frear

Μια οικογένεια – του Θεοχάρη Μπαλαούρα

Ένα συνηθισμένο πρωινό, το παιδικό δωμάτιο της οικογένειας Λιάπη διακατέχοταν από μία ασυνήθιστη άπνοια. Ήταν επίσης ένα απ’τα λίγα πρωινά που επικρατούσε ησυχία, έξι μήνες μετά απ’τη γέννηση της πρωτότοκου κόρης, μέχρι να σπάσει ξαφνικά από τις κραυγές της κ. Λιάπη που, ετοιμόρροπη και χλωμιασμένη, τη βρήκε ο σύζηγος να κρατά το νεκρό βρέφος στην αγκαλιά της.

Όσες ώρες κι αν είχε περάσει το ζευγάρι σε νοσοκομειακούς διαδρόμους και θαλάμους αναμονής παιδιάτρων, κανείς δεν είχε προβλέψει πως ένα τέτοιο περιστατικό θα μπορούσε ποτέ να συμβεί και οι ίδιοι ποτέ δεν πίστεψαν πως η κόρη τους θα ανήκε στο μικρό αυτό ποσοστό που, όπως ανέφεραν οι γιατροί λίγες μέρες αργότερα, υπέκυψε στο σύνδρομο αιφνίδιου βρεφικού θανάτου.

Μήνες πέρασαν με τον κ. Λιάπη να θρηνεί σιωπηλά, εντός και εκτός της αστυνομικής του υπηρεσίας, ενώ η κ. Λιάπη αφιέρωνε το χρόνο της όχι στα οικιακά και συζηγικά της καθήκοντα -όπως συνήθιζε πάντοτε- αλλά στον εκκλησιαστικό βίο, βρίσκωντας συμπόνοια στα λόγια ιερωμένων.

Μία νύχτα, η κ. Λιάπη γυρνώντας από τον εσπερινό της ενορίας βρίσκει το σύζηγό της να την περιμένει. Καταβεβλημένος ο κ. Λιάπης λόγω της αϋπνίας από την οποία το τελευταίο καιρό πάσχει, αλλά και του αλκοόλ που εντός του ίδιου διαστήματος έχει αρχίσει να καταχράζεται, ζητά εξηγήσεις για τα νυχτοπερπατήματα της συζήγου του.

Η κ. Λιάπη εμφανώς προσβεβλημένη από την καχυποψία του του εξηγεί με κάθε λεπτομέρεια που βρισκόταν μιλώντας επιδοκιμαστικά για τις ψαλτικές ικανότητες του πάτερ Ευστάθιου και τονίζοντας επίσης την προτίμησή της να παρακολουθεί μία λειτουργία από το να βλέπει το σύζηγό της κάθε νύχτα σε αυτή την κατάσταση. Ο κ. Λιάπης δίχως να σηκωθεί από τον καναπέ της αναφέρει πως ο πάτερ Ευστάθιος χρειάστηκε 100 ευρώ για να διαβάσει τον επικήδειο της κόρης τους, το οποίο αρχικά αρνούνταν γιατί το μωρό ήταν αβάφτιστο. Η κ. Λιάπη εμφανώς σοκαρισμένη από αυτή την αποκάλυψη αλλά περισσότερο ενοχλημένη από το ειρωνικό ύφος του συζήγου της ρωτά αν τα έδωσε στον πάτερ από τύψεις λόγω της συνεχούς αναβολής της βάφτισης στο πρόσχημα ότι η κόρη τους ήταν ακόμα μικρή. Ο κ. Λιάπης σηκώνεται και κοιτά ερωτηματικά τη σύζυγό του, ανήμπορος να αναγνωρίσει τη γυναίκα που αγαπούσε μέσα στα λόγια μίσους που μόλις ξεστόμισε. Κοιτώντας τον με απάθεια σ’αυτή την ασθενική του σχεδόν κατάσταση του υπενθυμίζει πως εξαιτίας του η κόρη της βράζει στα καζάνια της κολάσεως. Ακούγοντας αυτές τις λέξεις, ο κ. Λιάπης ορμά καταπάνω της γρονθοκοπώντας την και χτυπόντας το κεφάλι της στον τοίχο και πριν προλάβει να βγάλει έστω και μία κραυγή, η κ. Λιάπη κείτεται στο δρύινο πάτωμα σε μία λίμνη αίματος.

Ένα συνηθισμένο πρωινό, η κ. Λιάπη θάφτηκε δίπλα από την κόρη της με τον πάτερ Ευστάθιο να ψέλνει τον επικήδειο σε μία κηδεία οπου δεκάδες θρηνούσαν για τον άδικο χαμό της. Το μεσημέρι θάφτηκε και ο κ. Λιάπης που λίγες ώρες μετά το θάνατο της συζήγου του χρησιμοποίησε για πρώτη και τελευταία φορά το υπηρεσιακό του όπλο. Κανείς δεν έψαλε για τον κ. Λιάπη.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]
Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη