frear

Μάτια από ζύμη – του Αχιλλέα Τζορμακλιώτη

Ήταν π’ είχα πρηνηδόν γείρει κατά το μπαρ, όταν σαν πρωινό δρεπάνι στριμώχτηκε ο ήλιος από μίαν άκρη της κουρτίνας και με ξανάνιωσε. Σκέφτηκα πως θα ’χα κει, πάνω από έξι-επτά ώρες. Άλλος πελάτης; Ούτε λόγος. Παντέρημος. Συνηθισμένος, βλέπετε˙ δούλευα άνεργος, και σ’ ετούτο το μπαρ μάσαγα μπόλικες εργατοώρες. Λίγο ξέμακρα, πρόσεξα έναν τύπο αδύνατο, με ρούχα φθαρμένα και μουλιασμένα από χυμένα υγρά, να καθαρίζει τραπέζια. Όταν σπινθηρίστηκε από το μάταιο βλέμμα μου, γύρισε και μου ’γνεψε κατά την πόρτα. Κιχ, δεν έβγαλα˙ μονάχα σηκώθηκα και, μισοστηριγμένος απ’ ό,τι αντικείμενο πλάτειαζε το διάβα μου, ζύγωσα την πόρτα. Την άνοιξα και ξεχύθηκα στο λούτρινο, χνουδωτό χάραμα.

Στο περπάτημα απάνω ένιωθα το σώμα μου λαστιχένια μπάλα και μέσα του σαν σαμπρέλες να γυροφέρνουν χειμαρρώδη αλκοολούχα ποτάμια. Τ’ ανακάτεμα ήταν τέτοιο που γέμιζε το στόμα μου σάλιο και το στύφιζε σαν κουκούτσι αποξηραμένου φρούτου. Πότε πότε έγλειφα τα χείλια κ’ έτσι μου ’μοιαζε να συνέρχομαι˙ άλλοτε πάλι το βάδισμα μ’ αδυνάτιζε και τα πόδια μου διαμαρτυρόμενα λύγιζαν. Στο κεφάλι μου, εικόνες – φιλμ χαλασμένο κι ασπρόμαυρο˙ τίποτα δεν ερχόταν σ’ αρμονία. Όμως όσο σφάδαζα και σαν θρασίμι έφερνα βόλτες άσκοπες, νόησα πως κάτι έπρεπε να μασήσω, να φάω – τροφή να εισβάλει και να με στερεώσει.

Δεν χρειάστηκε να ψάξω πολύ για να βρω ένα πρόχειρο ταχυφαγείο. Έφτασα μέσα, είδα τον υπάλληλο που σαν υπεροπτικό μουλάρι κοίταγε το πρόσωπό μου, κι απλά του ’δειξα κάτι αφράτο και περιτυλιγμένο με ζύμη. Έβγαλα από την τσέπη κέρματα, τ’ αράδιασα μπροστά του, το πήρα, έφυγα. Έπρεπε το συντομότερο να καθήσω. Το λυκαυγές στο μεταξύ ξεπλενόταν σαν από νέφτι περιλουσμένο, έβρισκε χώρο η μέρα κι απαύγαζε ένα φως στυγερό, βερνικωτό, που λες κ’ επίτηδες κάρφωνε τα μάτια μου και μ’ έλιωνε όπως τ’ αλάτι τον γυμνοσάλιαγκα. Βολεύτηκα σ’ ένα θεοσκότεινο στενοσόκακο σαν διασωσμένος από τη φονική επίθεση της μέρας˙ έπιασα σφιχτότερα το ζυμωτό πράμα στα χέρια μου και το ξετύλιξα.

Μήτε που προλάβαινε η μπουκιά ν’ αυλακώσει τα σπλάχνα μου, και ξανά στο στόμα μου την ένιωθα έτοιμη να την ξεράσω. Τούτο γινόταν για ώρα. Έχωσα δυο δάχτυλα στο φαγητό, τ’ άνοιξα να δω τι στην ευχή είχε μέσα. Μία π’ έφερα το κεφάλι κοντά στο εσωτερικό του, μία που το κόλλησα μαζί με την πλάτη στον τοίχο. Ένιωσα τη ράχη μου σιδερόβεργα τηγμένη από φλόγιστρο. Σ’ όποιον θεό ορκίζομαι, πως, ανάμεσα στη ζύμη, αιματόρυθρη σάλτσα πασάλειβε τυριά κι αλλαντικά˙ κι όπως τα χέρια μου έσφιγγαν ολοένα, τόσο την έβλεπα που ξέβγαινε κ’ έτρεχε, κι από το μικροσκοπικό βάθος της ένα ζευγάρι μάτια, το ορκίζομαι, με κοίταζαν˙ φαντάζανε χαμογελαστά, ελαφρώς κλεισμένα, κατακόκκινα από τη σάλτσα.

Τώρα ξεκίνησα με την παλάμη να διαλύω τη σάλτσα ανάμεσα στα τυριά – να συνθλίψω τ’ απαίσια χαμογελαστά μάτια˙ και κείνα, σαν θάμα, επιβίωναν. Πέταξα το φαΐ κάτω. Το κλώτσησα και το ’φτασα κάνα μέτρο μακριά. Αλλά πάλι, λες κ’ ήταν μούχλα κ’ εξαπλωνόντουσαν, τα μάτια ζευγαρώνανε συνέχεια, έφτασαν να ’ναι κ’ εγώ δεν ξέρω πόσα, και τούτο το ζυμωτό φαΐ που μου ’χαν δώσει τα χέρια εκείνου του υπεροπτικού μουλαριού είχε καταπλακωθεί από βλέμματα π’ ήταν καρφωμένα επάνω μου. Προσπάθησα να κουνηθώ ζερβόδεξα, όμως τα βλέμματα μ’ ακολουθούσαν. Και τότε, σαν τη φευγαλέα σκέψη που κάπου σκαλώνει και σκοντάφτει, το μυαλό μου κινητοποιήθηκε μια δόση, κάτι λειτούργησε, κατάλαβα. Όλα εκείνα τα μάτια, ήταν τα μάτια της μάνας μου. Της πεθαμένης μάνας μου.

Η μία κόρη ήταν σκουρότερη και φάνταζε όπως ο εσταυρωμένος στην περίφημη εικόνα. Έλεγες πως σε κοιτούν μάτια ζαβά, όμως κατά παράξενο λόγο έβλεπαν μακρύτερα απ’ όλα όσα ξέρω. Τα παρατηρούσα τώρα ξανά και ξανά, μην μπορώντας ν’ αντιληφθώ τι ήταν όλ’ αυτό που συνέβαινε. Μονάχα μέσα μου ένιωθα να σπάω, κομπόδεμα να γίνονται τα όργανά μου, τα ρέστα μιας έσχατης χιμαιρικής συνθήκης. Και τότε, σαν απόσταγμα τσαλαπατημένης οξυδέρκειας, μου φάνηκε η ζύμη να διαστέλλεται, να γιγαντώνει και να τεντώνεται, να φτάνει, τέλος, κοντά στο μέτρο. Είχα μπρος μου ένα ωμό ζυμωτό πράγμα με μπόι κοντά στην κοιλιά μου. Η σάλτσα είχ’ απλωθεί τριγύρω, το τυρί ξεπρόβαλλε από τις άκρες, κι ένα ζευγάρι μάτια (τα υπόλοιπα ζευγάρια είχαν πια εξαφανισθεί) ήταν στο μέσο και κοίταγαν ασίγαστα. Κ’ έτσι που το φαγητό μου πήρε μια ανθρώπινη μορφή με τα μάτια της μάνας μου, η ανάγκη για επαφή με παρακίνησε και χάραξα με το νύχι μου στο ζυμάρι ένα στόμα.

-Μάνα; μίλησα τότε, υποθέτοντας πως μπορεί πλέον ν’ απαντήσει.

Το γιγάντιο ζυμάρι πλησίασε, κοίταξε βαθύτερα μέσα μου. Δεν μιλούσε, παρά ανοιγόκλεινε το τεχνητό στόμα, λες και προσπαθούσε μ’ όση δύναμη να βγάλει μια λέξη. Τότε το ξανάγγιξα, λάξεψα κι από τις δύο πλευρές τη ζύμη δημιουργώντας δύο χέρια και το ίδιο έκανα και για τα πόδια. Κ’ έπιασα το ’να χέρι και προχώραγα με το ζυμάρι. Κι όπως βάδιζα ένιωθα τη γνωστή ζέση στο σώμα μου˙ την μπλε φωτίτσα π’ έκαιγε τη μορφή μου από χαμηλά ώς απάνω στο κεφάλι˙ το τσίτωμα των σπλάχνων μου και το κόμπιασμα της ανάσας˙ την τόσο αληθινή ματιά της μάνας μου. Στο βήμα τα κατάφερνε, κι όμως φωνή δεν έβγαζε. Αγωνία χάιδευε την ύπαρξή μου, συσπούσα, έσφιγγα το σώμα μου κι άφηνα έναν νωπό ιδρώτα σαν κάλμα να τρέχει και να με ατονεί. Ένιωθα κενός, ανήμπορος για μια παράταιρη σκέψη. Ο δρόμος γέμιζε από κόσμο, ο ουρανός ολόλευκη άσπρη σκόνη, τίποτα δίπλα μας, τίποτα, εγώ κι αυτή, μονάχα οι δυο μας και οι φλόγες μας.

Στο σπίτι, χάος. Τη βόλεψα σε μια γωνιά κι απολογήθηκα για την ακαταστασία (ήξερα πως σίγουρα την πείραζε που το ’βλεπε έτσι μετά τον θάνατό της). Το στομάχι, όμως, όλο και με πέθαινε˙ πείνα κι ανακάτεμα συμπτύχθηκαν κ’ έγιναν τροχός που τρόχιζε σαμπρέλες, λάστιχα κ’ οινοπνεύματα επέπλεαν στο σώμα. Το σπίτι ήταν τελείως άδειο από φαγητό. Δεν υπήρχε καν κάτι κατεψυγμένο. Άναψα τσιγάρο, το κάπνισα, πόναγε το κεφάλι μου. Άρπαξα δύο χάπια, τα πέταξα στο στόμα, οι ώρες πέρασαν, αποδείχθηκαν και τούτα άχρηστα. Είχα, πια, κουραστεί˙ έφθινα, μάζεψα με τα χέρια στην κοιλιά σαν καλοπλυμένο ρούχο. Η μάνα απέναντι, ακίνητη, όπως τη βόλεψα, να με καρφώνει με τα μάτια, λες κ’ ήταν βέλη κ’ ήθελε να τα εκτοξεύσει πάνω μου, με το χαραγμένο στόμα όλο και να προσπαθεί να μιλήσει και να μην μπορεί, και να με κάνει χειρότερα, αμήχανος και διπλωμένος να στέκω και να την κοιτάζω και να ’μαι έτοιμος να κλάψω.

Η ένταση πίεζε το κεφάλι μου, η πίεση ενεργοποιούσε τη σκέψη μου, έτσι που νευρικά ξεδίπλωσα και πήγα στην κουζίνα. Έπιασα ένα ταψί, άπλωσα μέσα του μια λαδόκολλα. Σκεφτόμουν ξανά τη μάνα και πόσο μ’ έσφιγγε εκείνη η παρουσία, σαν μέγγενη γραπωμένη στα τέσσερα σημεία του κορμιού μου, έτοιμη να σφίξει και να με κάνει κονσερβοκούτι. Κ’ έπιασα τότε το χεράκι που της δημιούργησα και το ’κοψα. Έκανα το ίδιο και με το άλλο. Εκείνη δεν είπε τίποτα. Τα ζύμωσα στα χέρια έτσι που το τυρί να πάει σε όλη τη ζύμη και τα ξάπλωσα στη λαδόκολλα. Ύστερα, ξανά πίσω, τεμάχισα τα πόδια της απλώνοντάς τα και τούτα στη λαδόκολλα. Στο δεύτερο ταψί που ’χα τώρα στο τραπέζι, είχα απλώσει το μισό σώμα και το κεφάλι. Το πρώτο ήδη ψηνόταν κ’ έπαιρνε χρώμα.

Όταν είχε βγει το πρώτο ταψί κ’ είχα τ’ αλάδωτο ζυμάρι στο πιάτο μου, με το τυρί και την αιματόρυθρη σάλτσα απλωμένα, άρχισα να το τρώω και να συνέρχομαι. Η μπουκιά στο στόμα μασιόταν, μπροστά σχηματισμένη η μάνα μου, παραδίπλα ο πατέρας, κάπου ανάμεσα καταχωνιασμένος εγώ. Λες και το φαΐ ήταν τηλεόραση, κ’ οι μπουκιές τηλεκοντρόλ κ’ η καθεμία άλλαζε την εικόνα μπρος μου. Δεκάδες σκηνές παρέλασαν στα μάτια μου. Και στη γωνιά, όπου καθόταν λίγη ώρα πριν μια ζύμη π’ ήτανε η μάνα μου, τώρα ό,τι απέμεινε, σκορπισμένος χυλός λέρωνε το πάτωμα. Κ’ εγώ να μην σταματώ να τρώω, το στόμα μου μονίμως ανοιχτό λες κ’ υποβαλλόταν σε ενδοστοματική ακτινογραφία, να ανοιγοκλείνει κ’ εικόνες μπρος μου ν’ αλλάζουν˙ ένιωθα, πια, το σπίτι κατακλυσμένο απ’ αναμνήσεις. Όσα τόσο καιρό θάφτηκαν, τούτη η τυροπιτοειδής μορφή της μάνας μου τ’ αφύπνισε μεμιάς.

Όταν κατάλαβα το στομάχι μου κουμπωμένο, στιβαρό απ’ όσα είχε αποθηκεύσει, έπρεπε να φύγω. Άρχισα να συμμαζεύω τα πάντα: καθάρισα τα πατώματα και τους χυλούς, τα έπιπλα, τις κουρτίνες, μάζεψα ακόμη κι όλα τα σκουπίδια. Ένας ελαφρύς πονοκέφαλος, σαν ύστατη υπενθύμιση της πρωινής εκτροπής, παρέμενε, τον έσερνα μαζί μου σαν άλυτη θηλειά. Θα ’ταν μεσημέρι όταν βγήκα ξανά έξω, με την κίνηση αραιότερη, τον αέρα φτωχότερο, φωτογραφία πόλης σε σκονισμένο κάδρο. Κ’ έτσι που τα βήματα ποτέ δεν τα έλεγχα, βρέθηκα πάλι στην πόρτα εκείνου του μαγαζιού. Δεν ήταν πάνω απ’ ώρα ανοιχτό. Κ’ είχα πρηνηδόν γείρει κατά το μπαρ όταν ήρθε το πρώτο ποτό. Ο ήλιος τώρα ξέθωρος, οι κουρτίνες κλειστές, τίποτα δεν με ξανάνιωνε. Έπινα και σχεδόν κοιμόμουνα.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη