frear

Οι κατηγορίες του Θανάτου – του Θανάση Δ. Σταμούλη

Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο σκέφτομαι πως υπάρχει αρκετός θάνατος για όλους· τους τελευταίους μήνες τον χωρίζω σε κατηγορίες για να μπορώ να τον υπολογίζω καλύτερα.

Τον Σκονισμένο Θάνατο τον φέρνουν στην πόλη από την επαρχία. Για να τον πλάσουν, σκάβουν τη γη και τον σπέρνουν. Μόλις πετάξει ανθό τον κόβουν από τη ρίζα και τον φορτώνουν σε μεγάλα καφάσια. Και μετά τον πετάνε σε μία καρότσα φορτηγού και τον στέλνουν σε όλη τη χώρα. Έτσι φτάνει σε εμάς· ο Σκονισμένος Θάνατος δεν ανήκει σε όλους. Είναι φτιαγμένος από χώμα και πέτρα. Δεν τον καταλαβαίνουν όλοι, δεν τον εκτιμούν όλοι, παρά μόνο όσοι έχουν ρωγμές στα πρόσωπα ή χώμα στα νεφρά. Για τους περισσότερους από εμάς μοιάζει αδιάφορος ή απόμακρος.

Ο Θάνατος Της Αλμύρας φτάνει στην πόλη από το Αιγαίο πέλαγος. Είναι λευκός, κολλάει στις σόλες και μεταφέρεται παντού. Έτσι τα κτήρια σκουριάζουν, οι αρθρώσεις σκουριάζουν, οι καρδιές σκουριάζουν. Είναι όμως ελαφρύς και δεν σκοτώνει με μιας. Κυλάει στις φλέβες και θρέφεται από τα τοιχώματά τους. Όσοι δεν αγαπάμε τη θάλασσα ή δεν ζούμε από αυτήν, δεν κινδυνεύουμε. Μπορούμε να τον σκοτώσουμε με ένα φτέρνισμα. Εκείνοι όμως που ζυγίζουν κάθε μέρα το θαλασσινό νερό με τις παλάμες, δεν γλυτώνουν ποτέ. Επειδή για αυτούς, ο Θάνατος Της Αλμύρας έχει βάρος. Ένας τόνος ανά δάχτυλο. Τόσο είναι το βάρος του που όταν σε κυκλώσει δεν μπορείς να ξεφύγεις με τίποτα. Σαν να πρέπει να κουβαλήσεις με τα δάχτυλα τσιμεντόλιθους.

Ο Τσιμεντένιος Θάνατος ανήκει στην πόλη. Δεν είναι ούτε βαρύς, ούτε τραχύς. Ούτε υγρός, ούτε πετρώδης. Είναι φτιαγμένος από όλα αυτά αλλά διαφοροποιείται. Απορροφά τα συστατικά και γίνεται κάτι συμπαγές που κολλάει στο μάτι και δεν φεύγει ποτέ. Για εμάς, τους ανθρώπους της πόλης, είναι ο θάνατος που περιέχει περισσότερη ακρίβεια. Είναι σχεδόν χειρουργικός, σε αγγίζει εκεί που ξέρει ότι μπορεί να σε φθείρει: κάτω από το κρανίο. Πρώτα τσιμεντάρει τις σκέψεις σου κι έπειτα τις ακινητοποιεί. Και εσύ δεν μπορείς να ξεφύγεις από αυτό. Μένεις στάσιμος, ακίνητος, σχεδόν χτίζεσαι μέσα στο ίδιο σου το σώμα· παρότι δεν τον αγάπησα ποτέ, νομίζω πως αυτός ο θάνατος μου ταιριάζει περισσότερο. Και για να αποκτήσω οικειότητα μαζί του, τον αποκαλώ Μικρό Αδερφό.

Ο Μικρός Αδερφός αλλάζει ανάλογα με τις εποχές. Τον χειμώνα γίνεται τσουχτερό κρύο, μικρές ημέρες και υγρά βράδια. Και όταν ξαπλώνεις στο κρεβάτι τίποτα δεν σε ζεσταίνει, επειδή μέσα στο κεφάλι σου όλα κρυώνουν, όλα μικραίνουν, όλα μουσκεύουν. Μόλις καλοκαιριάσει, όμως, είναι που γίνεται ανυπόφορος. Καίει, διογκώνεται, στάζει. Και είναι τόσο δύσκολο να τον συνηθίσεις που δεν κοιμάσαι τα βράδια. Απλώς μαθαίνεις να ψιθυρίζεις: τσιμεντένιος θάνατος.

Όταν το κεφάλι μου δεν σκέφτεται: τσουχτερό κρύο, μικρές ημέρες, υγρά βράδια, καμένες νύχτες, διογκωμένους φόβους και τσιμεντένιους θανάτους, αρχίζω να φαντάζομαι πως μπορεί να μοιάζει ο Μικρός Αδερφός. Αν είναι ψηλός, γεροδεμένος ή σακάτης. Αν μου μοιάζει ή αν έχει μαλακά χαρακτηριστικά. Αλλά πάντα καταλήγω στο ίδιο συμπέρασμα: πως η καρδιά του είναι τόσο άδεια όσο το όνομά του.

Η Δήμητρα όταν ακούει για τις κατηγορίες του θανάτου θυμώνει. Λέει πως προσπαθώ να κλείσω τη ζωή σε ένα σκοτεινό υπόγειο, όχι τον θάνατο. Σαν να πιστεύω, λέει, πως για να ζήσει κάποιος πρέπει πρώτα να πεθάνει. Και μετά λέει, πως εκεί που υπάρχει χορτάρι, χώμα, ουρανός και θάλασσα υπάρχει ζωή. Τίποτε δεν χάνεται. Αρκεί να μπορείς να αγαπήσεις. Μπορείς να πεις σ’ αγαπώ, ρωτά στο τέλος. Δεν απαντώ, σαν να μου είναι δύσκολο να πω: θέλω να ζήσω.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr
%d bloggers like this: