frear

Οι μυρωδιές της μνήμης – της Όλγας Δημοπούλου

Το Μαράκι τις γειτονιές της Νέας Ιωνίας στο Βόλο, τις μίσησε από μικρή. Όχι για τη φτώχεια, μα για τις μυρωδιές. Η μύτη ήταν το βάσανό της. Την ενοχλούσαν όλες οι μυρωδιές. Κι αυτή η γειτονιά βρωμούσε μέχρι λιγοθυμίας.

Δρόμοι στενοί, χωμάτινοι, ποτισμένοι με λογιών, λογιών απόνερα. Καμπινέδες, κουζίνες, πλυσταριά, κάμαρες όλα ένα χτίσμα. Φαγητά βαριά λιγωτικά, μπουγάδες σε γκαζιέρες αναμμένες μύριζαν αλισίβα. Μποστάνια μύριζαν θειάφι. Μυρωδιές ξένες που τις ανακάτευαν τα σπλάχνα.

Τα σωθικά της αναποδογυρίζανε και χόρευε τρελό χορό το στομάχι της, μέχρι που γέμιζε το στόμα της υγρά. Την αρρώσταιναν οι μυρωδιές κι ας ήταν μια σταλιά κορίτσι, γύρω στα πέντε. Αλλά, ήταν το ριζικό της, κάθε καλοκαίρι να την τραβολογάει η μάνα της , η Χαρίκλεια, απ’ την Αθήνα, να δούνε τον παππού.

Πυκνή η ζέστη εκείνο το καλοκαίρι στο Βόλο. Έφραζε αναπνοές, έφραζε τις χαραμάδες, έχτιζε τις γρίλιες στα πατζούρια. Μούσκευαν τα σεντόνια τη νύχτα. Ούτε το βαρύ ροχαλητό του παππού, δεν κατάφερνε να αερίσει την κάμαρη. Ξεγλιστρούσε το Μαράκι από το κρεβάτι και ξάπλωνε χάμω, στο μωσαϊκό για δροσιά. Μαξιλάρι η κοτσίδα της. Είχε μαλλί πυκνό και γυαλιστερό. Καστανοκόκκινο και μακρύ ως τη μέση. Όλοι τη θαύμαζαν για το μαλλί της. Και αυτή στον καθρέφτη έμενε με τις ώρες να το χαζεύει. Τα παιδιά στη γειτονιά, όλα κοντοκουρεμένα, άλουστα και ψειριασμένα.
Να το κουρέψεις το παιδί Χαρίκλεια, έδωσε σήμα ο παππούς ένα πρωί. Άντε να ξεψειριάσεις τόση μαλλούρα. Η Χαρίκλεια, σκέψη δεύτερη δε χρειάστηκε και το μεσημεράκι άρπαξε το Μαράκι σφιχτά απ΄ το χέρι. Τη φλόμωσε με ψέματα, καθώς την έσουρνε μέσα από τα στενά σοκάκια μες τη λάβρα και τη σκόνη. Τάχα για το πανηγύρι του Αϊ Λιά, τάχα για κάτι χτενίσματα. Της Μαρίας, της φάνηκε πως περπατούσαν ώρες. Η μπόχα, η ζέστη και τα ψέματα της θόλωναν μυαλό και μάτια.

Το κομμωτήριο ήταν ένα χαμόσπιτο χτισμένο με τσιμεντόλιθους.
Ένα σουραύλι μαγαζί, ένας τρισάθλιος πάγκος, γεμάτος μπικουτί και φουρκέτες.
Άδειο μέσα. Οι πελάτισσες έξω στο δρόμο με ρολά στα μαλλιά και βεντάλιες στο χέρι.
Τότε ήταν που ξεχώρισε στη μύτη της ή μυρωδιά της Λακ.
Ανέβηκε ευωδιάζοντας λικνιστικά κι έκατσε πάνω απ’ όλες τις άλλες μυρωδιές και τις σκέπασε.
Για μια στιγμή ανακουφίστηκε. Αναθάρρησε και γλύκανε το μέσα της.

Μα δεν κράτησε πολύ. Για πότε την άρπαξε η κομμώτρια με το ξεβαμμένο μαλλί , για πότε την κάθισε στην μοναδική καρέκλα και της έκοψε την κοτσίδα.
Το μόνο που θυμάται είναι πως όλα πάγωσαν μες το λιοπύρι. Η καρδιά της και η μιλιά της βουβάθηκαν. Το μόνο που ένιωθε ήταν τα υγρά που ανέβαιναν στα μάτια.
Τα υγρά από το στομάχι που ανέβαιναν στο στόμα. Ο ιδρώτας που ξεφύτρωνε από κάθε της πόρο. Υγρά περίσσια, σαν βροχή ιαματική που έρχεται μετά από ξηρασία, να ποτίσει τη γη, να ποτίσει τα μαλλιά της, να μακρύνουν πάλι.

Όλα της τα σωθικά λες κι έβγαιναν έξω να πνίξουν την αδικία, να πνίξουν την ντροπή, το θυμό,
τη ζέστη, τη μάνα… Τι μάνα, τι πόνος…
Στο Βόλο δεν χρειάστηκε να ξαναπάει καλοκαίρι. Ο παππούς πέθανε χειμώνα.
Μισεί τη ζέστη και τις μυρωδιές. Μισεί τα κομμωτήρια.
Τη μάνα της την έχει συγχωρέσει.
Τα μαλλιά της δεν τα μάκρυνε ποτέ ξανά.

Αγοράζει και ένα μπουκάλι Λακ κάθε τόσο, που στέκει άχρηστο, στην εταζέρα του μπάνιου.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly