτήσω.
5.
η γλώσσα του ποιήματος
πυρήνας του ονόματος είναι η δύναμη, που του κομίζω, να δίνει νόημα, στον, άλλως, δίχως ανάγκη νοήματος κόσμο. το όνομα, η λέξη, η γλώσσα, είναι σύμβαση, αυτό εγώ υποστηρίζω και μακριά από μένα κάθε κρατυλισμός, αλλά μέρος της σύμβασης είναι η σημασία, η επικοινωνία, αλλά και η νοηματοδότηση. η γλώσσα δεν είναι ο κόσμος (και των ποιημάτων), ούτε “ λέει ” τον κόσμο, ως αν ο κόσμος να έχει ανάγκη τη γλώσσα για να ειπωθεί. ο κόσμος (αυτό το ουδέποτε από εμάς συναρμολογημένο στην εντέλεια του όλον), ο κόσμος, λοιπόν, δεν έχει ανάγκη ούτε να ειπωθεί, ούτε υπάρχει εξαιτίας της γλώσσας. η γλώσσα απ’ την άλλη έχει τη δυνατότητα να ονοματίζει και να νοηματοδοτεί εκδοχές του κόσμου, μέσα στα όριά της. κι εγώ δεν έχω παρά μόνο αυτά τα όρια, της γλώσσας, μέσα στα οποία, και όχι πέρα απ’ αυτά, δύναμαι να κινηθώ, να ποιήσω. να ονοματίσω, λοιπόν, τον κόσμο, να τον νοηματοδοτήσω, που σημαίνει να προσπαθήσω να συνυπάρξω ως ένα όλο μ’ αυτόν τον κόσμο, και όχι να ζω παράλληλα σ’ αυτόν εγκιβωτισμένος στις προσωπικές μου εμμονές, που ουδόλως λογαριάζουνε το διακύβευμα της κάθε εποχής.

6.
το ύφος του ποιήματος
αποστρέφομαι το πομπώδες γιατί μου θυμίζει κουραστική παρέλαση υποταγής,
το γλυκερό γιατί περιορίζει το εύρος των γεύσεων,
το βαρύθυμο γιατί δεν μ’ αφορούν τα ενδόμυχα κανενός,
το βαθύκομψο γιατί είναι η άβυσσος που μας κοιτάει, δεν είμαστε εμείς που την κοιτάμε,
το διδακτικό γιατί ουδείς γνωρίζει.
το ποίημα πάνω από όλα είναι ένα άλμα στο ομιχλώδες κενό
7.
η επιδίωξη
μένει να αναρωτηθώ: προκύπτει κάτι από αυτά, έχει κάποια ισχύ όλη αυτή η διαδικασία της ποίησης; υπάρχει κάτι να ειπωθεί ή να δημιουργηθεί, να επαν/ιδρυθεί; αυτό, το βασικότερο, ερώτημα που από τα παρασκήνια τίθεται σε κάθε ποίημα με καλεί, και ως ποιητή, και ως αναγνώστη, να το θέσω και να το αντιμετωπίσω. ο ποιητικός λόγος, υποστηρίζω, θέτει ως συνεχή στόχο την αποκάλυψη, δια της ονοματοθεσίας και της νοηματοδότησης, της ουσίας ή των ουσιών, του κόσμου, και τη συνεχή επανίδρυση της σχέσης μας με αυτόν, όπου κόσμος δεν εννοείται μόνο μια φιλοσοφική ή επιστημονική ενατένιση των γεγονότων, αλλά και η βίωση της πιο απτής και απλής καθημερινότητας μας. κι αυτή τη συνεχή επαν/ίδρυση είναι που θέλω να πετύχω και που διαλαλώ ότι θα πρέπει να επιδιώκεται από τη διαδικασία της ποίησης. το νόημα, όμως, αυτού του κόσμου καλείται ο καθείς να το δώσει μόνος του. οφείλει να αποφασίσει ο καθείς, θα έλεγα, αν έχει συνείδηση, αν έχει όραση, αν έχει υπαρξιακή πυγμή, οφείλει να αποφασίσει, αν ο κόσμος έχει νόημα, και να το δώσει μόνος του. οι έτοιμες λύσεις δεν ταιριάζουν στον ποιητή. ο ποιητής δημιουργεί τις λύσεις. κι αυτό το νόημα, όχι όμως και ο κόσμος, περιβάλλεται και λέγεται, από εκείνο το μοναδικό υλικό που έχω, κοντεύω να πω που είμαι: τη γλώσσα.
8.
ο ποιητής
θα με βρείτε πολέμιο απέναντι στον ποιητή που θα θελήσει να είναι περισσότερο αναγνωρίσιμος από τα ποιήματα του.
πολέμιο στον ποιητή που στα ποιήματα του δίνει τη λειτουργία του μέσου με σκοπό την θωπεία της προσωπικής του ματαιοδοξίας.
πολέμιο στον ποιητή που περιφέρει τα ποιήματα του στις τελετές επιβράβευσης, μέχρις ότου κάτι αποκομίσει.
πολέμιο στον ποιητή που θα θελήσει να ηγηθεί, να κυβερνήσει και να εξουσιάσει παντί τρόπω τους άλλους ποιητές και να καθορίσει την μόδα, μόνο αυτές οι λέξεις ταιριάζουν εδώ, της ποιητικής παραγωγής της εποχής του.
πολέμιο στον ποιητή που θα συνδιαλλαγεί παντί τρόπω με την πολιτική εξουσία προς όφελος των ποιημάτων του, και των ποιημάτων φίλων του, εν τέλει προς ίδιον όφελος· κάτι θα υποψιάζεται κατά βάθος για να προσφεύγει σε τέτοιες μεθόδους.
πολέμιο στον ποιητή που θα επιδοθεί στη δημιουργία ενός αραχνώδους ιστού κοινωνικών επαφών με το ισνάφι των ποιητών, θεωρώντας έτσι ότι αξίζει οι ποιητές να θεωρηθούν μια ιδιαίτερη κάστα και κοψιά ανθρώπων.
πολέμιο στον ποιητή που θα θεωρήσει ότι είναι ικανός να διδάξει, και ότι πρέπει να διδάσκονται, πώς γράφονται τα ποιήματα.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφίες: Huang Xiaoliang. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]








