frear

Ροδάκινα και δαντέλες – του Νικόλα Περδικάρη

Αφημένα σ’ ένα μπολ απάνω στο τραπεζάκι φρούτα πυρόξανθα, ολοστρόγγυλα, με το χνούδι στη φλούδα. «Νεκρή φύση» αλλά όχι και τόσο νεκρή, αν σκεφτείς ότι διατηρείται για λίγες ημέρες στο ψυγείο. Και απ’ έξω, μοστράρεται μια χαρά, σαν ένα βουνό από σφαίρες φαγώσιμες, που για έναν ακόμα λόγο, επειδή δεν έχουν φαγωθεί προς το παρόν, μπορούν να υπερηφανεύονται για τη ζωή και την «υγεία» τους, έστω διατηρημένη σε συνθήκες ψύξης.

Ήθελα από καιρό να συσχετίσω τα ροδάκινα με τις δαντέλες, αυτές που ακουμπάει πιο δίπλα η Ντάσσα. Στο ίδιο έπιπλο, με προσοχή, δήθεν τυχαία. Παρατάει πότε ένα βρακί, πότε το νεγκλιζέ, κοντά στο μπολ με τα φρούτα. Καρποί μιας γης που δεν είναι δικιά μας, όμως εμείς τη λεηλατούμε, ορεγόμαστε τα «παιδιά» της, θαρρείς και έχουμε δικαιώματα επάνω σε αυτά και σε άλλα μικρά νόστιμα «παιδιά»: σιτάρι, βρώμη, λάχανα, καρύδες. Ό,τι κι αν λαχταρούμε, επιστρέφουμε πάντα σ’ εκείνα τα ζουμερά πλάσματα, που πλάσματα θεωρούνται μόνο και μόνο επειδή εμείς τους προσδίδουμε αυτή την ιδιότητα.

Μπαίνω ήσυχα στο δωμάτιο, πέντε λεπτά προτού αναχωρήσω για το εργοστάσιο, και τη βρίσκω ξαπλωμένη.

-Πού πας, αγάπη μου; Μουρμουρίζει. Μου τη σπάει όταν είναι Δευτέρα ή Τρίτη ή Τετάρτη και με ρωτάει: πού πας αγάπη μου; Που να πάω; Στη δουλειά.

Ήθελα από καιρό να συσχετίσω τα ροδάκινα με τις δαντέλες. Αυτό το δίπολο μου ‘χε έρθει στο νου, σαν τίτλος έκθεσης-έκφρασης απ’ το δημοτικό: Γράψτε ό,τι γνωρίζετε για αυτά τα φρούτα και το βρακί της μάνας σας ή της αδελφής σας… Έπειτα, είναι και η Ντάσσα, που γδύνεται σα διάολος, πετώντας τ’ ασπρόρουχά της όπου να’ ναι. Το κάνει δύσκολο. Πολύ δύσκολο για μένα. Να μη βλέπω αυτές τις φανέλες, το σουτιέν της, δίπλα στους καρπούς του θέρους.

Στην είσοδο όπου παραδίδουμε τις κάρτες μας, ένας προβολέας με χτυπάει στα μάτια μέρα- νύχτα. Στοιχιζόμαστε ο ένας πίσω από τον άλλον και προχωράμε αργά ως τη λήξη της βάρδιας, παρότι θα οφείλαμε να είμαστε σβέλτοι, καθώς διαλέγουμε τις παλέτες. Ένας μακρύς διάδρομος σέρνει απάνω του, άριστα συναρμολογημένα, τα μπιχλιμπίδια μιας πολύχρωμης ζωής: είδη πρώτης ανάγκης, κομπόστες σε κονσέρβα.

Βαριεστημένοι τύποι, σαν του λόγου μου, επιφορτίζονται με το καθήκον να παρατηρούν αν τα προϊόντα είναι ελαττωματικά ή όχι. Ύστερα, τα τοποθετούν σε κουτιά. Αμφιβάλλω αν υπάρχει έστω και ένας εδώ μέσα, που να έχει το χάρισμα ή απλώς την όρεξη για δουλειά.

Η θεία Βιργινία ήταν κάποτε το παράδειγμά μας. Είχε οχτώ χέρια αντί για δύο, τέσσερα πόδια. Συμμάζευε τις παραγγελίες με ταχύτητα κομήτη, ξεχώριζε τον σκάρτο από τον καλό ντενεκέ με τη γωνία του ματιού και μόνο. Σήμερα έχει κουραστεί. Σέρνεται και αυτή όπως όλοι μας, ακολουθώντας μια τροχιά παράλληλη με αυτή των κιβωτίων. Κοιτάζει το πετσί στα χέρια της και περιμένει την ώρα να περάσει. Ευχάριστο που τα ρούχα της είναι ραμμένα σύμφωνα με το παράδειγμα του ουράνιου τόξου. Εφτά κλωστές, διαφορετικής απόχρωσης, τυλίγονται σαν υφασμάτινα πρίσματα γύρω από κόμπους, συνθέτοντας, έτσι, αυτό που η Βιργινία φοράει, από το λαιμό μέχρι τους αστραγάλους. Αρπάζει, σχεδόν στα τυφλά, ακόμη ένα κιβώτιο και μου χαμογελάει.

-Γεια σου, ομορφόπαιδο.

-Γεια σου, θεία.

Αν ήταν μπροστά η Ντάσσα θα ζήλευε ακόμα και αυτόν τον μικρό, ασήμαντο χαιρετισμό.

Καθώς σκύβει να προλάβει το επόμενο δέμα, το φόρεμα της θείας σηκώνεται, αποκαλύπτοντας τις φτέρνες κι ένα κομμάτι από τη γάμπα της. Στο τέλος της ρόμπας εργασίας της, παρατηρώ έναν ελαφρύ κυματισμό να απλώνεται κατά μήκος ενός υφασμάτινου «διαδρόμου», που θα μπορούσε να ονομαστεί και δαντέλα. Αυτό το θέαμα, σε συνδυασμό με το χνούδι στο πρησμένο πόδι της Βιργινίας, με κάνει να αναφωνώ νοερά: να ένας ακόμα συσχετισμός. Η υφή από τα αγαπημένα μου φρούτα. Αργοπεθαίνουν στο πλάι, σε σφραγισμένα ντενεκεδάκια. Δαντέλες στα ρούχα των κυριών. Και άλλα ρούχα και άλλα ροδάκινα, παρατημένα στο σαλόνι μου. Στις καρέκλες, στα τραπέζια. Γίνονται ένα με τα βελούδινα προικιά της Ντάσσας.

Οι τρίχες στο σβέρκο μου ορθώνονται, όπως όταν γεύομαι την κοκκινο-κίτρινη χυμώδη σάρκα ενός καρπού. Θα φαγωθώ και εγώ κάποτε, αλλά πότε; Από τα, μέχρι σήμερα, της ζωής μου πολύ αμφιβάλλω, αν στο τέλος της «καριέρας» μου θα με ακουμπήσει κανείς δίπλα σε μια δαντέλα ή αν θα με τυλίξει, τουλάχιστον, σε μια φλούδα από ανάγλυφο κωλόχαρτο.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ο Νικόλας Περδικάρης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1979. Πρωτοεμφανίστηκε στην πεζογραφία με το βιβλίο «Ο Σκύλος με το Λουλούδι στο Στόμα» (Το Ροδακιό, 2014).]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη