frear

Ο ψίθυρος – του Πέτρου Φούρναρη

Η λιμουζίνα με ανεβασμένα τα φιμέ τζάμια γλιστρά σαν φάντασμα έξω από το παραλιακό καφενείο, περνά στο λιμάνι και σταματά στην άκρη της προκυμαίας, ακριβώς εκεί που κατεβάζει τη ράμπα το πλοίο της γραμμής.

Από τις πίσω πόρτες βγαίνουν δυο μελαψοί άνδρες με άσπρα σορτσάκια με ίσια τσάκιση, ανοίγουν το καπό, βγάζουν μια αναπηρική πολυθρόνα και την στήνουν δίπλα στην πόρτα του συνοδηγού.

Μπροστά τους ο ήλιος μόλις άγγιξε το φρύδι του λόφου. Πίσω τους, πίσω από μια θερμή κουρτίνα που μοιάζει να μονώνει τον ήχο, ένα ασυνήθιστα μεγάλο πλήθος. Στριμώχνονται στα δημοτικά παγκάκια ή στέκονται δίπλα τους ανεμίζοντας νευρικά τις βεντάλιες που κρατάνε, κοιτώντας κι αυτοί τον ήλιο και περιμένοντας…

Ο μελαψός άνδρας συμβουλεύεται το ρολόι του.
“Οχτώ και τριάντα ένα”, λέει.
“Οχτώ και τριάντα επτά”, απαντά ο άλλος. “ Ώρα είναι.”

Ανοίγουν την πόρτα του συνοδηγού, σηκώνουν τον αδύνατο, υπέργηρο άνδρα που κάθεται εκεί αμίλητος και τον ταχτοποιούν στο αναπηρικό καρότσι. Ταυτόχρονα η πόρτα του οδηγού ανοίγει και κατεβαίνει ο σοφέρ ντυμένος μια φαιοπράσινη κελεμπία. Πιάνει από τις λαβές το καρότσι κι αρχίζει να το κυλάει προς τη μεριά του μικρού μόλου.
Οι δυο μελαψοί άνδρες, όρθιοι δίπλα στο αυτοκίνητο παρατηρούν τον σοφέρ που απομακρύνεται. Το γυαλιστερό κρανίο του φλογίζεται από κόκκινες ανταύγειες· καθώς προχωρά, το μοναδικό τσουλούφι στο ιδρωμένο κεφάλι του μένει ακίνητο σαν μπλάστρι.

Οι δυο τους θα ανέβουν στον μικρό μόλο, που χώνεται λίγες δεκάδες μέτρα μέσα στη θάλασσα, και θα συνεχίσουν. Οι κινήσεις του σοφέρ θα είναι ακριβείας- ο μόλος μετά βίας χωράει το πλάτος της αναπηρικής καρέκλας. Όταν φτάσουν στην άκρη του – οι ρόδες από το καροτσάκι εξέχουν από τη στεγνή πλατφόρμα, τα πόδια του παράλυτου κρέμονται πάνω από το νερό-, ο σοφέρ θα μπλοκάρει την πολυθρόνα. Θα ισορροπήσουν εκεί αμίλητοι αφέντης και υπηρέτης, όπως έκαναν και χτες.

Όσο χρόνο χρειάζεται ο παράλυτος γέρος να εφαρμόσει τη μάσκα με τα σωληνάκια, να κάνει μερικές βαθιές εισπνοές, να τη δώσει πίσω στο σοφέρ για να τη βάλει ξανά στην κελεμπία του.
Και πριν φύγουν – μόλις ο ήλιος χαθεί πίσω από το λόφο-επιτέλους θα φυσήξει. Το τσουλούφι του σοφέρ θα ξεκολλήσει από το ιδρωμένο κρανίο, θα ταλαντευτεί όρθιο δυο τρεις φορές, σαν μεθυσμένος. Ο παράλυτος θα πάρει μια μεγάλη ανάσα, όση μπορούν να χωρέσουν τα πνευμόνια του, και πίσω τους ,από τη μεριά του μαζεμένου πλήθους, θα ακουστεί ένας ψίθυρος· κάτι σαν βαθύς αναστεναγμός…


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα. Στείλτε κι εσείς το δικό σας!]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: