frear

Η μυστική πόλη – της Μαργαρίτας Σκουμπουρδή

Με είπανε τρελό και έτρεξα να μιλήσω, να τους πω, να τους εξηγήσω τέλος πάντων την θέση μου αλλά η φωνή μου τσιριχτή, αλλόκοσμη λόγω της έντασης έφερε εμπόδιο στην επικοινωνία και προκάλεσε ξεφωνητά, γέλια κοροϊδευτικά μέχρι και καρπαζιά στον αυχένα, που μου άφησε κοκκινίλα και ένα ελαφρύ τσούξιμο.

Η αιτία της παρεξήγησης ήταν ένα απλό γεγονός. Διαδόθηκε και διέρρευσε σε όλο το γραφείο ότι δήθεν ζητούσα αύξηση. Όχι ότι δεν τη δικαιούμαι μετά από τόσα χρόνια υπηρεσίας αλλά δεν θα τολμούσα ποτέ… όχι εγώ…

Και γέλασαν και έφτυσαν και χλεύασαν… έφτασα στο δώμα μου αγρίμι κυνηγημένο. Δεν είχα πού να μιλήσω. Σε ποια καρέκλα να σταθώ. Που να γύρω να παρηγορηθώ. Μόνος, ορφανός, γεροντοπαλήκαρο. Και τότε στην μαύρη απελπισία άρχισα να κλαίω και μέσα στα δάκρυα είδα από το ταβάνι να πέφτει από μια τοσοδούλα τρύπα άμμος. Κι απο άλλη σε άλλο σημείο του τοίχου, στο πάτωμα να πέφτει άμμος.

Πήρα κουβάδες και τους ίσιαξα κάτω από τις τρύπες. Η καθαρότητα και η τάξη του δώματος είναι το κύριο χαρακτηριστικό του. Η σοφίτα όπου διέμενα δεν ήταν τίποτα το αξιόλογο. Είχε ένα παράθυρο με περβάζι γεμάτο γλάστρες με μυρώνια, βασιλικούς, μαϊντανούς. Μυρωδικά τέτοια ώστε να ρίχνω στα ζυμαρικά που ήταν φτηνά και το σύνηθες φαγητό μου. Είχε ένα μικρό κουζινάκι σε μια γωνιά και έναν απορροφητήρα, το γραφείο που ήταν και καθιστικό κι ένα κρεβάτι.

Μέσα σε ένα λεπτό οι τρυπούλες πλήθαιναν και άρχισε άμμος να μπαίνει από παντού. Δεν έφταναν οι κουβάδες κι έβαλα ποτήρια και πιάτα. «Μα καλά αυτή είναι άμμος παραλίας» σκέφτηκα και στριφογύριζα απελπισμένος για τη ζημιά. Άνοιξα ξάφνου τα πατζούρια του παραθύρου και ένα κύμα άμμου μπούκαρε με μανία μέσα στο δώμα Όλα σκοτείνιασαν! «Είμαι θαμμένος!» σκέφτηκα μετά από ώρα κάτω από τόνους άμμου. Σηκώθηκα με δυσκολία και τίναξα το σακάκι μου. Έπειτα σκαρφάλωσα στο μικρό αμμόλοφο που είχε σχηματιστεί ως το ταβάνι. Ο λιγοστός αέρας με έκανε να ζαλίζομαι κι έφτασα στο παράθυρο. Προχωρούσα στα γόνατα ώσπου βρήκα νερό. Κι άρχισε η άμμος να γίνεται λάσπη…

Άκουγα φωνές και περίεργους θορύβους. Ο αέρας όπως είπα ήταν λιγοστός που τώρα πια λιπόθυμος βρέθηκα με μια μπουκάλα οξυγόνου. Άσπρες μορφές περνούσαν εμπρός από τα μάτια μου. «Πέθανα; Μα τι συνέβη στην σοφίτα;» Όλα αυτά τα ρωτήματα μου τα απάντησε μια μέρα ένα “ψάρι”. Η πολιτεία πλημμύρισε κατά τη διάρκεια του πολέμου και λίγοι επιστήμονες προέβλεψαν την καταστροφή, χωρίς να γίνουν πιστευτοί από την κυβέρνηση. ΄Όμως πρόλαβαν να φτιάξουν ένα τεράστιο υποθαλάσσιο θάλαμο και κράτησαν εκεί τους επιζώντες. Με τα μυστικά πειράματά τους δημιούργησαν μεταλλαγμένους ανθρώπους που μπορούσαν να αναπνέουν στη θάλασσα, με βράγχια, πόδια, κορμό και χέρια, να συνεννοούνται με νοήματα που αργότερα μου τα δίδαξαν. Αυτούς, εμείς, τους λέγαμε “ψάρια”. Πριν ακόμα συνειδητοποιήσω την κοσμογονική αλλαγή και την νέα τάξη πραγμάτων έκανα να περπατήσω στον θάλαμο ένα χρόνο. Με τάιζαν οι γιατροί θαλασσινά με αποτέλεσμα να ανέβει η χοληστερίνη μου και να μου δίνουν χάπια.

Πήγαινα με το οξυγόνο και κοίταζα την θάλασσα από τα φιμέ τζάμια. Έβλεπα όλα τα θαλάσσια ζώα και φυτά. Βράχους και πέρα στο βάθος αυτοκίνητα, δρόμους βυθισμένους και πνιγμένους ανθρώπους να επιπλέουν ακόμα! Όλη η πολιτεία είχε μετατραπεί σ ένα υποθαλάσσιο, γκρεμισμένο συγκρότημα.

Εφημερίδες δεν είχαμε να μάθουμε τα νέα. Αλλά κάποιος στο δωμάτιο του νοσοκομείου, μου είπε ότι χάσαμε τον πόλεμο και η κυβέρνηση χρησιμοποίησε το τελευταίο όπλο των επιστημόνων καθώς οι φυσικοί σεισμοί και καταποντισμοί που ακολούθησαν αμέσως, έκαναν την πόλη να βουλιάξει εντελώς. «Μα καλά δεν ένιωσα κανέναν σεισμό! Τίποτα!» Κι απάντησε εκείνος, «υπήρξε μόνο μια απότομη καταβύθιση!!!».

Σκέφτηκα ότι δεν κατάλαβα την πτώση από την ένταση που είχα λόγω των άλλων υπαλλήλων στο γραφείο. Τότε ένα καταχθόνιο μειδίαμα διαγράφτηκε στο πρόσωπό μου όταν συνειδητοποίησα ότι εκείνοι πνίγηκαν. Αυτή ήταν η τιμωρία τους!

Όταν ανάρρωσα εντελώς βγήκα στην αλάνα. Εκεί αμολούσαν τα “ψάρια” για διασκέδαση, παρατήρηση και μελέτη των επιστημόνων. Στον ένα χρόνο που δεν σηκωνόμουν από το κρεβάτι παρα μόνο μέχρι το παράθυρο επιτρεπόταν, με έμαθε για διασκέδαση ο κύριος Παλαμήδης που καθόταν στο διπλανό κρεβάτι τη «γλώσσα» των “ψαριών”. Ήταν και αυτά μέλη της κοινωνίας του θαλάμου και είχαν επίσης αναπτύξει το είδος της επικοινωνίας τους, ανάλογη με αυτή των θαλάσσιων θηλαστικών. Από τότε άρχισα να «μιλώ» με “ψάρια”. Η επικοινωνία μου μαζί τους ήταν περιπετειώδης διότι οι επιστήμονες, που τα αμολούσαν στους αμμόλοφους με μια μπάλα για διασκέδαση, τα μελετούσαν και αποδείχθηκε ότι μοιάζανε με χρυσόψαρα. Ξεχνούσαν τι λέγανε και ξεκινούσανε άλλη συζήτηση δίχως αρχή και τέλος. Με τον ίδιο ενθουσιασμό και απορία ξεχνούσανε τί είναι η μπάλα και διαρκώς της δίνανε άλλη χρήση. Ήταν σκέτη απόλαυση να τα παρατηρείς!

Ήμουν κλεισμένος μέσα στον θάλαμο αλλά ευγνώμων που ζούσα έστω και κάτω από αυτές τις συνθήκες. Όσοι είχαμε σώας τας φρένας μετά από δύο χρόνια παραμονής, μας ανέθεσαν οι υπεύθυνοι δουλειά. Εγώ ως γραμματέας κυβερνητικού υπουργού με έβαλαν στην γενική διεύθυνση με προϊστάμενο τον κ. Μπαζάκο. Όσους πάλι δεν άντεχαν την πίεση, οι επιστήμονες τους έκαναν πειραματόζωα με ηλεκτρόδια στο κεφάλι, γεννετική μηχανική στο αναπνευστικό και τους μετέτρεπαν σε “ψάρια”.

Το γενικό σχέδιο ήταν εμείς, οι κάτοικοι του υποθαλάσσιου θαλάμου, να πολλαπλασιαστούμε ως μεταλλαγμένα αμφίβια και να φτιάξουμε μία υποθαλάσσια πόλη, χαμένη από τα ραντάρ του Παλαιού Κόσμου. Γυναίκες δεν υπήρχαν πολλές και έτσι αναγκαζόμασταν, εμείς οι άντρες, να τις μοιραζόμαστε. Έτσι καταφέρναμε να πληθαίνουμε με νεογέννητα που τα βάζανε σε ειδικά δωμάτια. Οι επιστήμονες με τον καιρό επεκτείνανε τον θάλαμο χτίζοντας κτίρια εκκενωμένα από νερό με ειδικές αντλίες. Στόχος όπως είπαμε ήταν να χτίσουν και να δημιουργήσουν μία πόλη. Αργότερα, μετά από μια δεκαετία, θα την ονομάσουν “Μυστική Πόλη”.

Μετά από επίπονη εργασία με τα κυβερνητικά έγγραφα ξάπλωσα στην κουκέτα του δωματίου ξεκούρασης μαζί με τους άλλους υπαλλήλους. Η ώρα ήταν αργά το βράδυ και καθώς έβγαζα το σακάκι μου, άκουσα ένα βουητό τόσο έντονο που όσοι ήταν δίπλα μου ξύπνησαν αναστατωμένοι και άρχισαν να ντύνονται. Τότε η σειρήνα σήμανε και τα κόκκινα φώτα κινδύνου άναψαν. Όλοι έτρεξαν προς το κέντρο ελέγχου πατώντας και κλωτσώντας ποδάρια και χέρια συγκατοίκων.

«Ένα υποβρύχιο» φώναζαν από τα μεγάφωνα. «Μας βρήκε ένα υποβρύχιο εχθρικό κρυφτείτε!» Όλοι άρχισαν να τρέχουν πανικόβλητοι μέσα στον θάλαμο. Δεν υπήρχε κανένα μέρος να κρυφτεί κάποιος και ένας αξιωματικός κατέβηκε από τα κεντρικά να μας βάλει σε τάξη. Μας έβαλε πάλι για ύπνο στις κουκέτες ενώ τα μεγάφωνα άρχισαν να παίζουν κλασική μουσική ώστε να φύγει η ένταση. Για να ηρεμήσουμε μας έριξαν υπνωτικά αέρια…

Τα “ψάρια” αν και κατάλαβαν ενστικτωδώς, ξέχασαν τί γινόταν και ξανακοιμήθηκαν.

Εμείς ίσα προλάβαμε να προσευχηθούμε πριν μας πάρει ο ύπνος.

Την επόμενη μέρα, όλα ήταν ήρεμα. Σαν να μην είχε γίνει η επίθεση στην μυστική πολιτεία. Ο κυβερνήτης όταν είδε ότι όλοι μας ξυπνήσαμε ανακοίνωσε ότι η εχθρική επίσκεψη έλαβε τέλος.

Και έτσι συνεχίσαμε τις ζωές μας.


[Προδημοσίευση από τη συλλογή Η κορφή του κήπου, Γαβριηλίδης.]

Δείτε την ύλη του έντυπου τεύχους μας εδώ.

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: