frear

Ο σκόρος- του Νικόλα Περδικάρη

Ανάμεσα στα ρούχα μου κρύβεται ένας καταπράσινος σκόρος. Ένας βαρύς, υπαινικτικός και βλοσυρός σκόρος. Στ’ αλήθεια, δεν έχω δει ποτέ πώς στο καλό μοιάζουν αυτά τα έντομα από κοντά. Όμως, πάω στοίχημα πως ο δικός μου είναι ανεπαίσθητα μεταλλικός και μικροσκοπικός όσο ένα βουναλάκι από ρινίσματα σιδήρου, κολλημένα στο δάχτυλο.

Παλιά, στο μάθημα της Φυσικής, θα είχα λιώσει ένα δύο ζωύφια στις σημειώσεις. Ύστερα, θα συνέχιζα να υπολογίζω, τάχα μου ανίδεος, τις επιδράσεις των δυνάμεων απάνω σ’ ένα κεκλιμένο επίπεδο. Οπλισμένος με μια ψευδαίσθηση υπεροχής, θα βασιζόμουν στις κρυφές αρετές, που ίσως να είχα με το μέρος μου, μόνο και μόνο επειδή φιλοξενούσα στο εγχειρίδιό μου δύο απολιθώματα εντόμων, κρυμμένα στις σελίδες 5 και 6.

Η βροχή έστρωνε πάλι χαλάκι από λάσπη έξω από το παράθυρό μου. Έτσι, που και να ήθελα, δεν το κουνούσα ρούπι από το σπίτι. Αφού λοιπόν δεν είχα την εύνοια του καιρού να περιπλανηθώ στην εξοχή, ευκαιρία ήταν να σκάψω στα συρτάρια, μήπως κι ανακάλυπτα, επιτέλους, εκείνο το σκόρο. Η Τζάνις τρωγόταν με την αφεντιά μου: Σπάραζε δραματικά, που δεν ήξερα, πού βρισκόταν το ένα ή το άλλο αντικείμενο της κοινής μας εστίας. Από τα σώβρακα ως τα μαγειρικά σκεύη, θα όφειλα, έλεγε, να έχω μια ιδέα για το πού αποθηκεύονται τα πράγματα. Όμως εγώ δεν ασχολούμαι. Γι’ αυτό ακριβώς. Επειδή είναι πράγματα και ουδέποτε με προβλημάτισαν, μ’ εξαίρεση τώρα.

Ανακάτευα το χέρι μου πιστά, μέσα στ’ ασπρόρουχα, με κάποια αφοσίωση, κάποια διαίσθηση ότι, ο άγνωστος, μέχρι στιγμής, φίλος μου θα ταξίδευε από βαμβακερό σε βαμβακερό. Μαλλί, φανέλα κι όποιο άλλο ύφασμα μπορούσε να με σκεπάζει κάτω από την καθημερινή μου αμφίεση. Όμως, αντί να εντοπίζουν κάτι τοσοδούλι που κινείται, τα δάχτυλά μου έφταναν συχνά στον πάτο του συρταριού, φέρνοντας στην επιφάνεια βρώμα και υπολείμματα λήθης. Κανείς δεν ξεχνά, όσο βαθιά κι αν θάψει. Ποιος μου λέει πως ο σκόρος δεν είναι τίποτα άλλο από το φόβο απέναντι στις αναμνήσεις μου; Πως οι τρύπες που αφήνει στα ρούχα μου δεν είναι το «άδειο», από μια αλλόκοτα συνηθισμένη ζωή; Γι’ αυτό μισώ τουλάχιστον μια πλευρά από την αναμφίβολη ευφυΐα της Τζάνις. Επειδή με τον τρόπο της καταλαβαίνει: Η ανοχή που δείχνω απέναντι σ’ ένα έντομο που μασουλάει τα ρούχα μου, είναι ανοχή στο φόβο που με ξεσυνερίζεται.

Το χειρότερο συμβαίνει επειδή παίζουμε οι δύο μας ένα παιχνίδι: Εκείνη βλέπει τις τρύπες από τα υφάσματα και με κατηγορεί πως τις σκάρωσα μοναχός μου. Θαρρείς και στριμώχνω, όλα μαζί, τα δέκα μου δάχτυλα στα ήδη ξηλωμένα ρούχα. Για να κάνω τα σώβρακα ακόμα πιο τρύπια. Τις ξεδιάντροπες κάλτσες μου πιο απωθητικές απ’ όσο δείχνουν.

Θα τον χτυπήσω στο σώμα μου αυτό τον σκόρο. Θα τον κάνω τατουάζ. Έτσι σκέφτομαι. Να τον έχω απάνω μου όπου πάω. Ας μην τον γνώρισα, θα τον φανταστώ. Πράσινο, σκληρό και βλοσυρό. Σαν ελπίδα αποξηραμένη στο δέρμα. Έπειτα, εντελώς τυχαία, υπολογίζω σε κάτι άλλο. Απ’ το παράθυρό μου, η λάσπη έχει φύγει. Τα καφετιά νερά δίνουνε τη θέση τους στα διάφανα. Και στις σταγόνες ξεδιψάει ένα χρυσό πουλί. Μήπως αυτό; Μήπως αυτό καλύτερα; Ένα σπουργίτι, ζωγραφισμένο στην πλάτη μου αντί για σκόρο. Απάνω σ’ ένα τέτοιο, κρυφό, δικό μου ερώτημα, η αγάπη μου εισβάλλει στο δωμάτιο. Σα να ‘χει στον καρπό της, κεντημένο με μελάνι, ένα φτερό. Μισό δικό της, μισό δικό μου.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη