frear

Η σύνδεσή σας δεν είναι ασφαλής – του Ευάγγελου Ι. Τζάνου

Παραμονές των Χριστουγέννων η Μιράντα, προτού επιστρέψει από τη δουλειά της στο σπίτι, αγόρασε ένα μικρό δέντρο στολισμένο. Η ώρα ήταν οκτώ το βράδυ κι ένιωθε εξαντλημένη. Είχε φύγει νωρίς το πρωί για γενική καθαριότητα στο ευρύχωρο διαμέρισμα μιας νέας πελάτισσάς της, της Ευανθίας, αλλά ταλαιπωρήθηκε τόσο πολύ που γυρίζοντας πήρε την απόφαση να μην ξαναδουλέψει για λόγου της. Στην πραγματικότητα ο χριστουγεννιάτικος στολισμός δεν τη συγκινούσε διόλου τη Μιράντα, της ήταν αδιάφορο αν θα στολιζόταν έστω κι έτσι, με το δεντράκι, το σπίτι, ωστόσο το αγόρασε για να βρει την ευκαιρία να αντιπαρατεθεί με τη Φρόσω. Γι’ αυτό, χωρίς να αφαιρέσει τη συσκευασία, το έκρυψε προσωρινά στο δωμάτιό της και μετά μπήκε στο μπάνιο.

Η Φρόσω, δεύτερη εξαδέλφη της από την πλευρά των μανάδων τους, συνομήλική της, δεν είχε σχολάσει ακόμη. Τις τελευταίες μέρες έκανε υπερωρίες. Δούλευε σ’ ένα κοντινό σούπερ μάρκετ, στα τυριά – αυτό, εκτός των άλλων, την είχε βοηθήσει να λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Μέχρι τώρα δεν είχε ανοίξει καμιά κουβέντα για παρόμοιους στολισμούς. Τα τρία παιδιά της είχαν φτιάξει από καιρό τις δικές τους οικογένειες, κι η ίδια τα τελευταία χρόνια, δηλαδή από τότε που χήρεψε, ζούσε με ό,τι θεωρούσε απαραίτητο. Από τις γκριμάτσες και τις στάσεις του σώματός της μπορούσες να καταλάβεις πως πρόκειται για έναν άνθρωπο που δεν επιτρέπει στους άλλους να βγάζουν τα συμπλέγματά τους επάνω του, πως δεν αφήνει καμιά διφορούμενη κουβέντα που να μην απαντήσει. Ωστόσο, διαισθανόσουν μια αδιόρατη δυσκολία που είχε με τη δουλειά της, ήταν σαν να αναρωτιόταν κάθε στιγμή: «Τι νόημα έχουν όλα αυτά;» Έκοβε τα τυριά λες και ο αλλεπάλληλος τεμαχισμός τους ισοδυναμούσε με μια πράξη δικαιοσύνης για κάποιο ατόπημα που αυτά είχαν διαπράξει, λες και ο προορισμός τους ήταν να παραμείνουν ανέπαφα. Αν και συγχρόνως αμφέβαλλε για το μέγεθος της ποινής, μετά το ζύγισμα χαλάρωνε με τη σκέψη πως όλα είχαν γίνει σωστά.

Δεν το είχε πολυσκεφτεί να φιλοξενήσει τη Μιράντα στο ιδιόκτητο διαμέρισμά της. Η εξαδέλφη της επικαλέσθηκε κάποιους λόγους που την έκαναν να επιστρέψει στην πατρίδα κι η Φρόσω, ανέκαθεν δοτική, έκανε πως τους πίστεψε. Μερικούς μήνες μετά σαν να το είχε μετανιώσει, όχι εξαιτίας της ψεύτικης καλοσύνης που εξέπεμπε η Μιράντα όταν μιλούσε, μιας καλοσύνης επιτηδευμένης, ένα είδος απαραίτητης, δίχως όμως νόημα, ευγένειας, αλλά επειδή στο μεταξύ είχε μάθει την πραγματική αιτία που είχε οδηγήσει τη Μιράντα να γυρίσει πίσω.

Περασμένες δέκα, καθώς η τηλεόραση έπαιζε χαμηλόφωνα, η Φρόσω και η Μιράντα κάθονταν αμίλητες στο κοινόχρηστο δωμάτιο φορώντας χοντρά ρούχα, πράγμα που τις έδειχνε ακόμη πιο παχιές. Έξω είχε χιονιά, στην πολυκατοικία δεν έβαζαν πια πετρέλαιο, έτσι το διαμέρισμα ήταν υγρό και κρύο. «Η φίλη μας η κυρία Ευανθία, ώρες ώρες γινόταν πολύ κουραστική, Θεέ μου!» είπε η Μιράντα σαν να μονολογούσε, και τίναξε κάπως εκνευρισμένη τη στάχτη από το τσιγάρο της. Η Φρόσω έβαλε προσεχτικά τον σελιδοδείκτη στο ρομάντζο που διάβαζε και το έκλεισε. Σκέφτηκε πως όπου να ’ναι θα χρειαζόταν να έρθει αντιμέτωπη με μια ανούσια, αν όχι δυσάρεστη, κατάσταση. «Να φανταστείς, αγαπημένη μου Φρόσω, δεν έπαψε να με επιτηρεί, έτοιμη σε καθετί που έκανα να ανοίξει το στόμα της. “Με όλο το θάρρος της σημερινής μας γνωριμίας, χρυσή μου κυρία Ευανθία”, της είπα κάποια στιγμή, “δεν ήρθα εδώ για να πάρω μαθήματα πώς να καθαρίζω, αλλά για να κάνω τη δουλειά μου, την οποία, πιστέψτε με, γνωρίζω καλά. Έρχομαι για πρώτη φορά στο σπίτι σας, όμως έχω πάει σε πολλά σπίτια, και να δείτε που στο τέλος θα μείνετε ευχαριστημένη και θα με ξαναφωνάξετε”. Μέχρι να φύγω, είχαμε γνωριστεί καλύτερα.»

«Δηλαδή;» ρώτησε η Φρόσω ξετυλίγοντας μια καραμέλα γάλακτος που κράτησε σφιχτά στο μάγουλό της ρουφώντας την. «Ενδιαφέρθηκε για τη ζωή μου», εξήγησε η Μιράντα και κοιτώντας το πρήξιμο στο μάγουλο της Φρόσως χαμογέλασε. Η ανάσα της Φρόσως ακούστηκε τώρα βαριά. «Τι της είπες;» ρώτησε τη Μιράντα καχύποπτα. «Μα, αυτό που συνέβη, βέβαια», είπε η Μιράντα αθώα. Ήπιε μια γουλιά ουίσκι και συμπλήρωσε: «Ότι γύρισα πίσω μονάχα από νοσταλγία, μετανιωμένη που άφησα την πατρίδα μου για είκοσι χρόνια. Ότι η κόρη μου μεγάλωσε πια και δεν έχει την ανάγκη μου. Πως η μικρή σύνταξή μου μαζί με λίγα μεροκάματα θα μου είναι αρκετά για να ζήσω κι εγώ με αξιοπρέπεια».

Γι’ απάντηση, η Φρόσω μάσησε την καραμέλα και την κατάπιε. Αν και θα ξημέρωνε Κυριακή, την περίμενε μια εξίσου κοπιαστική μέρα, τα μαγαζιά λόγω των εορτών ήταν ανοιχτά. Βολεύτηκε στην μπερζέρα χωρίς να κάνει κανένα σχόλιο. Η Μιράντα έσβησε το τσιγάρο της και για δυο λεπτά δεν μίλησε, περίμενε. Ήθελε να διαπιστώσει πως όσα είχε πει είχαν γίνει πιστευτά. Ύστερα σηκώθηκε αποφασισμένη και πήγε στο δωμάτιό της. Η Φρόσω έπιασε πάλι το ρομάντζο, αναβάλλοντας γι’ άλλη ώρα αυτό που ήθελε να πει. Λίγο μετά, η Μιράντα γύρισε κρατώντας ένα μικρό καταπράσινο φουντωτό δέντρο πολύχρωμα στολισμένο. «Δες εδώ, καλή μου!» είπε στη Φρόσω σαν να της έδειχνε μια έκπληξη που βρήκε μπαίνοντας στο δωμάτιό της. Η Φρόσω, αντικρίζοντας το δεντράκι, έκλεισε πάλι το βιβλίο, με δύναμη αυτή τη φορά.

«Τι θα κάνεις με τούτο;» ρώτησε τη Μιράντα νιώθοντας ότι απειλείται μέσα στο ίδιο της το σπίτι. «Είπα να στολίσουμε λιγάκι», έκανε η Μιράντα, «να νιώσουμε Χριστούγεννα». «Δεν μπορώ να γιορτάσω κάτι το ανύπαρκτο, προτιμώ ν’ αφήσεις αυτή την αηδία στο δωμάτιό σου», είπε η Φρόσω χωρίς περιστροφές. «Δεν θέλω να τη βλέπω εδώ πέρα», συμπλήρωσε. Η Μιράντα πήρε το ύφος μιας καλόψυχης δασκάλας που ενδιαφέρεται για τη σωστή διαπαιδαγώγηση της μαθήτριάς της. «Απορώ με τη συμπεριφορά σου, γλυκιά μου Φρόσω, και ανησυχώ», είπε μειλίχια σαν αρχή της συμβουλής που θα ακολουθούσε: «Κανείς δεν σου ζήτησε να γιορτάσεις αυτό που υπάρχει. Αν η πραγματικότητα δεν ήταν φτιαχτή, τι νόημα θα είχε η ηθική μας;» «Συνηθίζω, αντίθετα από σένα Μιράντα, να μην παριστάνω κάτι άλλο από αυτό που είμαι.» «Τι λες εκεί! Μήπως είσαι ο τέλειος άνθρωπος και δεν το ξέρουμε, Φρόσω;» «Αυτή η αγωνία είναι δική σου, Μιράντα, όχι δική μου.» «Τότε να με αφήσεις ήσυχη. Να μην το κοιτάς το δεντράκι αν δεν σου αρέσει, ο εγωισμός δεν είναι καλός σύμβουλος. Κοίτα αλλού, αλλά να μάθεις να σέβεσαι!»

Η Φρόσω δεν έβγαλε τσιμουδιά. Είχε αιφνιδιαστεί. «Στο φινάλε, κάτι τέτοιο θα έκανε και μια νοσηλεύτρια!» είπε η Μιράντα τάχα κολακευτικά εκμεταλλευόμενη τη σιωπή της εξαδέλφης της. Στ’ αλήθεια, ήξερε καλά πώς να την πληγώσει. Από τα εφηβικά της χρόνια, το όνειρο της Φρόσως ήταν να σπουδάσει, να γίνει νοσηλεύτρια. Σήμερα κουβαλούσε την απραγματοποίητη προσδοκία της σαν μια δυσβάσταχτη αποτυχία που, μολονότι η ίδια δικαιολογούσε τον εαυτό της ότι δεν έφταιξε, δεν έπαυε να στοιχειώνει τη ζωή της.

Έσβησε έξαλλη την τηλεόραση και τινάχτηκε όρθια χτυπώντας το τηλεκοντρόλ στο φορτωμένο χαμηλό τραπεζάκι. «Πώς σου ήρθε να το πεις αυτό;» ρώτησε με έξαψη τη Μιράντα κοιτώντας την κατάματα. Η Μιράντα για να ξεγλιστρήσει άρχισε να λέει πρόσχαρα πόσο ευθύς άνθρωπος ήταν η εξαδέλφη της, από μικρό παιδί έτσι ήταν, πως έκανε καλά παιδιά και πως παρ’ όλο που ούτε αυτά σπούδασαν κάτι, είχαν γίνει χρήσιμα άτομα στην κοινωνία. «Ησύχασε, αγάπη μου, μια κουβέντα ήταν, ίσως έχεις δίκιο, η θέση του δεν είναι εδώ», είπε καταλήγοντας και ακούμπησε με ικανοποίηση το δεντράκι επάνω στον μπουφέ δίπλα από τα κλειδιά του διαμερίσματος.

Η Φρόσω άναψε τσιγάρο. Πριν μερικά χρόνια είχε περάσει έμφραγμα, αλλά δυο τρεις φορές τη μέρα δεν μπορούσε να κάνει δίχως νικοτίνη. Φοβήθηκε πως η καρδιά της δεν θα άντεχε. Κάθισε στην μπερζέρα και προσπάθησε να υποκριθεί την ατάραχη. Η σκέψη του θανάτου τής προξένησε τρόμο. «Στη δουλειά, με πήρε η Ευανθία στο κινητό», είπε αργότερα χωρίς να στρέψει το κεφάλι της προς τη μεριά της Μιράντας. Ούτε η Μιράντα γύρισε να την κοιτάξει. Έκανε πως βγάζει χνούδια από τη ρόμπα της. Ήταν αρκετά πανούργα ώστε να έχει υπολογίσει κάτι τέτοιο. Κάθισε στον καναπέ ήρεμα και απαλά. Τα πιτσιρίκια τού επάνω ορόφου έπαιζαν μπάλα κάνοντας φασαρία.

«Τι ψευτιές ήταν αυτές που είπες στη γυναίκα, Μιράντα; Δεν ντράπηκες να της πεις ότι αναγκάστηκες να κάνεις την καθαρίστρια ύστερα από μεγάλη αναποδιά της τύχης. Ότι τον άντρα σου, ενώ ήταν αθώος, τον έμπλεξαν σε μια υπόθεση με ναρκωτικά και πως σε έστειλε πίσω άφραγκη και μόνη για να σε προφυλάξει. Νομίζεις ότι την έπεισες, ή νομίζεις ότι έπεισες εμένα λέγοντας όλα αυτά τα περί δήθεν νοσταλγίας και κουραφέξαλα;»

«Αγνή μου, Φρόσω! Το θεωρείς απίθανο να νιώσει νοσταλγία κάποιος που λείπει σωστά είκοσι χρόνια από την πατρίδα του;» είπε η Μιράντα παριστάνοντας την έκπληκτη. «Δεν είναι κρυφό πως δεν υπήρξε ποτέ σύζυγος, Μιράντα. Εσύ μόνο γνωρίζεις τον πατέρα του παιδιού σου. Η κόρη σου δεν άντεχε να σ’ έχει κοντά της και να σε προσέχει, γι’ αυτό σ’ έδιωξε. Ένα χρόνο συγκατοικήσατε και την έκανες να μπαινοβγαίνει στο φρενοκομείο. Και κείνος ο υπάλληλος στην εταιρεία που καθάριζες και που απολύθηκε εξαιτίας σου, εκείνος ο συμπατριώτης μας, έχει ορκιστεί ότι αν σε βρει δεν θα σε αφήσει να ζήσεις, και, θυμήσου, μια φορά κόντεψε να πραγματοποιήσει την απειλή του.»

Η Μιράντα, σαν να μην τα ήξερε όλα αυτά, έδειξε ενδιαφέρον ν’ ακούσει πώς έχουν τα πράγματα. Περισσότερο οργίστηκε με το θράσος της εξαδέλφης της. Πώς τολμούσε κι έλεγε τέτοια λόγια χωρίς να τη φοβάται; Έφυγε τρέχοντας στο δωμάτιο της Φρόσως, όπως θα έτρεχε πανικόβλητη αν το φαγητό στην κουζίνα είχε αρχίσει να καίγεται. Τα πιτσιρίκια στον επάνω όροφο έπαψαν να θορυβούν. Τώρα ακουγόταν θόρυβος από το δωμάτιο της Φρόσως, η Μιράντα ήταν σαν κάτι να έψαχνε. Η Φρόσω έσβησε το τσιγάρο της, χωρίς αυτό να έχει τελειώσει, και μπήκε στο υπνοδωμάτιό της. Με κατάπληξη είδε τη Μιράντα να έχει ανοίξει μια βαλίτσα επάνω στο κρεβάτι.

«Τα δικά σου παιδιά σε παρακαλάνε να πας κοντά τους», είπε η Μιράντα όχι χωρίς κάποια πίκρα. «Γιατί δεν πας να ζήσεις μαζί τους; Θα το δεις, θα σου κάνει καλό, Φροσάκι μου. Αυτή η μοναξιά σε τούτο το στενόχωρο διαμέρισμα σ’ έχει τσακίσει. Άλλωστε δεν χωράμε, και τον τελευταίο καιρό φέρεσαι τόσο παράξενα», συμπλήρωσε ταχτοποιώντας προσεχτικά τα εσώρουχα της Φρόσως στη βαλίτσα.

«Έχεις την εντύπωση ότι τα ρούχα μου χωράνε σε μια βαλίτσα; Τι με πέρασες; Σαν εσένα που τα πράγματά σου δεν γέμισαν καλά καλά ούτε μία;» «Πιστεύω, Φρόσω, πως δεν είναι απαραίτητο να διαπληκτιζόμαστε. Βέβαια δεν περιμένω να με ευχαριστήσεις που είμαι αναγκασμένη να ετοιμάζω εγώ τα πράγματά σου, αλλά θα θυμάσαι ασφαλώς ότι ανέκαθεν ήμουν ταχτική με τα ρούχα.» «Όπως τότε στην κατασκήνωση;» ρώτησε η Φρόσω υπαινιχτικά κι η Μιράντα ξέσπασε σε ένα βιασμένο γέλιο, τόσο μικρό που έμοιαζε με λόξυγκα. «Σε καλό σου! Τι πήγες και θυμήθηκες! Καλά καλά δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάς», είπε, αλλά ο τρόπος της την πρόδιδε πως λέει ψέματα, οι κινήσεις της έγιναν γρήγορες.

Έβαλε στη βαλίτσα όσα φορέματα χώρεσαν και στρίμωξε σε μια άκρη κάποια από τα προσωπικά αντικείμενα της Φρόσως που έφερε από το μπάνιο. «Κοντεύαμε τα δεκάξι. Ήταν η πρώτη φορά που ερχόμουν στην κατασκήνωση», είπε κλείνοντας τη βαλίτσα με προσοχή. «Πού έχεις το κλειδί;» ρώτησε μετά με απότομο τρόπο. Η Φρόσω άνοιξε το πρώτο συρτάρι της σιφονιέρας κι έβγαλε από ένα σκούρο καφέ ξυλόγλυπτο κουτί ένα μικρό χαλκά με περασμένα δυο κλειδάκια. Έκλεισε αθόρυβα το κουτί και πέταξε τα κλειδιά επάνω στο κρεβάτι πλάι στη βαλίτσα. Αναπόλησε τις φορές που την είχε χρησιμοποιήσει, τα ταξίδια που έκανε με τον άντρα της έχοντας πάντα τη σιγουριά ενός γκρουπ. Ωραίες εποχές, απολαυστικές!

«Ο κανονισμός της κατασκήνωσης απαγόρευε ρητά τα προκλητικά ρούχα», είπε η Φρόσω ήρεμα και κάθισε στο κρεβάτι. Ήταν η πρώτη φορά που θυμόταν εκείνα τα γεγονότα, αλλά, όπως φάνηκε καθώς τα ανακαλούσε στη μνήμη της, τα θυμόταν λεπτομερειακά. «Ο ιδιοκτήτης ήταν ανένδοτος», συμπλήρωσε κοφτά. «Ο ιδιοκτήτης; Ας γελάσω! Ποιος; Αυτός που στην ηλικία του έβαφε τα μαλλιά του καφέ κι είχε την απαίτηση από έναν νεαρό κατασκηνωτή να μη βάφει τα τσουλούφια του πορτοκαλί;» αντέδρασε η Μιράντα. «Ήταν τόσα πολλά τα ρούχα σου που φράκαραν τη σκηνή μας», επέμεινε η Φρόσω προσπερνώντας την παρατήρηση της Μιράντας.

Κι εξακολούθησε: «Το εξώπλατό σου και το σορτσάκι έκαναν τα αγόρια να τρελαίνονται. Περνούσες πλάι στο συρματόπλεγμα κι όταν αυτά πλησίαζαν, εξαφανιζόσουν. Ούτε που μου περνούσε από το μυαλό τι έκανες. Είχες ήδη επιλέξει τον νεαρό για τον οποίο ντυνόσουν έτσι χυδαία. Όταν μου ζήτησες να γράψω ένα σημείωμα, επειδή δήθεν λάτρευες τα καλλιγραφικά γράμματά μου, μάταια προσπάθησα να σε μεταπείσω. Αρνιόμουν να ανακατευτώ στις ασχήμιες σου. Αλλά τα είχες όλα προσχεδιασμένα. Μου χάρισες, τάχα με πολλή αγάπη και με πολλά καμώματα, το εξώπλατο και το σορτσάκι ρωτώντας με σαν μιξοπαρθένα αν απαγορεύεται και το φλερτ. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί δέχτηκα το δώρο σου, αφού, έτσι κι αλλιώς, δεν θα το χρησιμοποιούσα. Κι όταν η ομαδάρχισσα σας έπιασε ένα βράδυ στο συρματόπλεγμα, της είπες, τάχα μετανιωμένη για την εκδούλευση που απερίσκεπτα έκανες, ότι εγώ σου είχα δώσει το σημείωμα για τον νεαρό. Στα πράγματά μου βρήκαν τα προκλητικά ρούχα σου, και χωρίς τον ελάχιστο δισταγμό μ’ έδιωξαν από την κατασκήνωση, ενώ εσένα σε κράτησαν δίνοντάς σου μια δεύτερη ευκαιρία. Εκείνος ο μαντράχαλος σε γούσταρε, δεν ομολόγησε την αλήθεια, τον επέπληξαν και δεν σε ξαναείδε, αλλά όταν φύγατε από την κατασκήνωση, ξέρω πως για ένα διάστημα βρισκόσαστε. Καλά λες, ανέκαθεν ταχτοποιούσες τα πράγματά σου!»

Η Μιράντα δεν είχε όρεξη να δώσει σημασία στις αναμνήσεις της εξαδέλφης της. Μάλιστα σαν να μελαγχόλησε καθώς θυμήθηκε την κατάληξη που είχε η σχέση της με τον νεαρό. Χώρισαν αμέσως μόλις άρχισαν να γνωρίζονται καλύτερα, χώρισαν μάλλον αδιάφορα, με τον τρόπο που χωρίζουν κάποιοι βαριεστημένοι ενήλικες. Ξεπερνώντας αυτοστιγμεί την ανεπαίσθητη λιποψυχία της, γράπωσε τα κλειδιά και κλείδωσε τη βαλίτσα. Ύστερα τα έδωσε στη Φρόσω και με φωνή που δεν είχε τίποτε από τη γνωστή γλυκύτητά της είπε: «Κάλεσε ταξί».

Η Φρόσω έβγαλε από την ντουλάπα την πιο καλοδιατηρημένη τσάντα της, πήρε το χοντρό της κασκόλ και βγήκε στο κοινόχρηστο δωμάτιο. Πήγε στο τηλέφωνο και πήρε τον αριθμό. Η Μιράντα τράβηξε τη βαλίτσα μέχρι το κούφωμα της πόρτας του διαδρόμου κι έστησε αυτί. Όταν συμπέρανε πως το ραντεβού με το ταξί είχε κλειστεί, μπήκε στο κοινόχρηστο δωμάτιο, στρώθηκε κερδισμένη στην μπερζέρα και άνοιξε την τηλεόραση. Γι’ αρκετή ώρα προσηλώθηκε στην ταινία που έπαιζε. Προσπαθούσε να καταλάβει. Δύο άντρες συζητούσαν για κάποιο ζωτικό ψεύδος. Όμως δεν έβγαζε άκρη, δεν καταλάβαινε ούτε ποιος είχε το δικαίωμα να το ορίσει, ούτε ποιον ωφελούσε. Το ζωτικό ψεύδος έμοιαζε πιο πολύ με απάτη παρά με συγκάλυψη ψευδαισθήσεων. Η Φρόσω δεν έριξε ούτε μια ματιά στην τηλεόραση. Είχε βυθιστεί σε σκέψεις.

«Πέρασαν χρόνια από την τελευταία φορά που σου άνοιξα την πόρτα μου», είπε στη Μιράντα. Εκείνη έσβησε την τηλεόραση με ένα αίσθημα πλήξης. Πήρε στα χέρια της το ρομάντζο που διάβαζε η Φρόσω κι αφού έριξε μια γρήγορη ματιά στο εξώφυλλο, έκανε έναν αμυδρό μορφασμό απέχθειας και το έριξε στη θέση του. «Αν δεν ήταν ο Φώντας, δεν ξέρω κατά πόσο θα είχα συμφωνήσει τότε να σε φιλοξενήσουμε», συνέχισε η Φρόσω, «έλειπες για χρόνια και οι δικοί σου είχαν ξεκόψει κάθε επαφή με σένα». «Ήταν πραγματικός κύριος ο άντρας σου», είπε η Μιράντα και συμπλήρωσε: «Μόλις είχε παντρευτεί και το τελευταίο σας παιδί και τον είχε πειράξει που μείνατε οι δυο σας. Ένα βράδυ, μου εκμυστηρεύτηκε πως η ζωή εδώ μέσα δεν είχε πια κανένα νόημα». «Ώστε γι’ αυτό ανέλαβες εσύ να της δώσεις;» ρώτησε ειρωνικά η Φρόσω. «Αυτό είναι ψέμα», είπε κάπως φωναχτά η Μιράντα, «μεγάλο ψέμα. Ήταν η εποχή που η φτωχή μου η Μπέτυ παντρεύτηκε και ήξερα πολύ πιο καλά κι από τους δυο σας τι σημαίνει μοναξιά. Ο Φώντας με κατάλαβε απόλυτα». Η Φρόσω χαμογέλασε. «Μωρέ, σε πέταξε έξω προτού καλά καλά του κουνηθείς», είπε ευχαριστημένη.

Η Μιράντα σηκώθηκε και πήγε στον μεγάλο καθρέφτη που ήταν επάνω από τον μπουφέ. Ανασήκωσε το δεντράκι και το ακούμπησε με δύναμη λες κι αυτή η κίνηση συμβόλιζε το τελειωτικό χτύπημα που είχε καταφέρει στην εξαδέλφη της. «Οι δικοί μου δεν είχαν χώρο να με φιλοξενήσουν», είπε, «σκόπευα να μείνω κανένα μήνα. Ήταν πολύς καιρός για να τους ξεβολέψω». «Κι όταν μας είπες ότι θα πας να τους δεις, χώθηκες σε ένα βρομερό μέρος έχοντας την πεποίθηση πως δεν θα σε ανακάλυπτε κανείς», είπε η Φρόσω νιώθοντας χαρά. «Έπρεπε δηλαδή να ξέρω τι μαγαζί ήταν;» ρώτησε η Μιράντα πασπατεύοντας τα χέρια της. «Αλλά δεν τα υπολόγισες σωστά», εξακολούθησε η Φρόσω, «εκεί μέσα δεν έπιαναν οι προστυχιές σου. Ήσουν σίγουρη ότι οι άντρες θα έπεφταν ακόμη στα πόδια σου, πως θα μπορούσες να τους χρησιμοποιείς, ωστόσο γελάστηκες». «Αν δεν μπορεί μια γυναίκα να πιει με την ησυχία της ένα ποτό, αυτό δεν είναι διόλου δικό μου φταίξιμο, Φρόσω.» «Σε διαπόμπευσαν, Μιράντα, αυτή είναι η αλήθεια. Γύρισες αναστατωμένη ταράζοντάς μας στα ψέματα, ότι σε είχαν κλέψει. Λίγες μέρες μετά μίλησες στον Φώντα, νομίζοντας πως θα τον κατάφερνες να σε λυπηθεί. Του ξεφούρνισες καινούργια ψέματα και του ρίχτηκες ξεδιάντροπα. Ο Φώντας πήγε σε κείνο το μαγαζί, κι όταν έμαθε τι συνέβη, μ’ έβαλε να σου πω διακριτικά ότι δεν μπορούσαμε να σε κρατήσουμε περισσότερο, ότι χρειαζόμαστε το δωμάτιο.»

«Ζήλεια, ζήλεια, ζήλεια!» φώναξε η Μιράντα. «Πάντα με ζήλευες, δυστυχισμένη Φρόσω, γιατί ήξερα να τη ζήσω τη ζωή μου, ενώ εσύ είχες τις έγνοιες σου!»

Η Φρόσω γέλασε τρανταχτά. Όμως προτού προλάβει να απαντήσει, χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας. Η Μιράντα μπερδεύτηκε, πίστεψε πως ήταν το θυροτηλέφωνο, πως είχε φτάσει το ταξί, και σκίρτησε από χαρά. Έτρεξε στο δωμάτιό της, κι ενώ στην αρχή κλείδωσε την πόρτα, άλλαξε γνώμη, ξεκλείδωσε και κάθισε στο κρεβάτι. Κάποτε ήταν εκεί το παιδικό δωμάτιο και είχε χρόνια να χρησιμοποιηθεί. Η Φρόσω πήγε με διστακτικά βήματα στην εξώπορτα. Ήξερε πως όταν θα ερχόταν το ταξί, θα την ειδοποιούσαν στο κινητό. Ρώτησε σιγανά «ποιος είναι;» και η απάντηση που πήρε από μια αντρική φωνή, ακόμη σιγανότερη, ήταν ένα ονοματεπώνυμο. Ένα δυσάρεστο προαίσθημα την έκανε να ανατριχιάσει και πήγε μισό βήμα πίσω. «Αν μου ανοίξετε, δεν έχετε να φοβηθείτε τίποτε», είπε με αδημονία η αντρική φωνή πίσω από την εξώπορτα.

Χωρίς δεύτερη σκέψη, η Φρόσω μισάνοιξε, όσο χρειαζόταν για να τρυπώσει ο άντρας μέσα χωρίς να κάνει καθόλου φασαρία. Έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω και μη βρίσκοντας αυτό που αναζητούσε, στάθηκε στο κέντρο του δωματίου. Η Φρόσω έκλεισε την εξώπορτα και πήγε κοντά του. «Κάνατε τόσα χιλιόμετρα», είπε ψιθυριστά για να σιγουρευτεί αν η υποψία της ήταν βάσιμη. «Θα έκανα περισσότερα, αν χρειαζόταν», είπε το ίδιο ψιθυριστά ο άντρας. «Πού είναι;» ρώτησε αμέσως. «Μήπως αν σας πω, γίνομαι συνεργός σας; Ήδη ότι σας άνοιξα είναι αρκετό», είπε η Φρόσω. Ο άντρας κοίταξε προς τον διάδρομο που οδηγούσε στο υπόλοιπο σπίτι. «Η ανοιχτή πόρτα είναι το υπνοδωμάτιό μου», είπε η Φρόσω, «παρακαλώ να το αποφύγετε. Αρκετά έγινε άνω-κάτω απόψε». Ο άντρας δεν περίμενε περισσότερο, μπήκε ακαριαία στον διάδρομο και κατευθύνθηκε στο δωμάτιο της Μιράντας.

Η Φρόσω πήγε στο παράθυρο. Ακούστηκε μια πόρτα να ανοίγει, η κεραυνοβολημένη Μιράντα να λέει: «Εσύ; Εσύ, εδώ;» και λίγο μετά ο άντρας όρμησε στο κοινόχρηστο δωμάτιο. Σκούπισε στο κασκόλ της Φρόσως το αίμα από το μαχαίρι που κρατούσε και το έχωσε στο παλτό του. «Να με συγχωρείτε που σας αναστάτωσα», είπε ψύχραιμα και βγήκε από το διαμέρισμα χωρίς να κλείσει την πόρτα πίσω του. Ύστερα από ελάχιστα δευτερόλεπτα η Φρόσω έβγαλε ένα περίεργο, δυνατό ουρλιαχτό. Αφουγκράστηκε μήπως ακούσει κανέναν ήχο να έρχεται από το παιδικό δωμάτιο και μετά κοίταξε από το παράθυρο κάτω στον δρόμο. Ο άντρας χωνόταν σ’ ένα ταξί που μόλις είχε φτάσει. Χαμογέλασε ικανοποιημένη και σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Adolph Gottlieb.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη