frear

Πρωινό – της Ελένης Μαρινάκη

Ξημέρωμα Σαββάτου. Ξυπνώ απ’ το μονότονο συριγμό των τζιτζικιών. Έξι η ώρα. Διάπλατα τα παράθυρα να μπει λίγος αέρας. Καίγεται η άσφαλτος, μυρίζει πίσσα και πετρέλαιο. Τα αυτοκίνητα τρέχουν δαιμονισμένα. Τρέχει και ο ιδρώτας στην πλάτη μου, μουσκεύει το σεντόνι.

Τώρα ακριβώς θα βυθιστώ στη θάλασσα να σταματήσουνε οι θόρυβοι κι η ζέστη. Μπαίνω σ’ ένα περίεργο βυθό, κίτρινα ψάρια με πλησιάζουν. Τα μάτια τους κάτοπτρα στρογγυλά, παραμορφώνεται ο κόσμος. Ασπρίζει ο ορίζοντας. Δεν αναπνέω. Χάος με καταπίνει, μια παγωνιά παράξενη. Τα μέλη μου ακίνητα, μάταια προσπαθώ ν’ ανέβω προς τα πάνω. Πέθανα σκέφτομαι, μέχρι εδώ ήταν, τώρα τελειώνει η ζωή μου, αυτή η ασφυξία είναι ο θάνατος. Θα εξαφανιστώ χωρίς ίχνη. Ποιος θα με ψάξει στο βυθό. Έτσι θα ’ναι το τέλος.

Ξαφνικά ακούγεται κλάμα γοερό από τα βάθη, φωνές και μπερδεμένοι ήχοι. Με κλαίνε κιόλας φαίνεται. Είμαι εντελώς νεκρή.

Αισθάνομαι ένα μεγάλο τράνταγμα και βρίσκομαι στο πάτωμα κάτω απ’ το κρεβάτι. Τα κλάματα είναι οι απαρηγόρητοι λυγμοί της Λούλας, κόρης της γειτόνισσας. Πάλι την έδειρε η μάνα της και τώρα τήνε ψάλλει. Κάθε πρωί το ίδιο βιολί. Πού γύριζες μωρή όλη τη νύχτα; Ρεζίλι μ’ έκανες πάλι.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα. Στείλτε κι εσείς το δικό σας!]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly